Απίστευτο κι όμως αληθινό… Γεγονός
Συνοριακοί φρουροί σκότωναν αθώους πολίτες για να πάρουν βραβείο και δεκαπενθήμερη άδεια.
Ήταν εκείνο το βράδυ του Σαββάτου, το 1957, όταν ο χρόνος έμοιαζε να κυλά αργά και βαριά, μέσα στον αέρα της Γλύνας.
Το ίδιο Σάββατο, στο διπλανό χωριό, τη Βράχογοραντζή, η νύχτα ανέπνεε την αχλή μιας γιορτής. Ήταν ο αρραβώνας, στο κέντρο του χωριού, κι η χαρά είχε πάρει μορφή. Κάθε φωνή, κάθε γέλιο, ανακάτευε τα σκοτάδια με την πνοή του εορταστικού πνεύματος. Οι καλεσμένοι έφταναν ένας ένας, έχοντας δεχτεί το κάλεσμα που ο οικοκύρης είχε φροντίσει να παραδοθεί από σπίτι σε σπίτι.
Ο οικοκύρης, με το ήθος και την ευθύνη της παράδοσης, είχε αναλάβει ο ίδιος την ευθύνη να φτάσουν τα προσκλητήρια σε όλους τους συγγενείς, ακόμη και στη Γλύνα. Είχε φροντίσει να καλέσει και τη Νίνη με τον Φώτο Μπάτζιο, που εκείνη την ώρα βρισκόταν ψηλά, στο βουνό, με τα γίδια του χωριού. Ήταν ο καλεσμένος του και ο Φώτος σε αυτόν τον αρραβώνα, και τον ήθελε εκεί μαζί με όλους τους συγγενείς, σαν να μην έλειπε κανείς από τον κύκλο της χαράς.
Αλλά η Νίνη, με την ακοή της που έμοιαζε να καταλαβαίνει τον κόσμο διαφορετικά, άκουσε και απάντησε χωρίς να γνωρίζει το βάρος της αλήθειας, ότι ο ανθρωπος τους από την Βράχογοραντζή δεν πέρασε τυχαία αλλά να τους καλέσει για τον αρραβώνα.
Το βράδυ που γύρισε από το βουνό, ο Φώτος μόλις έφτασε με χαρά στο σπίτι, έτοιμος για την διασκέδαση που τον περίμενε μετά από μια συνηθισμένη μέρα με τα γίδια στις κορφές των Μπουράτων, ρώτησε την Νίνη.
-Ήρθε κανένας να φέρει καλέσματα για απόψε στον αρραβώνα;
-Όχι, δεν ήρθε κανένας για τον αρραβώνα - του λέει η Νίνη.
Τα λόγια της χτυπούσαν τον Φώτο σαν κεραυνός, σιωπηλό και βουβό. -.Δεν ήρθε κανένας, ε; - είπε μέσα του - με έγραψαν ε;- μουρμούρισε ο Φώτος, την ώρα που η σιωπή έμοιαζε να βαρύνει την ατμόσφαιρα. Η ανησυχία του τον έσπρωξε να ακολουθήσει την παράδοση του χωριού που ο καθε χωριανός που είχε γίδια στο κοπάδι ειχε και μια μερα με τη σειρά να προσφέρει φαγητό στο βοσκό τους και έτσι, βήμα-βήμα ανέβηκε προς τα Μπακουλάτικα που εκείνη τη βραδιά είχαν αυτοί την σειρά τους να τον φυλοξενησουν για δείπνο, ανυποψίαστος για το σκοτάδι που τον παραμόνευε. Και έμεινε εκεί πάνω στα Μπακουλάτικα, ως αργά ως μετά τα μεσάνυχτα.
Εκείνο το ηλιοβασίλεμα, δύο φαντάροι που γνώριζαν καλά την περιοχή, είχαν στήσει καρτέρι στην άκρη του αλωνιού των Τσελαίων, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να επιτεθούν. Εκεί, τα βήματα των περαστικών άφηναν ανεξίτηλα σημάδια στο χώμα, σημάδια που ο χρόνος δεν μπορούσε να σβήσει.
