Ο Μάντζιφας και ο Μύθος με τις «Τέσσερις Κόρες»
Κάτω από το χωριό της Άνω Επισκοπής, πάνω από τα Χάνια, βρίσκεται η πηγή του Μάντζιφα με τα άφθονα νερά της που αναβρύζουν από τέσσερα κεφάλια, γάργαρο
δροσερό, ορμητικό σαν να τρέχει να κρύψει τα μυστικά των αιώνων που κουβαλά.
Από αυτό το ζωογόνο δώρο της φύσης πότιζαν τα χωράφια των πέντε χωριών και δούλευαν πάνω από είκοσι νερόμυλοι, αλέθοντας τον καρπό της γης και δίνοντας
ζωή στην περιοχή της Ρίζας.
Σύμφωνα με τους παλιούς, σε παλαιότερες ιστορικές περιόδους, ο Μαντζίφας ανήκε στον ιερό χώρο της περιοχής των Τεγάτων. Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, επρόκειτο για έναν μεγάλο χώρο που ξεκινούσε από τον Μαντζίφα και εκτεινόταν μέχρι το Αργυροχώρι, όπου υπήρχαν σαράντα εκκλησίες της επισκοπής Δρυϊνουπόλεως.
Η ερμηνεία της ονομασίας του Μάντζιφα,
διασώθηκε και έφτασε ως
εμάς ένα ανοιξιάτικο πρωινό, περίπου το 1982-83 την ημέρα εκείνη που μια ομάδα
περισσότερων από δεκαπέντε ατόμων, όλοι μέλη του γεωργικού συνεταιρισμού του
χωριού, επισκεύαζαν το αυλάκι που μεταφέρει το νερό του Μάντζιφα. Κάθε άνοιξη επαναλαμβάνονταν
η ίδια διαδικασία καθαρισμού, προπαντός εκεί στα Βυθίσματα του Μέγα Λάκκο, ανάμεσα στη Γλύνα και την Κάτω Επισκοπή που το πρόβλημα
κάθε χρόνο είναι μεγαλύτερο.
Όπως συμβαίνει κάθε χρόνο, οι σφοδρές χειμωνιάτικες
κακοκαιρίες το είχαν διαβρώσει και καταστρέψει, και έτσι η αποκατάστασή του
ήταν απαραίτητη ανοιξιάτικη εργασία πριν οι καλλιέργειες θα έχουν ανάγκη
για νερό.
Που και που κάναμε και διαλύματα που συνοδευόταν με ατελείωτα αστεία
και διάφορες πάλες ιστορίες που στο λόγο προηγούταν οι γεροντότεροι και όλοι
αφουγκράζονταν όλο απορία και θαυμασμό με των τρόπων που ζωντάνευαν τις
αφηγήσεις.
Εκείνη την ημέρα, το γνωστό και
αστείρευτο χιούμορ των Γλυνιωτών βρισκόταν στο απόγειό του. Η σάτιρα είχε
αποκτήσει πρωταγωνιστή, τον γεροντότερο της παρέας, τον μπάρμπα Βασίλη (Βασίλης
Ρόκκος), έναν άνθρωπο με κοφτερό πνεύμα και ανεξάντλητη διάθεση για πειράγματα.
Οι υπόλοιποι τον ακολουθούσαν γελώντας, συμμετέχοντας στη ζωντανή αυτή
παράσταση αυθόρμητης λαϊκής ευφυΐας.
Όλη την ημέρα αντηχούσαν στον αέρα οι χαρακτηριστικές σατιρικές φράσεις των Γλυνιωτών, που μεταφέρονταν από γενιά σε γενιά και αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της τοπικής κουλτούρας. Οι χωριανοί αντάλλασσαν αστεϊσμούς, αναβιώνοντας το παραδοσιακό τους χιούμορ. Ανάμεσα στις εκφράσεις ξεχώριζε το αινιγματικό «Λύκος μωρέ», μια φράση που ακούγαμε συχνά από τον ταξίαρχο του χωριού, Γιώργο Μπάτζιο, καθώς και από άλλους χωριανούς που χρησιμοποιούσαν τακτικά τις τοπικές αυτές φράσεις, των οποίων η ακριβής προέλευση παρέμενε άγνωστη, αφού οι παλιοί δεν την αποκάλυπταν όπως «Το μοναστήρι της Περγουλιάς είναι εδώ;», το οποίο έχει καταγραφεί και στο ιστορικό-λαογραφικό βιβλίο Ο χορός που μέριασε τη λύπη (σελ. 31) και δεκάδες ακόμα παρόμοιες εκφράσεις ξεπηδούσαν από τα στόματα των παλιότερων, εμπλουτίζοντας τις συζητήσεις των Γλυνιωτών με στοιχεία παράδοσης, αναμνήσεων και λεπτού σαρκασμού. Για να κατανοήσει κανείς το πραγματικό τους νόημα, έπρεπε να είναι Γλυνιώτης. Φράσεις όπως «Λύκος μωρέεεεε», «αέρας» και άλλες αμέτρητες, αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της ιδιαίτερης πολιτιστικής τους ταυτότητας.
