Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2025

Οι κλέφτες του Τάπα που δεν καταφέραμε να τον χορέψουμε.

 ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ

_____________________________________________________



Οι κλέφτες του Τάπα που δεν καταφέραμε να τον χορέψουμε.






Γεροδεμένος άντρας ο Τάπας.

Περίπου μια με δυο φορές το μήνα, συνήθως τα Σάββατα, τον έβλεπα που ανηφόριζε το σοκάκι πάντα βαρυφορτωμένος με  βέργες στους ώμους  και το  τσεκούρι με το τζιομπανήτικο  μαχαίρι που του κρεμόταν στη ζώνη του διμητένιου  του παντελονιού  που δεν τα αποχώριζε ποτέ από κοντά του. 

       Φορούσε πάντα το μαύρο του καπέλο, σκιάζοντας το βλέμμα του, και το μικρό του μουστάκι ήταν πάντα περιποιημένο, λες και αποτελούσε μέρος της ίδιας του της περηφάνιας. Μαζί με την αντρειωμένη λεβεντιά του, κουβαλούσε κι εκείνο το αυστηρό, αδούλωτο ύφος των βουνών. 
       Τσομπάνος, όλη του τη ζωή στα βουνά με τα κοπάδια, ανάμεσα σε πλαγιές και ρέματα, εκεί όπου η γη μιλάει με τον άνεμο και η μοναξιά έγινε η παρέα του, από τα νιάτα του, από τότε που τα πόδια του ήταν ελαφριά σαν το δρολάπι που σαρώνει τις βουνοκορφές, μέχρι τα γερατειά του, που η πλάτη του κύρτωσε από τον χρόνο μα το βλέμμα του έμεινε ακμαίο, δεν άλλαξε τίποτα· η ψυχή του ανήκε στη φύση, στον ελεύθερο ορίζοντα, στον ήχο των βελασμάτων και της φλογέρας.
   Συντροφιά του τα σκυλιά, πιστοί φύλακες της αγέλης, και ο άνεμος, που τραγουδούσε ιστορίες παλιές, ψιθυρισμένες από γενιές ανθρώπων που έζησαν με τον ίδιο ρυθμό.    
         Τα χρόνια πέρασαν, το σώμα βάρυνε, μα η ψυχή του έμεινε εκεί: στα υψώματα, στις απόκρημνες πλαγιές, στα τσομπανίστηκα καλύβια και τις σιωπές των βουνών. Γιατί άνθρωποι σαν κι αυτόν δεν ανήκουν σε πόλεις και τείχη· ανήκουν στους ανοιχτό ορίζοντα, στα ελεύθερα πουλιά, στη σκληράδα της γης που δίνει και παίρνει.
     Ο άντρας ο σοβαρός, ο απόλυτος, ο σκληρός στις κουβέντες. Μιλούσε λίγο, μα ό,τι έλεγε είχε βάρος. Δύσκολος Βλάχος, αγύριστο κεφάλι.

  Τον πείραζε πιο πολύ από όλους ο Λώλης, ο μόνος που τολμούσε να του φέρνει αντίρρηση. Ποτέ δεν συμφωνούσαν μαζί τους, κι ο Λώλης, με το θάρρος της συνήθειας, του πέταγε πάντα την ίδια κουβέντα:

«Μη θέλοντας ο ζωγράφος αλλά επιμένοντας ο Βλάχος, φόρεσε μια φορά στη ζωή του κι ο Χριστός κόκκινα παπούτσια.»

      Κι ο Τάπας, μ' ένα χαμόγελο που μόλις διαγραφόταν στις άκρες των χειλιών του, κουνούσε αργά το κεφάλι, δίνοντας πάντα την εντύπωση πως ήξερε κάτι παραπάνω.

  Πέρασαν τα χρόνια.
Έμενε να αφήσει τα βουνά, να γυρίσει στο χωριό, να χαρεί τη σύνταξη και τη γαλήνη. Μα το κουσούρι του εργατικού, του ακούραστου, δεν τον άφησε ποτέ.

    Ως τα βαθιά του γεράματα, τα χέρια του έψαχναν ξύλο να σμιλέψουν, βέργες να ισιώσουν, κάτι να σκαλίσουν, μην τύχει και προδώσουν τη συνήθεια μιας ζωής.