Περίμεναν τη νύχτα να πέσει, για να αρπάξουν όποιον έβρισκαν μπροστά τους. Υπήρχαν φήμες, ανεπιβεβαίωτες, μα επίμονες, πως οι φαντάροι αυτοί είχαν μεταφερθεί πρόσφατα στο φυλάκιο της Επισκοπής, λίγες μόλις μέρες πριν, έπειτα από την εμπλοκή τους σε παρόμοια περιστατικά δολοφονιών στο προηγούμενο φυλάκιο της Άνω Δρόπολης. Κανείς, βέβαια, δεν μπορούσε να πει με βεβαιότητα αν επρόκειτο πράγματι για τους ίδιους. Μα όποια κι αν ήταν η αλήθεια, ένα πράγμα έμοιαζε βέβαιο: είχαν ήδη διαλέξει τον σκοτεινό δρόμο. Τον δρόμο της ωμής εκτέλεσης αθώων, για ένα παράσημο και μια δεκαπενθήμερη άδεια. Με σφοδρότητα. Με σκοπιμότητα.
Οι ώρες περνούσαν και η κουβέντα στο σπίτι των Μπακουλαίων είχε παρασυρθεί τόσο, που δεν κατάλαβαν πώς πέρασαν τα μεσάνυχτα και ακόμα όσο ήταν εκεί, στα Μπακουλάτικα, οι φαντάροι γύριζαν τα σοκάκια της Γλύνας, έτοιμοι να αρπάξουν όποιον έβρισκαν μπροστά τους.
Και να, εκεί που ο Φώτος κατηφόριζε το σοκάκι του Γκίκα με του Γκαλίτση, λίγα μόλις μέτρα πριν φτάσει στο σπίτι του, τον πέτυχαν μπροστά τους και τον σταμάτησαν.
Όπως ομολόγησαν οι ίδιοι οι φαντάροι στο δικαστήριο, δεν είχαν σκοπό να πιάσουν συγκεκριμένα το Φώτο, αλλά όποιον βρίσκανε. Τον γνωρίσαμε - είπαν στο δικαστήριο - ότι ήταν ο τσομπάνος της Γλύνας, αλλά δεν μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς γιατί θα έβγαινε το μυστικό και θα μπαίναμε φυλακή εμείς και ο αξιωματικός, δηλαδή ο διοικητής τους ονομαζόμενος Τράκος. Ο Φώτος μας γνώριζε όλους τους φαντάρους των Μπουράτων και Επισκοπής, γιατί ανταμώναμε πάνω στο βουνό που έβοσκε τα γίδια και μας έδινε συχνά γάλα και τρώγαμε και αν έβγαινε το μυστικό θα μας αποκάλυπταν.
Και...καθώς οι φαντάροι, ψάχνοντας στα σωκάκια του χωριού, έπεσαν πάνω του και τον σταμάτησαν.
-Ποιος είσαι εσύ;
-Ο Φώτος, ο γίδαρής του χωριού.
-Ω, εσένα σε ζητάει ο διοικητής πάνω στο σχολείο. Έλα μαζί μας.
-Τι με θέλει ο διοικητής εμένα αυτήν την ώρα; τους λέει.
-Δεν ξέρουμε. Αυτός έτσι μας είπε και σε περιμέναμε. Μας άφησες όλη τη νύχτα εδώ να σε ψάχνουμε.
Πίστεψε ο Φώτος και πήγε ανυποψίαστος, γιατί γνωριζόταν με όλους, και με τον διοικητή τον Τράκο και με τους φαντάρους πάνω στο βουνό.
Όταν έφτασαν στο πίσω μέρος της εκκλησίας, εκεί που είναι τα παλιά τα μνήματα, και σαν δεν είδε πουθενά τον διοικητή, εκεί τους λέει:
-Που είναι ο διοικητής;
-Μας είπε πως αν δεν με βρείτε εδώ, θα με βρείτε πάνω στο δρόμο που περνάει για την Επισκοπή.