Αυτή η ημέρα καθαρισμού του αυλακιού ήταν μια από τις στιγμές όπου το παρελθόν και το παρόν συναντιούνταν, και η προφορική παράδοση ζωντάνευε μέσα από τα ατελείωτα αστεία της μεγάλης ομάδας νεαρών, με ελάχιστους μεγαλύτερης ηλικίας, των οποίων ο λόγος ήταν πάντα ο πιο σεβαστός. Έτσι, διατηρούσαν ζωντανό το πνεύμα και την ταυτότητα της Γλύνας.
Κάποια στιγμή που ο αρχηγός της ομάδας έδωσε την
εντολή, χρησιμοποιώντας το χαρακτηριστικό σατιρικό και ιδιόρρυθμο λεξιλόγιο των
Γλυνιωτών, να ανέβουν προς τα πάνω για να μαζέψουν πέτρες, όλοι χωρίς δεύτερη σκέψη κατέβηκαν προς τα κάτω. Γιατί, σύμφωνα με τη
Γλυνιώτικη λογική, η εντολή σήμαινε ακριβώς το αντίθετο! Ήταν ένας άγραφος κανόνας της ντοπιολαλιάς,
γνωστός μόνο σε όσους είχαν μεγαλώσει μέσα σε αυτόν
Ο μπάρμπα Βασίλης, που απολάμβανε ακόμα το τσιγάρο του, μου
έκανε ένα αδιόρατο νεύμα να μην απομακρυνθώ. Κατάλαβα πως ήθελε να μείνω πίσω,
πως είχε κάτι να μου πει. Πλησίασα, κι εκείνος, με βλέμμα σοβαρό και φωνή
χαμηλή, σχεδόν συνωμοτική, μου ψιθύρισε:
-Έλα, κάθισε λίγο εδώ
Ο τρόπος που μιλούσε, η ηρεμία στη φωνή του, έδιναν την
αίσθηση πως επρόκειτο να μοιραστεί μαζί μου ένα μυστικό λες και δεν ήθελε να
ακούσουν οι άλλοι... αλλά γιατί άραγε;
- Ξέρεις γιατί τον λένε «Μάντζιφα»;
-Όχι!
Σήκωσα τα φρύδια απορημένος, αλλά δεν πρόλαβα να ρωτήσω. Ο μπάρμπα Βασίλης
πήρε μια τελευταία τζούρα από το τσιγάρο του και, με ύφος απολαυστικό,
συνέχισε:
- Από το «Μάνα» γιατί η πηγή βγάζει άφθονο νερό, σαν ποτάμι και το «Τζίφος» που κάθε είκοσι χρόνια στερεύει και σε αφήνει με το δάχτυλο στο στόμα!
Έσκασε ένα έξυπνο χαμόγελο, γέλασε πνιχτά, ρουφώντας μια
τελευταία τζούρα από το τσιγάρο του, ενώ εγώ προσπαθούσα να χωνέψω αυτή την
παράδοξη αλλά απολύτως λογική με την ευφυΐα και την απλότητα αυτής της
εξήγησης.
Ήταν μια από εκείνες τις στιγμές που η λαϊκή σοφία αποδεικνυόταν ποιο
δυνατή από οποιαδήποτε επιστημονική ανάλυση που με άφησε και με την απορία.
Γιατί σε εμένα και δεν το είπε μπροστά σε όλους; Μια
περίεργα που με συνοδεύει ακόμα σήμερα, λες να είχε μέσα του το μελλούμενο ότι εγώ θα ήμουν αυτός που μετά από χρόνια δεν θα άφηναν αποκάλυπτα
την αποκάλυψη του με την σιγουριά πως ο
λόγος του μια μέρα θα ακουστεί και θα εξηγήσει σημασίες που τότε λίγοι γνώριζαν και θα μάθαιναν οι ερχόμενες γενιές από
τις προηγούμενες.
Ο πλασμένος Μύθος του Μάντζιφα με τις τέσσερις κόρες - κατασκεύασμα των Γλυνιωτών
Ο «μύθος» του Μάντζιφα με τις τέσσερις κόρες δεν είναι στην πραγματικότητα ούτε
μύθος και ούτε παλιός θρύλος, αλλά ένα κατασκεύασμα του Βαγγέλη Καραδήμου,
κάπου εκεί μετά το 1928, ο οποίος, με τη φαντασία και το χιούμορ του, επινόησε
μια ιστορία για να εξηγήσει, με τρόπο παραστατικό, την παράξενη συμπεριφορά των
ανθρώπων με τα νερά της περιοχής που μοιράζονται.
Σύμφωνα με την μυθοποιημένη αφήγησή του, ο Μάντζιφας είχε τέσσερις κόρες, δηλαδή τέσσερα κεφάλια νερό, τις οποίες
μοίρασε σε διαφορετικές τοποθεσίες: μία στο Ραδάτι, μία στην Άνω Επισκοπή, μία
στην Κάτω Επισκοπή και μία στη Βραχογοραντζή. Ωστόσο, για κάποιον άγνωστο λόγο,
δεν προόρισε καμία για τη Γλύνα! Και έτσι, όποτε το χωριό διψούσε, η εξήγηση
ήταν σχεδόν αυτονόητη, η Γλύνα είχε μείνει παραπονεμένη, χωρίς τη δική της κόρη!