       Η ίδια η αγέρωχη λεβεντιά που κουβαλούσε μια ζωή δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Θυμάμαι ένα βράδυ, σε γλέντι του χωριού, που σηκώθηκε ξαφνικά να χορέψει τους κλέφτες.
        Έκανε νόημα στην κομπανία, κι οι μουσικοί έσπευσαν να ετοιμαστούν. Το κλαρίνο πήρε μπροστά, η παρέα συντονίστηκε, κι ο Τάπας βγήκε στη μέση του κύκλου.
    Με μια αργή, σχεδόν τελετουργική κίνηση, έσκυψε, έβγαλε τα παπούτσια του. Έμεινε ξυπόλητος, φορώντας μόνο τις μάλλινες κάλτσες του βαμμένες καφέ, από φλούδες καρυδιών. 
     Κάποιοι παραξενεύτηκαν, άλλοι χαμογέλασαν. Ήξεραν πως οι παλιοί χορευτές είχαν τα δικά τους μυστικά
     Προσπάθησε να ρυθμίσει τα πόδια του με το κλαρίνο. Έκανε ένα βήμα, μετά άλλο ένα. Μα κάτι δεν πήγαινε καλά.
-Όχι, όχι! Δεν μου παίζετε καλά τους Κλέφτες!
Ο κλαρινοπαίχτης που ήταν μπροστά του, αφήνει το κλαρίνο τον πλησιάζει.
-Ποιους Κλέφτες; Θες τους παλιούς;
     Και ξανάπιασε το παίξιμο, προσπαθώντας να βρει τον ρυθμό. Μα και πάλι, δεν ταίριαζε. Ο Τάπας δεν μπορούσε να νιώσει τη μουσική όπως την ήθελε. Το ντέφι έχανε το χρόνο, η μελωδία δεν κόλλαγε στα βήματά του. Πρώτη φορά, μετά από τόσα χρόνια, οι μουσικοί δεν μπορούσαν να  ακολουθήσουν ένα χορευτή και αυτός ήταν ο Τάπας.
Μια, δυο, τίποτες.
         Κι ύστερα, κάποιος άρχισε να το τραγουδά  σκόρπια, όπως του 'ρχονταν οι λέξεις, ό,τι είχε απομείνει στη μνήμη του από τότε που ήταν πιτσιρικάς  που τ' άκουγε να ξεχύνονται στα σοκάκια του χωριού, απ' τα στόματα των συνομηλίκων του, χρόνια και χρόνια πριν.

"Ορέ νοι Κλέφτες
Ξουρί-ξουρί ξουρίζονταν
Γυαλί-γυαλί γυαλίζονταν..."

      Ο Τάπας έκλεισε για λίγο τα μάτια. Ήξερε πως δεν θα τα κατάφερναν. Και τότε, με μια πίκρα πάνω του κάθισε πάλι στη καρέκλα.
    -Αν είχα τώρα τον Ρέμε με το βιολί του εδώ, θα έβαζα το ταψί κάτω και θα χόρευα πάνω του... Μόνο ο Ρέμες μπορεί να με χορεύει στους Κλέφτες. Ρε γλέντια που έχω κάμει με τον Ρέμε…
       Έγειρε πίσω και σώπασε. Κανείς δεν μίλησε. Κανείς δεν τόλμησε να γελάσει. Γιατί όλοι κατάλαβαν πως εκείνο το βράδυ, ο Τάπας δεν έχει τον χορό. Έχασε κάτι πολύ πιο βαθύ: τη μουσική που είχε χαραγμένη μέσα του, τον ρυθμό που μόνο ένας άλλος άνθρωπος ήξερε να του δίνει.
      Καθίσαμε  δίπλα του και αρχήσαμε συζήτηση.
Καθώς ο Τάπας μάς εξηγούσε πώς χορεύει τους κλέφτες, εγώ τον φανταζόμουν να τους χορεύει αληθινά μπροστά μου. Ένας δυνατός άντρας, στητός σαν κυπαρίσσι, να στριφογυρίζει ξυπόλητος πάνω στο ταψί, μισό γονατιστός, με το κορμί του να πάλλεται στον ρυθμό. Και πίσω του, ένας άλλος άντρας, ο ίδιος λεβέντης, να τον κρατά γερά από το μαντίλι, δίνοντάς του στήριγμα και ρυθμό, σαν να κρατούσε κάτι ιερό.
        Μια στιγμή σιωπής απλώθηκε γύρω μας, σαν όλοι να προσπαθούσαν να δουν με τα μάτια της ψυχής αυτόν τον χορό που κανείς μας δεν μπορούσε να χορέψει.
     Ένας χωριανός με πλησίασε και, χαμηλόφωνα, με ένα μειδίαμα γεμάτο νόημα, είπε:
     -Καλά μου έλεγε ο Παφήλας. Ευτυχώς που δεν ξέρεις ο κόσμος χορό, και τρώνε ψωμί τα βιολιά.
Χαμογέλασε και έδειξε με το χέρι προς τα σύνορα.
-Τα καλά τα βιολιά είναι από κει. Πέρα από τα σύνορα. Βλέπεις; Να που και οι καλοί χορευτές από κει είναι.
     Ο Τάπας δεν ήταν ντόπιος. Ήρθε στο χωριό μας ως γαμπρός, αλλά η καρδιά και το πάτημά του ήταν αλλού, στο Παρακάλαμο Ιωαννίνων, εκεί που τα βιολιά μιλούν τη γλώσσα των παλιών κι οι χοροί δεν είναι απλώς διασκέδαση, είναι μνήμη, ψυχή και χαρά.