-Α, εγώ αυτή την ώρα δεν έρχομαι εκεί, τους λέει.
Σαν ο Φώτος δεν ήθελε να πάει, τότε του έβγαλαν τη λουρίδα από το παντελόνι και του την έριξαν στο λαιμό, τραβώντας τον σαν το κορότσι (γαϊδουράκι μικρό). Πρόλαβε και έβαλε το χέρι μέσα από τη λουρίδα στο λαιμό και τη κρατούσε για να μην τον έσφιγγαν και με το άλλο χέρι παλεύονταν, αλλά σαν αυτοί ήταν δύο, σκέφτηκε κάποια στιγμή ότι αφού αυτοί είναι αποφασισμένοι να με τελειώσουν, ας πάω τον ανήφορο και ότι θέλει ας γίνει, και ο Θεός βοηθός, είπε μέσα του και τους ακολούθησε.
Στο δρόμο, σκεύτηκε πως έπρεπε να άλλαξει την κουβέντα σαν να μην κατάλαβε τίποτα και αφού ο ίδιος κάπνιζε από τότε, καθώς περπατούσαν άναβε τσιγάρο και έδινε και σ’ αυτούς και με το σπίρτο που τους άναβε κοιτούσε με προσοχή να αναγνωρίσει τα πρόσωπά τους, ώστε αν γλυτώσει, να τους γνωρίσει. Και έτσι περπατώντας μέσα στο σκοτάδι πριν έρθουν τα ξημερώματα, τον έφεραν ως πάνω στο Σκαμνί με την Κιουρω. Εκεί είχαν την υπηρεσία τους εκείνη τη νύχτα και φύλαγαν τα σύνορα πάνω από τη Γλύνα.
Το σημείο που έφτασαν και προσπαθησαν να τον σκοτωσουν
Και καθώς απομένανε ακομα κανα δύο ωρες να έφερνε η αυγή την πρώτη της ακτίνα, ο Φώτος βρέθηκε στα χέρια της αβύσσου, εκεί που οι σκιές των συνόρων κρύβουν τις πιο τραγικές μνήμες.
Μόλις πλησίασαν στον τόπο που είχαν καθήκον να φυλάνε, ο ένας είπε στον άλλο, με μια σιγουριά που έμοιαζε να προοιωνίζεται κάτι κακό:
-Εγώ θα πάω λίγο μπροστά, εσείς μείνετε πίσω και περιμένετε.
Ο Φώτος, με την καρδιά του γεμάτη από την ασίγαστη ένταση της στιγμής, σκέφτηκε με το πάθος του νεαρού, με την πικρή ελπίδα που ρίζωνε στον νου του: -Καλά σας έχω τώρα. Να η ευκαιρία που δεν είχε χρόνο για σκέψεις αλλά για δράση. Θα τους βάλω στην παγίδα μου.
Ακριβώς την ώρα που ο πρώτος φαντάρος απομακρύνθηκε με το σοβιετικό 72-ρι αυτόματο τύπου μικρού πολυβόλου, προσπαθώντας να πιάσει θέση πυροβολισμού, ο Φώτος έβλεπε την ευκαιρία να καταρρίψει την όλη στρατηγική τους.
Με μια ακατανίκητη δύναμη, των δεκαοχτώ χρονών παλικάρι που ήταν τότε, τσάκιζε σίδερα, αρπάζει τον φαντάρο που είχε απομείνει κοντά του, τον σήκωσε ψηλά σαν να ήταν άχυρο, και τον κρατούσε με μια αστραπιαία δύναμη, που μόνο τα ένστικτα της επιβίωσης μπορούσαν να δημιουργήσουν. Όπως το περίμενε, η ισορροπία γύρισε υπέρ του, και το παιχνίδι έγινε προσωπική μάχη.
Ο φαντάρος, απελπισμένος και παγιδευμένος στα χέρια του Φώτου, άρχισε να φωνάζει, η φωνή του να αντηχεί στο σκοτάδι, γεμάτη φόβο και απελπισία:
-Μη ρίξεις! Με έχει πιάσει από τη μέση! Θα με σκοτώσεις κι εμένα!