Έτσι, μέσα από την τέχνη της σάτιρας, στην οποία η γενιά του ήταν μαστόρισσα και δεν άφηνε γεγονός χωρίς να το σατιρίσει, ο Καραδήμος, επίσης παιδί της Γλύνας, γεννημένος και μεγαλωμένος μέσα στους τρόπους και τις ιδιοτροπίες του χωριού του, σκέφτηκε να δώσει μια πιο ποιητική και παιχνιδιάρικη εξήγηση στο φαινόμενο.
Μπορεί να μην ήταν αληθινός μύθος, αλλά, όπως κάθε καλή ιστορία, είχε ό,τι χρειαζόταν για να μείνει στη μνήμη μια δόση χιούμορ, μια δόση αλήθειας και ίσως μια μικρή δόση αδικίας για τη διψασμένη Γλύνα!
Kαι, ο νεοπλασμένος μύθος που βγήκε αμέσως μετά της συμπλοκής πλαθηκε ως εξή:
«Ο Μάντζιφας έχει τέσσερις κόρες που τις πάντρεψε: μία στο Ραδάτες, μία στην
Άνω Επισκοπή, μία στην Κάτω Επισκοπή και μία στη Βραχογοραντζή. Δεν είχε πέμπτη
κόρη (δηλαδή πέμπτο κεφάλι νερού) για να δώσει και μία στη Γλύνα που έμεινε χωρίς
μοιρασιά. Όμως, για να φτάσει το νερό στη Βραχογοραντζή, αναγκαστικά θα
περνούσε από τη Γλύνα. Έτσι, βάσει συμφωνίας, έπαιρνε κι αυτό το χωριό το
μοιράδι του».
Η μοιρασιά του νερού του Μάντζιφα που έφερε σε ρήξη δύο χωριά τόσο δεμένα συγγενικά μαζί τους όσο με κανένα άλλο.
Συχνά, την περίοδο του καλοκαιριού, που τα φυτά διψούσαν, το νερό του
Μάντζιφα έφερνε τα χωριά σε ρήξη. Οι Πάνω Επισκοπιανοί πότε έκοβαν εντελώς το
νερό και πότε γύριζαν μεγαλύτερη ποσότητα απ’ ότι τους αντιστοιχούσε, στα
χωράφια τους. Τότε αντιδρούσαν οι Γλυνιώτες, μάλιστα το 1928 πιάστηκαν και στα
χέρια. Από την αντίσταση των Γλυνιωτών επωφελούνταν και οι φιλήσυχοι κάτοικοι
της Κάτω Επισκοπής και της Βραχογοραντζής. Λένε ότι για να μην παραβίαζε κανείς
το φράχτη του τέταρτου κεφαλιού, τον τσιμεντάρισαν. Το τσιμέντο ταχείας πήξεως
το κουβάλησε με το άλογό του ο Βαγγέλης Καραδήμος, που έπλασε και τον μύθο περί
«Μάντζιφα με τις τέσσερις κόρες». Όμως η πράξη αυτή του κόστισε αρκετά, γιατί
δεν πήγαιναν πια οι Πάνω Επισκοπιανοί να ψωνίζουν στο μαγαζί του.
Πηγή: «Ο ΧΟΡΟΣ ΠΟΥ ΜΕΡΙΑΣΕ ΤΗ ΛΥΠΗ», σελ. 33.
Το αποκορύφωμα της αντιπαλότητας.
Το περίεργο της ιστορίας είναι ότι η Γλύνα και η Άνω Επισκοπή, δύο χωριά που ανήκουν στην ίδια περιοχή, είναι
συνδεδεμένα με έναν ιδιαίτερο δεσμό που δεν έχει όμοιο. Η συγγένεια μεταξύ των
κατοίκων τους είναι τόσο βαθιά και τόσο στενή, όσο σε κανένα άλλο χωριό της
περιοχής.
Μολαταύτα, κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 1920 με αρχές της δεκαετίας του 1930, σε μια κακή στιγμή, έγινε το λάθος κάποιος να κόψει το νερό, προκαλώντας ένταση και αντιδράσεις. Τα δύο χωριά βρέθηκαν σε αποδοκιμασία, καθώς οι «συμπεθεριές» αναμεταξύ τους έχασαν τη γαλήνη τους και παρασύρθηκαν σε διαφωνίες, που όλο και φούντωναν.
Όπως συχνά συμβαίνει, μια μικρή διαφωνία ήταν που πήρε διαστάσεις, και το πολύτιμο νερό έγινε η αφορμή για ένταση.
Οι κουβέντες άναψαν, οι σχέσεις δοκιμάστηκαν, μέχρι που το ξύλο πήρε τον ρόλο του διαιτητή, βάζοντας τάξη και φροντίζοντας να μοιραστεί το νερό με δικαιοσύνη.