Ο Χορός που Έμεινε Μνήμη

     Καθώς περνούσαν τα χρόνια, η εικόνα του Τάπα να μιλάει για τον χορό των Κλεφτών έμενε χαραγμένη στη μνήμη μου, σαν ένα παλιό, καλά φυλαγμένο μυστικό. Τον έβλεπα ακόμα, ένα γεροδεμένο άντρα ολοζώντανο  να στριφογυρίζει ξυπόλητος  με το βλέμμα του καρφωμένου στον ρυθμό, το κορμί του να δίνεται, σαν να μην έσερνε πάνω του την ψυχή όλων των ανθρώπων που είχαν χορέψει πριν από αυτό.

      Και ύστερα, στα μέσα της δεκαετίας του 1980, για πρώτη φορά, είδα να χορεύουν τους Κλέφτες μπροστά μου. Ήταν σε μια γιορτή εκδήλωση στα Βρυσερά, όπου τα παιδιά της Άνω Δερόπολης σηκώθηκαν να χορέψουν, με τον Παντελή Ζήση στο κλαρίνο να τους δίνει τον ρυθμό.

    Χόρεψαν λεβέντικα, με πάθος και φλόγα. Τα βήματά τους σταθερά, τα κορμιά τους στητά σαν δέντρα στον άνεμο, οι κινήσεις τους γεμάτες περηφάνια και το κλαρίνο να ξεσηκώνει, να σέρνει τις ψυχές στον ρυθμό του.
    Και όμως… δεν ήταν οι Κλέφτες που χόρευε ο Τάπας.
      Δεν ήταν ο χορός που είχα φανταστεί εκείνη τη νύχτα, όταν μας περιέγραψε με πάθος τη στιγμή που ο Ρέμες έπιανε το βιολί κι εκείνος ανέβαινε στο ταψί. 
    Δεν είχε το ίδιο βάρος, την ίδια μυσταγωγία.    
Δεν είχε το αόρατο νήμα που ένωνε τον χορευτή με μια άλλη εποχή, εκείνη που χανόταν στις ιστορίες των γερόντων και στα τραγούδια που έλεγαν χαμηλόφωνα, πριν να πάρει το ρεύμα.

    Ήταν ένας ωραίος χορός, αλλά δεν ήταν ο χορός του Τάπα.



Χρήστος Γιάννης

8 Οκτωβρίου 2019


Τελευταία σύνταξη 17.2.2025


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΤΟ ΦΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΣΤΑΥΡΟ ΣΤΟ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΣΤΟ ΒΟΥΛΙΑΡΑΤΙ

      ΤΟ ΦΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΣΤΑΥΡΟ ΣΤΟ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΣΤΟ ΒΟΥΛΙΑΡΑΤΙ        Το Βουλιαράτι είναι ξακουστό χωριό και γνωστό πως  έχ...