Η απόγνωσή του γέμισε τον αέρα, αλλά ο Φώτος δεν ένιωσε τίποτα εκτός από την ανάγκη της στιγμής. Με μια ξαφνική κίνηση, έσπρωξε τον φαντάρο με όλη του τη δύναμη, και εκείνος εκσφενδονίστηκε στον αέρα με μανία πάνω στον άλλον, παρασύροντας τα πάντα γύρω του. Όσο να συνέλθουν, ο Φώτος, χωρίς δισταγμό, έτρεξε προς την κατηφόρα με όλη του τη φόρα, λες και κάθε του βήμα ήταν και μια νίκη πάνω στον ίδιο τον τρόμο γύρισε με φόρα την κατηφόρα και, χωρίς δεύτερη σκέψη, ρίχτηκε στον λάκκο, με τον ήχο του σώματός του να τσακίζει τη σιωπή της νύχτας.
Ο ήχος του σώματός του που έσπαγε τη σιωπή της νύχτας θύμιζε κάτι το αρχαίο, σαν ποταμός που ξεχύνεται ανεξέλεγκτος. Όσο έτρεχε, τα παντελόνια του πέφτανε σαν βαρίδια, και τα πόδια του αλληλοσυγκρουόμενα με τις πέτρες του δρόμου, ένιωθε το αίμα να τρέχει αλλά δεν τον ένοιαζε. Όλα φαινόταν μακριά του. Ο μόνος θόρυβος που έφτανε στα αυτιά του ήταν η καρδιά του, που χτυπούσε σαν τύμπανο στον ρυθμό του φόβου και της απόγνωσης.
Στην πρώτη γκορτσιά που του βγήκε μπροστά του, πέταξε το παντελόνι στο οποίο οι φαντάροι άδειασαν πάνω του και τις 72 σφέρες νομίζοντας πως εκεί έριχναν στο Φώτο.
Έχασε και τα σανδάλια του στη μέση της τρεχάλας, αλλά η καρδιά του δεν σταμάτησε.
Ούτε για μια στιγμή δεν πρόσεξε τις πέτρες που ξέσκιζαν τα πόδια του και τα αγκάθια που έμπαιναν βαθιά στο δέρμα του.
Δεν κατάλαβε καν πως τραυματίστηκε το γόνατό του, καθώς πήδηξε μια μεγάλη σιουπέλα και έπεσε στον λάκκο, αφήνοντάς του ένα τραύμα που θα μπορούσε να τον ακινητοποιήσει. Μα δεν το ένιωσε, δεν πόνεσε, συνέχισε να τρέχει, να τρέχει μέσα στο σκοτάδι, καθοδηγούμενος από το φως που του έστελνε από το παραθυρό του ο Άγιος Νικόλας από κάτω. Ένα φως που γινόταν άνεμος, μια αίσθηση απελευθέρωσης που τον έσπρωχνε δυνατά προς τη σωτηρία.
Έτρεχε προς τον κατηφορικό δρόμο, ενώ πίσω του, ο φαντάρος άδειαζε πυροβολισμούς στο σκοτάδι με σκοπό να τον σταματήσει, αλλά τίποτα δεν τον έβρισκε. Ο Φώτος έτρεχε, το σώμα του ανάλαφρο σαν αέρας, παρασυρόμενος από την ένταση του φόβου και της ελπίδας.
Μετά από ώρες διασκέδασης, το ξημέρωμα πλησίαζε και στο διπλανό χωριό, στη Βράχογοραντζή, εκεί οπου το γλέντι και ο χορός σταματησε κάπου εκεί γύρω στις 3 μετά τα μεσάνυχτα και οι καλεσμένοι του αρραβώνα καθώς ετοιμαζόταν για ξεκουραση για να επανέλθουν πάλι να γλεντήσουν και την Κυριακή.