Μια μέρα, που έμεινε στην ιστορία των χωριών αυτών, ο Βαγγέλης Καραδήμος, φορτωμένος το άλογό του με τσιμέντο ταχείας πήξεως, βρέθηκε στον Μάντζιφα μαζί με τους χωριανούς του. Στόχος τους ήταν να επισκευάσουν την πηγή, χρησιμοποιώντας το τσιμέντο ταχείας πήξεως, ώστε να εξασφαλίσουν την ομαλή ροή του νερού προς την Κάτω Επισκοπή, τη Γλύνα και την Βραχογοραντζή.
Οι Γλυνιώτες γνώριζαν ότι θα έρχονταν σε σύγκρουση με τους Άνω Πισκοπιανούς. Επειδή όμως δεν υπήρχε σπίτι στη Γλύνα που να μη συγγένευε με κάποιο της Άνω Επισκοπής, έβαψαν τα πρόσωπά τους με κάρβουνο για να μην αναγνωριστούν και έρθουν σε ρήξη οι συμπεθεριές.
Οι Άνω Πισκοπιανοί, που ήταν κι αυτοί στην πλειονότητά τους συγγενείς με τους Γλυνιώτες, προσπαθούσαν να εμποδίσουν την τσιμεντοποίηση της πηγής. Έτσι, ξέσπασε η διαμάχη μεταξύ των δύο χωριών.
Ο ίδιος ο γαμπρός του Καραδήμου, από την Άνω Επισκοπή, ήταν ο πρώτος που επιχείρησε να ρίξει το άλογο του πεθερού του στον γκρεμό, υπολογίζοντας πως, όντας γαμπρός από τη Γλύνα, οι Γλυνιώτες θα δίσταζαν να τον πειράξουν. Όμως, οι Γλυνιώτες, γνωστοί για τη γενναιότητά τους, δεν έμειναν άπραγοι. Μπήκαν στη μάχη.
Λίγο πιο πέρα, ένας άλλος Γλυνιώτης, με το πρόσωπο κι αυτός καρβουνιασμένο, πλησίασε πονηρά τον γαμπρό του, τον άρπαξε από το μπράτσο και, με αποφασιστικό ύφος, τον ρώτησε με εκείνο το Γλυνιώτικο βλέμμα που τρόμαζε.
-Πού είναι ο γιος σου;
-Εκεί πέρα, απάντησε ο γαμπρός του, δείχνοντας τον
κάπου εκεί μέσα στη τσούρμα των εμπλεκόμενων.
Έτρεξε να προλάβει τον ανιψιό του πριν πέσει στα χέρια των συμπατριωτών του.
Τον άρπαξε και με μια δυνατή κλωτσιά, τους έβγαλε και τους δύο εκτός πεδίου μάχης.
Από αυτή τη γενναιόδωρη πράξη των Γλυνιωτών ωφελήθηκαν και τα φιλήσυχα χωριά της Κάτω Επισκοπής και του Βραχογοραντζή, που συνήθως δεν εμπλέκονταν σε τέτοιου είδους παρεξηγήσεις.
«Όσο πιο σφοδρά τα πάθη, τόσο πιο γλυκιά η ειρήνη που ακολουθεί.»
Η ιστορία αυτής της διαμάχης έχει αφήσει ανεξίτηλα σημάδια στις επόμενες
γενιές. Ο μύθος μεταμορφώνεται σε ένα ανεξήγητο «σύμβολο μίσους», μέχρι που
κανείς πια δεν θυμάται ποιος μισεί ποιον και γιατί αλλά για ότι έγινε στη μέση όλων αυτών, βρίσκεται ο
Μάντζιφας, που φουσκώνει και ξεφουσκώνει άνα είκοσι χρόνια από τον θυμό του για το σημείο όπου
έφερε τα παιδιά του να τσακώνονται.
Και αν κάθε είκοσι χρόνια το νερό του σταματά, είναι σαν να λες πως το κάνει για να τους θυμίσει την αίσθηση της γαλήνης.
Γλυνιώτες
και Άνω Πισκοπιανοί κάθονται στο ίδιο τραπέζι της οικογενειακής χαράς τσουγκρίζοντας τα
ποτήρια τους και πίνουν στην υγειά των παιδιών τους και εύχονται για
προκοπή.
Σε τέτοιες στιγμές, οι παλιές διαμάχες σβήνουν, και η αγάπη κυβερνά τις καρδιές τους. Αν το φέρει ο λόγος, γελούν ολόψυχα με τα καμώματα μιας περασμένης εποχής, που δεν θέλει να διαγράψει τα ίχνη που άφησε
Αυτή η ιστορία ζει και μεταδίδεται από γενιά σε γενιά και αποτελεί μια μνήμη γεμάτη με σημάδια του παρελθόντος με μια περίεργη, σατιρική διαμάχη που στην πραγματικότητα, η αντιπαλότητα έχει μετατραπεί σε ένα παιχνιδιάρικο, σατιρικό παραστάσιο, όπου ο καθένας αποκαλύπτει στον άλλον την παράλογη ανοησία ενός γεγονότος που ποτέ δεν έπρεπε να συμβεί, αλλά που τώρα ακτινοβολεί με μια μαγευτική, ανεξήγητη γοητεία. «Όσο ποιο σφοδρά τα πάθη, τόσο ποιο γλυκιά η ειρήνη που ακολουθεί.»