Μόλις είχαν βγει από το τραπέζι, άκουσαν τον ήχο των πυροβολισμών που αντήχησαν πέρα από το λιθάρι της Γλύνας και αναστέναξαν με θλίψη:
-Ωχ! -είπαν -κάποιον τον φάσκιωσαν απόψε.
Ήταν συνηθισμένοι σε τέτοιους ήχους στα χωριά της Ρίζας. Όμως κανείς τους δεν ήξερε ότι οι πυροβολισμοί αυτοί δεν ήταν τυχαίοι, ότι αφορούσαν τον δικό τους άνθρωπο, τον Φώτο, που έπρεπε να ήταν και αυτός εκεί στον αρραβώνα, αλλά το καλέσμα δεν έφτασε στα αυτιά της Νίνης, που δεν κατάλαβε ότι τον είχαν προσκαλέσει, και τον ήθελαν κι εκείνον στο ίδιο τραπέζι του αρραβώνα.
Όταν ο Φώτος, τρέχοντας από τα ύψη της Κιούρως και του Σκαμνιού, κατηφόριζε προς τα κάτω, προς εκεί όπου ο Άγιος Νικόλας του έστελνε ένα φως από το παραθύρι του, η νύχτα είχε κιόλας αλλάξει για εκείνον.
Ο Ναός άστραψε με έναν αβάσταχτο φωτισμό, σαν να άνοιξε για λίγο μια χαραμάδα από έναν άλλον κόσμο, και τον οδήγησε στον δρόμο προς το χωριό.
Ένα φως, καθάριο και άγιο, δεν φώτιζε απλώς το μονοπάτι, μα έμοιαζε να καθοδηγεί την ψυχή του. Τα βήματά του βαριά από την κόπωση, το σώμα του πληγωμένο και το αίμα που έτρεχε δεν τον πονούσε, σαν να μην ανήκε πια στο σώμα του. Το μόνο που θυμάται καθαρά είναι το φως που ξεχυνόταν από το παράθυρο του Αγίου Νικόλα, ένα φως που δεν έσβηνε, δεν υποχωρούσε, αλλά βάδιζε μπροστά του, με υπομονή και σκοπό.
Αυτό το φως, όσο ανεξήγητο κι αν φαίνεται, τον ακολούθησε ως το χωριό και από τότε, σε κάθε αφήγηση του Φώτου, δεν ήταν παρά η σιωπηλή απόδειξη πως το θαύμα υπάρχει. Το θαύμα του Αγίου Νικόλα, όχι μόνο ως γεγονός, αλλά ως φλόγα που άναψε μέσα του κάτι βαθύτερο από την πίστη: μια μνήμη που δεν χωρά στη λογική.
Όταν έφτασε στο χωριό, με βήματα που δεν έμοιαζαν πια δικά του, συνειδητοποίησε πως η ζωή του είχε μπει σε άλλον δρόμο, έναν δρόμο που τον ήθελε ζωντανό, άγρυπνο, έτοιμο να διηγηθεί το θαύμα που έζησε εκείνη τη νύχτα.
Με βήματα ασταθή, πληγωμένα, άρχισε να τρέχει απεγνωσμένα για βοήθεια. Πρώτα πήγε στο σπίτι του γείτονα, στον Γκαλίτση, εκείνου που έμενε πάνω από το δικό του, μα εκείνος τον αγνόησε. Πιο πέρα, έφτασε στο σπίτι του Τσιάβου Κολιού, του τότε προέδρου του χωριού, μα κι αυτός δεν του έδωσε σημασία.
Μα πώς να του έδιναν σημασία;
Η οικογένειά του ήταν γραμμένη στον κατάλογο των ανεπιθύμητων της Γλύνας. Τους είχαν εξορίσει το 1950, για την αντίσταση που είχαν δείξει οι Γλυνιώτες στο λιβάδι του χωριού, μαζί με το μισό χωριό τους πήγαν μακριά, σε άγνωστα μέρη. Εκεί, στην εξορία, ορφάνεψε από μητέρα. Κι όταν γύρισαν στο ταλαιπωρημένο χωριό του που προσπαθούσε να σταθεί όρθιο, αμέσως οι χωριανοί τον αγκάλιασαν και τον έκαναν το δικό τους τσομπάνο.
Ο τσομπάνος με τα γίδια του χωριού, που κάθε βράδυ, όσοι είχαν ζώα στο κοπάδι, του πρόσφεραν με τη σειρά λίγο φαΐ, ένα πιάτο ζεστό, μια καλησπέρα. Έσμιγαν τον πόνο τους με τον δικό του και, κάπως έτσι, μαζί, οι Γλυνιώτες επιβίωναν στα εκείνα σκληρά χρόνια της δικτατορίας, απαλύνοντας λίγο τον πόνο τους. Γι’ αυτό δεν του έδωσαν σημασία εκείνη τη νύχτα. Γιατί ήταν, στα μάτια τους, ένας άνθρωπος που το σύστημα τον είχε απομονώσει και γι αυτούς, ήταν ο ένας τίποτε.
Ο Φώτος, χωρίς άλλο έρεισμα, παίρνει το τελευταίο του κουράγιο και ανεβαίνει στο σπίτι του Κώστα Τσιόμπο, όπου τον ξυπνάει και του διηγείται με τρεμάμενη φωνή όλο το περιστατικό.
-Φώτο, πρόσεξε. Μήπως έκανες κάποια γκάφα και μπλέκουμε τώρα χωρίς λόγο; Τι να κάνουμε, μην το κάνουμε χειρότερο; - του λέει ο Τσιόμπος με αυστηρό τόνο.
-Έλα να τα πούμε από κοντά - του απαντά ο Φώτος με αποφασιστικότητα - αν ήθελα να φύγω, θα το είχα κάνει μέρα μεσημέρι στο βουνό, με τα γίδια. Δεν χρειαζόταν να φύγω νύχτα για να με πυροβολήσουν. Μόλις μου το κάνανε αυτό, καταλαβαίνεις; - και του διηγείται με αγωνία από την αρχή όλη τη φρικτή ιστορία.
Ο Τσιόμπος, σοβαρός και μετρημένος άντρας, καλός χωριανός και αγαπητός από όλους, είχε λόγο με κύρος και εμπιστοσύνη στο χωριό. Παίρνει το όπλο του και βγαίνει στην Τρεχατησιά, όπου ρίχνει τρεις ντουφεκιές στον αέρα, μια συνήθεια για να σηκωθεί συναγερμός.
Μετά από λιγότερο της ώρας, έφτασαν εκεί μερικοί φαντάροι για να εξετάσουν τον συναγερμό και αμέσως ειδοποιήθηκαν τα σύνορα και τα κρατικά όργανα.
Κανείς στο χωριό δεν κατάλαβε τι είχε συμβεί.
Οι ριπές του αυτόματου που ακούστηκαν αργά τη νύχτα ψηλά στο Σκαμνί ήταν συνηθισμένες τις άκουγαν συχνά και δεν έδωσαν σημασία. Ούτε για τις ντουφεκιές στην Τρεχατησιά ανησύχησαν και αυτό ήταν ένα από τα συνηθισμένα περιστατικά. Οι ντουφεκιές είχαν γίνει πια ρουτίνα.
Ο Τσιόμπος, ο Γκαλίτσης και Κολιός, που μόνο αυτοί γνώριζαν το γεγονός, κράτησαν καλά το μυστικό εκείνης της νύχτας. Κανείς δεν κατάλαβε τι έγινε εκείνο το βράδυ στο χωριό και το επόμενο πρωί, οι χωριανοί, όπως κάθε μέρα, έβγαλαν τα γίδια για βοσκή. Όμως ο τσομπάνος δεν εμφανιζόταν.
Τον έψαχναν. Η οικογένειά του ανησύχησε και άρχισε να τον ψάχνει. Μα ο Φώτος είχε εξαφανιστεί.
Ο Τσιόμπος που ήξερε ότι ήταν στο νοσοκομείο της πόλης, για τον σοβαρό τραυματισμό στο γόνατο από την πτώση στο λάκκο, δεν είπε κουβέντα, και έτσι, το μυστικό έμεινε καλά κρυμμένο.