Τα φυσικά μυστήρια του Μάντζιφα και η απορία μας
Το πιο παράξενο και παράλληλα ενδιαφέρον ήταν ότι, παρά τις πολλές
προσπάθειες να κατανοήσουμε τη φυσική εξήγηση για το φαινόμενο, κανείς δεν
μπορούσε να βρει την απόλυτη απάντηση.
-Γιατί τα νερά του Μάντζιφα και της Γλύνας στερεύουν κάθε είκοσι χρόνια και
επιστρέφουν κατά διαστήματα με ένα κανόνα των 1-3-5-7-9-και 12 χρόνια;
Μήπως πρόκειται για έναν υπόγειο φυσικό μηχανισμό,
κρυμμένο κάτω από την επιφάνεια του εδάφους, που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε
πλήρως;
Ανεξάρτητα από την ευφάνταστη αυτή ιστορία, οι παλιοί για να γνώριζαν πως τα νερά
του Μάντζιφα και της Γλύνας ακολουθούν έναν σταθερό κύκλο σημαίνει πως το έχουν παρακολουθήσει.
Τα νερά όταν κατά του κανόνα στερεύουν, λιγοστεύουν όταν η
μέρα αρχίζει να μεγαλώνει, δηλαδή στα τέλη Δεκεμβρίου, και όταν τους αναλογεί ο χρόνος να επιστρέφουν, πάντα ακολουθούν πιστά τον κανόνα και επιστρέφουν όταν η
μέρα μικραίνει, δλδ. κάπου εκεί στα τέλη Ιουνίου. Ωστόσο, υπήρξαν χρονιές που το φαινόμενο ήταν
ακραίο.
Παρήλικες στη Γλύνα λένε ότι τα νερά στέρεψαν εντελώς το 1920, το 1949, το
1970 και το 1990, δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα στην καθημερινότητα των
κατοίκων ενώ από τη μεριά τους οι Άνω Πισκοπιανοί αναφέρουν τα δικά τους στοιχεία.
Ένδιαφέρων και στιχεία που έγραψαν και άλλοι για το Μάντζιφα
Ο Γιώργος Μύτιλης, σε μια περιοδεία του στην Άνω Επισκοπή, αναφέρει τις λεπτομέρειες των Άνω Επισκοπιανών:…
«-Φίλε μου, μην βιάζεσαι να δροσιστείς! Συνάντησε πρώτα παρήλικους και ρώτα να μάθεις τι συνέβη κατά καιρούς με τα νερά της πηγής. Θα σου πουν ότι στέρεψαν:
από το '56 ως το '58,
από το '62 ως το '63,
από το '72 ως το '73
και από το '91 ως το '97…»
Όταν ο Μάντζιφας στέρευε, οι
Γλυνιώτες νοίκιαζαν χωράφια στο Βούρκο
Στις πιο δύσκολες περιόδους, όπως το 1920 και το 1949, οι Γλυνιώτες, για να
εξασφαλίσουν τη σοδειά τους, αναγκάστηκαν να νοικιάσουν χωράφια στον Βούρκο,
κυρίως στην Κρανιά, και να τα σπείρουν με καλαμπόκι. Παράλληλα, όταν τα νερά
της Γλύνας, και ειδικά της Μέλλως, λιγόστευαν, η μόνη εναλλακτική τους ήταν να
προμηθεύονται πόσιμο νερό από την πηγή της Οψέλας.
Στην περιοχή της Γλύνας, από άγνωστους καιρούς μετά το 1563, έχουν σημειωθεί
μερικά βυθίσματα, με πιο πρόσφατο αυτό της 26ης Φεβρουαρίου 1989, που πιθανώς
υποδεικνύουν στην περιοχή την ύπαρξη μεγάλων υπόγειων κενών. Αυτά τα κενά μπορεί
να γίνονται ρυθμιστές των νερών που να επηρεάζουν τη ροή και την αποθήκευση του
νερού, οδηγώντας σε περιοδικές μεταβολές στην παροχή των πηγών.
Το φαινόμενο των νερών της Γλύνας και του Μάντζιφα ακολουθούν έναν σταθερό κύκλο κάθε είκοσι χρόνια
Η περιοδικότητα αυτών των πηγών, που κατά καιρούς στερεύουν, υποθέτω πως μπορεί να συνδέεται με φυσικούς κύκλους βροχοπτώσεων και κλιματικές αλλαγές που επηρεάζουν την ανατροφοδότηση των υπόγειων υδροφορέων.