Μετά από τρεις μέρες, ο Φώτος βγήκε από το νοσοκομείο και γύρισε στο χωριό, κουβαλώντας μαζί του τον δικό του θρύλο. Έναν θρύλο που έζησε μόνος του που κανείς δεν κατάλαβε πότε και τι είχε συμβεί.
Η επόμενη μέρα φέρνει τα επίσημα όργανα του κράτους μαζί με τους διοικητές των συνοριακών φυλακίων των Μπουρατών και Επισκοπής και ξεκινούν την ανάκριση του Φώτου.
Οι φαντάροι παρουσιάζονται και ο Φώτος τους κοιτάζει έναν-έναν με απελπισία. Τελικά, δεν ήταν κανεις τους από αυτούς που του υπέδειξαν. Τότε του φέρνουν και τους άλλους που ειχαν το βραδυ υπηρεσία και ο Φώτος αναγνωρίζει τους δύο και τους υπέδειξε πως αυτοί ήταν.
Οι φαντάροι παραπέμφθηκαν στο στρατοδικείο με βαρύτατες κατηγορίες. Ομολόγησαν την αλήθεια: ήθελαν να σκοτώσουν, κυνηγώντας το βραβείο και την πολυπόθητη άδεια. Το δικαστήριο, αμείλικτο, δεν χαρίστηκε στην πρώτη φάση της δίκης με βαριές ποινές.
Ίσως ο ίδιος ο Φώτος να γνώριζε περισσότερα απ’ όσα ξέρουμε εμείς. Κάτι που δεν είπε ποτέ σε κανέναν, ή ίσως το εκμυστηρεύτηκε επιλεγμένα, με τρόπο μυστικό και τελετουργικό, σαν να επρόκειτο για ιερό βάρος. Κάτι που φύλαγε βαθιά μέσα του, σαν φυλαχτό από έναν αρχαίο θρύλο που άκουγε στα νιάτα του. Έναν θρύλο που τον ανδρείωσε, τον σκλήρυνε, και τελικά τον όπλισε με το κουράγιο να σταθεί όρθιος απέναντι στη μοίρα.
Όμως οι περιπέτειες του Φώτου δεν τελείωσαν εκεί. Αντίθετα.
Μέσα στον στρατό ξεδιπλώθηκαν σκοτεινά και ακατανόητα γεγονότα, που τον
έσπρωξαν στα άκρα. Μόνος, χωρίς στήριγμα, αναγκάστηκε να παλέψει, να αναζητήσει
ο ίδιος τις λύσεις για να σώσει τον εαυτό του. Και τα κατάφερε. Παρά τις
αντιξοότητες, βγήκε σε όλα νικητής.
Η ιστορία του Φώτου μοιάζει με θρύλο. Όχι γιατί είχε
υπερφυσικά στοιχεία, αλλά γιατί μέσα του ζούσε η αλήθεια του ανθρώπου που δεν
λύγισε όταν όλα γύρω του κατέρρεαν.
Κι ίσως τελικά, οι πιο αληθινοί θρύλοι δεν γράφονται με
θαύματα, αλλά με καρδιές που συνεχίζουν να χτυπούν, ακόμη κι όταν όλα γύρω του φωνάζουν να
σταματήσουν.
Και έτσι, εκείνη η νύχτα, γεμάτη περιπέτειες, έγινε ο θρύλος
του Φώτου, ένας θρύλος που δεν τελείωσε ποτέ. Αντίθετα, συνεχίζει να ζει, να
αναπνέει και να μιλά, σε κάθε καρδιά που αρνείται να σωπάσει, σε κάθε ψυχή που
επιμένει να θυμάται… και να υπενθυμίζει στους αντιπάλους ότι δεν υπάρχει
σκοτάδι που να σβήνει το φως της καρδιάς που θυμάται, και ότι οι ψυχές που δεν
σωπαίνουν, όταν χρειαστεί, έχουν το σθένος να γράψουν ιστορία!!!
Χρήστος Γιάννης
13.4.2025