Ωστόσο, το φαινόμενο των νερών που ακολουθούν έναν σταθερό κύκλο στερεύοντας κάθε είκοσι χρόνια για τρία χρόνια και συνεχίζοντας τον ίδιο κανόνα ανά είκοσι χρόνια σε μοτίβα να στερεύουν ανά 5 χρόνια, 7, 9 και 12 χρόνια, μας βάζει στον πειρασμό να σκεφτούμε τη θεωρία του Χαραλάμπη Τάκου πως τα νερά της Γλύνας και του Μάντζιφα έρχονται μέσω υπόγειας διαδρομής από μακρινή πηγή, πιθανότατα από την Πρέσπα. Μάλιστα οι παλιοί έλεγαν πως σε μια περίοδο που οι Γλυνιώτες όταν στέρεψε ο Μάντζιφας και νοικιάσανε χωράφια στη Κρανιά του Βούρκο που αυτό συνέβη και το 1920 και το 1949, όταν ήρθαν τα νερά έφεραν μαζί και μήλα. Από το γεγονός αυτό που πειθανολογείται το 1920, οι παλιοί συμπέραναν πως τα νερά έρχονται από την Πρέσπα που η περιοχή αυτή έχει μήλα και η απόσταση αυτή δημιουργεί τακτικές διακοπές και επαναφορές σε τακτικά διαστήματα με κάποιο κανόνα που ακολουθεί τακτικά ανά είκοσι χρόνια και με τον κανόνα να στερεύουν με κάθε διάστημα με 1,3,5,7,9,και 12 χρόνια.
Στο διάστημα που πρέπει να συμπληρωθεί μέχρι την επόμενη φάση του κύκλου, υπάρχουν περιπτώσεις όπου, ανάλογα με τις ανομβρίες, τα νερά μπορεί να ξεσπούν ξαφνικά. Αυτές οι εκρήξεις διαρκούν όσο το επιτρέπουν τα αποθέματα της εκάστοτε χρονιάς, χωρίς όμως να συνδέονται με την κανονική περιοδική ροή των υδάτων αλλά των τοπικών βροχοπτώσεων που γιομίζουν τα γύρω τοπικά αποθέματα νερού της γης.
Η φαινομενική ύπαρξη των νερών του Μάντζιφα και της Γλύνας - Μαρτυρία και πρόβλεψη
Είπαμε πως από τους παλιούς κληρονομήσαμε τη γνώση για τη φαινομενική ύπαρξη των νερών του Μάντζιφα και της Γλύνας, τα οποία σύμφωνα με τη λαϊκή παρατήρηση στερεύουν κάθε είκοσι χρόνια, ακολουθώντας έναν άτυπο «κανόνα» με στάσεις διάρκειας τριών, πέντε, επτά, εννιά και δώδεκα ετών. Παρ’ όλα αυτά, κανείς ως τώρα δεν κάθισε να το επιβεβαιώσει ή να το καταγράψει, ώστε να το γνωρίζουν οι επόμενες γενιές.
Για πρώτη φορά τολμώ να το κάνω εγώ, που γεννήθηκα το 1960 και θυμάμαι καθαρά ότι τη δεκαετία του 1990 τα νερά στέρεψαν για εννιά χρόνια. Σήμερα, το 2025, διανύουμε ήδη την όγδοη ή ένατη χρονιά ξηρασίας. Τα νερά που εμφανίζονται κάποιες χρονιές δεν είναι τα κανονικά, συνεχόμενα νερά των είκοσι ετών, αλλά προέρχονται από τοπικές πλημμύρες, δηλαδή είναι παροδικά και ανεπαρκή.
Για να επιβεβαιωθούν πλήρως όσα καταγράφω εδώ, οι επόμενες γενιές θα πρέπει να παρακολουθήσουν αν γύρω στο 2028-2029 το νερό θα επανέλθει στην κανονική του ροή και θα διατηρηθεί έτσι για είκοσι συνεχόμενα χρόνια, χωρίς διακοπή.
Αν αυτό συμβεί, τότε θα πρέπει να αναμένουμε ότι:
Περίπου το 2049-2050 το νερό θα στερέψει ξανά, εφόσον ισχύει πως ο κύκλος ξεκινά όχι με ένα αλλά με τρία χρόνια ξηρασίας, και συνεχίζεται με περιόδους πέντε, επτά, εννιά και δώδεκα ετών αναμονής. Σε αυτήν την περίπτωση, μετά από είκοσι χρόνια συνεχούς ροής, ο κύκλος θα εξελιχθεί ως εξής:
-
Το 2073-2074: στέρεμα για πέντε χρόνια
-
Το 2100-2101: για επτά χρόνια
-
Το 2137-2138: για εννιά χρόνια
-
Το 2166-2167: για δώδεκα χρόνια
Ωστόσο, αν τελικά ο κύκλος ξεκινά από ένα έτος ξηρασίας (και όχι από τρία), τότε πρέπει να μετακινήσουμε όλο το σχήμα κατά μία περίοδο προς τα εμπρός. Έτσι, η περίοδος των δώδεκα ετών, αντί να πέσει στο 2166-2167, θα μετατοπιστεί στο 2086-2090 και από εκεί ο κύκλος θα ξεκινήσει ξανά από την αρχή.
Σε όλες τις ενδιάμεσες περιόδους, θα ισχύει ο κανόνας ότι, ανάλογα με τις τοπικές πλημμύρες, κυρίως τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο θα εμφανίζονται μικρές, πρόσκαιρες ποσότητες νερού, που δεν θα επαρκούν για να θεωρηθούν ως πλήρης επιστροφή των νερών.
Αν όλα αυτά επαληθευτούν, τότε επιβεβαιώνεται ο άτυπος κύκλος που παραλάβαμε από τους παλιούς για τα νερά της Γλύνας και του Μάντζιφα. Διαφορετικά, οι προβλέψεις αυτές θα αποδειχθούν λανθασμένες και θα τεθεί υπό αμφισβήτηση αν αυτός ο κύκλος ισχύει πραγματικά ή όχι.
Μαρτυρίες από τα γειτονικά χωριά του Πωγωνίου
Στο βιβλίο του Χ. Βαλερά, Ορεινό: Το Μπαλκόνι του Πωγωνίου, αναφέρεται πως κοντά στα «Στήματα», στην περιοχή του Ορεινού, βγαίνει ατμός, ένδειξη υπόγειου νερού. Η θειάκω Βαρβάρα, από το Ορεινό, διηγήθηκε την ιστορία με τον σκύλο της, τους παγωμένους ατμούς που ένιωθε, καθώς και το βουητό που άκουγε, ήταν σημάδι πως κάτω υπήρχε μεγάλη ροή νερού. Για να το επιβεβαιώσουν, έριξαν μπογιά στο νερό και αυτή βγήκε πιο κάτω, στον Μάντζιφα
Το μυστήριο αυτό για τα νερά του Μάντζιφα και της Γλύνας παραμένει, και συνεχίζουν να ζουν μέσα από τις μνήμες των ανθρώπων.
Φυσικά φαινόμενα και εικασίες
Η κατανόηση αυτών των φυσικών φαινομένων απαιτεί λεπτομερείς υδρογεωλογικές μελέτες που ανήκει στην επιστήμη και όχι σε εμας, οι οποίες θα μπορούσαν να αποκαλύψουν τους μηχανισμούς που διέπουν τη ροή του νερού στην περιοχή. Υπάρχουν, ωστόσο, παράξενες εικασίες και αναφορές για υπόγεια νερά που αναβλύζουν σε μακρινές τοποθεσίες, γεγονός που γεννά ερωτήματα σχετικά με την εγκυρότητα των ισχυρισμών του Γλυνιώτη Χαράλαμπου Τάκου.
Ο Τάκος υποστήριζε ότι «τα νερά έρχονται από μακριά, από τη λίμνη της Πρέσπας», εκφράζοντας την πεποίθηση ότι το υδρολογικό σύστημα της περιοχής είναι συνδεδεμένο με ευρύτερες φυσικές διαδρομές.
Αυτή η ιδέα έδινε στους χωριανούς την αίσθηση πως το νερό δεν προερχόταν μόνο από τις τοπικές πηγές αλλά και από πιο μακρινές και κρυφές ροές.
Μια πιθανή εξήγηση είναι η ύπαρξη υπόγειων λιμνών, οι οποίες ενδέχεται να ρυθμίζουν την πίεση του νερού, δημιουργώντας υπόγειες παροχετεύσεις (παλίρροια) μεταξύ δύο σημείων. Αν αυτές οι συνδέσεις όντως υφίστανται, θα μπορούσαν να εξηγούν τις περιοδικές αλλαγές στη ροή του νερού του Μάντζιφα και της Γλύνας, σύμφωνα με έναν κανόνα που επαναλαμβάνεται ανά είκοσι χρόνια, με τον ίδιο χρονικό κύκλο που προαναφέραμε.
Ενα σημείο αναφοράς για τα τοπικά νερά είναι η «Νερομπίστα» στη Φραστανή ως ένα σημείο κλειδί για την
κατανόηση γενικά των τοπικών βροχοπτώσεων της περιοχής.
Το γεγονός ότι οι χωριανοί δεν το πίστευαν απλώς, αλλά το είχαν επιβεβαιώσει μέσα από μακροχρόνια παρατήρηση, δείχνει πως είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αν η περιοχή δεχτεί τρεις μεγάλες πλημμύρες, με στάθμη νερού που ξεπερνά τα τρία μέτρα, τότε θα έχει άφθονα νερά για ολόκληρο το χρόνο παρακάπτοντας τον κανόνα του φαινομένου μόνο για την χρονιά των πλημύρων ενω ο κανόνας ισχυεί κανονικά.
Αυτό δείχνει πόσο σημαντικό ήταν το φαινόμενο της πλημμύρας για την αποθήκευση του
νερού στα υπόγεια αποθέματα και την διαχείριση του νερού στη γεωργία.
Το Νερό του Μάντζιφα και η Προφητεία του Αγίου
Στα χρόνια της δεκαετίας του 1980, οι Ζερβατινοί, διψασμένοι για μια σταγόνα καθαρού νερού, έκαναν δύο τρεις αποτυχημένες προσπάθειες να το φέρουν από την πηγή του Μάντζιφα. Όμως, η μοίρα, ή ίσως η θέληση του Θεού είχε άλλα σχέδια.
Σε κάθε νέα προσπάθεια, όλο και κάποιο απρόοπτο συνέβαινε, λες και η μοίρα συνωμοτούσε για να επιβεβαιώσει την προφητεία του Αγίου.
Κάποια στιγμή, ύστερα από πολύ κόπο και ιδρώτα, επιτέλους έφτασαν και κατάφεραν να στρώσουν τους σωλήνες, ελπίζοντας πως το δροσερό νερό της πηγής του Μάντζιφα θα έφτανε επιτέλους στο χωριό τους.
Μα πριν προλάβουν να το γευτούν, ο Μάντζιφας στέρεψε απροσδόκητα, όπως όριζε ο κανόνας του, και έμεινε στεγνός για χρόνια, λες και η ίδια η γη τούς έλεγε πως δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα.
Όταν, όμως, ύστερα από καιρό, το νερό επανήλθε στην πηγή, οι Ζερβατινοί δεν το έβαλαν κάτω. Με νέα ελπίδα, ολοκλήρωναν τις τελευταίες εργασίες, περιμένοντας ανήμερα της Παναγίας να γιορτάσουν το πολύτιμο αγαθό.
Ήταν βέβαιοι πως αυτή τη φορά θα τα κατάφερναν.
Μα ο Θεός είχε άλλα σχέδια…
Εκείνη τη λαμπρή μέρα του Δεκαπενταύγουστου, που ο ουρανός ξημέρωσε ξάστερος και ήρεμος, κανείς δεν περίμενε τι θα επακολουθούσε.
Ξαφνικά, κατά το μεσημέρι, σκοτείνιασε.
Σύννεφα μαύρα και βαριά σκέπασαν τον ουρανό, και σε λίγο ξέσπασε καταιγίδα σαν θεϊκή οργή.
Η βροχή έπεφτε με ορμή, πλημμυρίζοντας τα πάντα. Μέσα σε μία ώρα, το ξερό ποτάμι φούσκωσε τόσο πολύ που μετατράπηκε σε ορμητικό χείμαρρο, σαρώνοντας στο πέρασμά του τους σωλήνες και μαζί τα όνειρα των Ζερβατινών.
Τότε, κάποιοι θυμήθηκαν τα λόγια του Αγίου Κοσμά. Είχε πει πως το νερό δεν θα πήγαινε εκεί που το ήθελαν.
Και πράγματι, μετά από εκείνη τη μέρα, κανείς στο χωριό δεν τόλμησε να προσπαθήσει ξανά.
Ήταν πια πεπεισμένοι πως το νερό του Μάντζιφα δεν ήταν γραφτό να φτάσει σε αυτούς.
Χρόνια αργότερα, όταν οι καιροί άλλαξαν και η δημοκρατία έκανε την εμφάνισή της, μια νέα εποχή ξημέρωσε.
Το Νερό άλλαξε δρόμο αφήνοντας μας την ανάμνηση μιας άλλης εποχής.
Οι άνθρωποι, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, έφυγαν μακριά από τα χωριά τους, αφήνοντας πίσω τους σπίτια σφαλιστά, αυλές σιωπηλές και γη ορφανεμένη.
Τα χωράφια έμειναν άσπαρτα, τα καρποφόρα δέντρα ξέμειναν χωρίς χέρι να τα κλαδέψει, χωρίς μάτι να καμαρώσει τον καρπό τους.
Το νερό, που άλλοτε δρόσιζε τη γη και ανάθρεφε τις σοδειές, έγινε περιπλανώμενος ξένος, κανείς δεν το χρειαζόταν πια.
Κι έτσι, όπως επιτάσσει η ανθρώπινη φύση και η ίδια η ζωή, το νερό βρήκε άλλο δρόμο.
Αφέθηκε στη ροή του χρόνου, ακολουθώντας μια νέα μοίρα, σαν να ήθελε να ξεφύγει από το παρελθόν του.
Χάραξε μια διαφορετική πορεία, μακριά από τα γνώριμα χώματα του, αφήνοντας πίσω του μόνο αναμνήσεις μιας περασμένης εποχής.
Αυτή τη φορά, η τύχη χαμογέλασε στη Δρόπολη, και κυρίως στο Γεωργουτσάτι, όπου οι άνθρωποι το υποδέχτηκαν σαν πολύτιμο δώρο.
Όμως, στη Ρίζα, τα αυλάκια γέμισαν με χώμα και χόρτα, τα δέντρα μαράθηκαν, και η αποξηραμένη γη, που κάποτε το αγκάλιαζε με ευγνωμοσύνη, έμεινε έρημη, χωρίς τους ανθρώπους της.
Έτσι και το νερό του Μάντζιφα, πικραμένο κι αυτό, από πηγή ζωής που άλλοτε δρόσιζε τα χώματά της, έμεινε χωρίς το νοικοκύρη της.
Σαν να κουράστηκε να προσμένει εκείνους που το πότιζαν με τον μόχθο και την αγάπη τους, το νερό πήρε άλλο δρόμο.
Χάραξε νέα πορεία, αφήνοντας πίσω του τη σβησμένη ανάμνηση μιας εποχής γεμάτης ζωή, μιας γης που άλλοτε το αγκάλιαζε με ευγνωμοσύνη και τώρα στέκει διψασμένη και ξεχασμένη.
Χρήστος Γιάννης
12 Οκτωβρίου 2017
Τελευταια συνυταξη 23.2.2025
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου