Από παλιά, στο άκουσμα πως πλησιάζει γάμος, η πρώτη κουβέντα στο χωριό ήταν πάντα η ίδια: “Ποιος θα παίξει τα βιολιά;” Γιατί από τα βιολιά φαινόταν αν η χαρά θα ήταν μεγάλη, αν ο χορός θα σηκώσει σκόνη στην αυλή και αν το κέφι θα κρατήσει ως το ξημέρωμα. “Ο τάδε θα παίζει;” – “Α, τότε θα ’χουμε καλό γάμο! Θα χορέψουμε με την ψυχή μας, θα το ευχαριστηθούμε.”
Μα δεν ήταν μόνο τα βιολιά. Όσο πιο πίσω πάμε, τόσο ανακαλύπτουμε κι άλλα μυστικά της χαράς. Γιατί το ίδιο ερώτημα, άλλοτε εξίσου σημαντικό, ήταν: “Και ποιος θα ’ναι ο μάγειρας;” Από τον μάγειρα εξαρτιόταν το καλό φαγητό, εκείνο που θα έδινε δύναμη στους καλεσμένους να αντέξουν το γλέντι. Αν ήταν ξακουστός, όλοι έλεγαν με σιγουριά: “Θα φάμε καλά· έχει χρυσά χέρια, θα φύγουμε χορτάτοι και ευχαριστημένοι.”
Έτσι, η φήμη ενός γάμου δεν χτιζόταν μόνο με τις δοξαριές του βιολιού ούτε με τα καζάνια του μάγειρα· χτιζόταν με μια αλυσίδα, όπου το ένα κρίκο τον έπιανε ο άλλος. Στα χωριά όλοι γνώριζαν όλους· ήξεραν τι να περιμένουν, κι ας μην μπορούσαν να το αποφύγουν. Στον γάμο καλούνταν πάντα όλο το σόι, οι γείτονες, οι φίλοι οι εκλεκτοί. Κι αυτοί κουβαλούσαν μαζί τους τα νταπιέτια και τις ιδιοτροπίες τους, που ο νοικοκύρης έπρεπε να τα υπολογίσει. Γνώριζε τον καθένα και από την καλή και από την ανάποδη, μα δεν είχε το δικαίωμα να απορρίψει κανέναν· καλοί ή κακοί, όλοι όσοι είχαν θέση στο τραπέζι θα ήταν καλεσμένοι.
Κι εκεί άρχιζε ο μεγάλος πονοκέφαλος. Γιατί ήτανε γνωστό: κάπου στη μέση του γάμου, όταν το ρακί έρρεε σαν ποτάμι από τις κανάτες, οι μεθυσμένοι θα έκαναν την εμφάνισή τους. Άλλοι ήπιοι, με καλοσύνη στο μεθύσι τους, κι άλλοι σκληροί, έτοιμοι να ανάψουν φωτιές. Και τότε, χρειαζόταν τέχνη μεγάλη, να μη χαλάσει το γλέντι. Μα πάντα βρίσκονταν οι μαστόροι· εκείνοι που ήξεραν να κατεβάζουν τα πνεύματα, να χαμογελούν την κατάλληλη στιγμή, να σβήνουν τις σπίθες πριν γίνουν φλόγες. Έτσι οι γάμοι έμεναν αλώβητοι, και η χαρά συνέχιζε τον δρόμο της ώσπου να την πάρει το ξημέρωμα.
Αυτοί, με τις δικές τους συνήθειες και ρυθμούς, προσφέρουν κάτι μοναδικό στη μέρα του γάμου, μετατρέπουν τη σε μια γιορτή γεμάτη χαρά, γέλιο και φυσικά μουσική. Μέσα από το χορό, τα τραγούδια και τις ιστορίες τους, οι καλεσμένοι γίνονται μέρος του θεάματος, δημιουργώντας την ατμόσφαιρα που χαρακτηρίζει τις πιο όμορφες στιγμές της εκδήλωσης.
Συγκεκριμένα, θα αναφερθώ στους μεθυσμένους: αυτούς που, με "το άγραφο έθιμο της φασαρίας και του θεατρικού θεάματος", καταφέρνουν να προσδώσουν μια μοναδική εικόνα και ζωή στη γιορτή.
Η εικόνα των μεθυσμένων, γεμάτων ενθουσιασμό και χωρίς περιορισμούς, είναι κάτι που ξεχωρίζει στη μέρα του γάμου, καθώς η ατμόσφαιρα γεμίζει από αστείες και συχνά ανατρεπτικές σκηνές.
Ο καθένας με το δικό του μεθύσι. Άλλος πίνει, μεθάει και πάει για ύπνο, άλλος πιάνει μια άκρη και χαζεύει με τον δικό του μεθυσμένο τρόπο, χωρίς να ενοχλεί κανέναν.
Υπάρχουν όμως και εκείνοι της φασαρίας, που μεθάνε και αναλαμβάνουν ρόλο καβαλάρη, ενώ οι πιο ψυχραίμοι προσπαθούν να τους συγκρατήσουν.
Η φασαρία αυτή, γεμάτη αγωνία για τον νοικοκύρη, αλλά και γέλια και σπαρταριστές στιγμές για τους άλλους, δημιουργεί το πιο απρόβλεπτο και ζωντανό θέαμα, δίνοντας μια νέα διάσταση στην παραδοσιακή τελετή. Αναδεικνύει την ανθρώπινη πλευρά της γιορτής, κανοντάς την όχι μόνο μια διαδικασία, αλλά και μια αληθινή, συγκινητική στιγμή που τους συνδέει ανθρώπους με τη χαρά, την αγωνία και την ενέργεια του στιγμιαίου πνεύματος της παράδοσης.
Τα τραπέζια των αντρών είναι γεμάτα μεζέδες, το ρακί ρέει άφθονο, τα ποτήρια σηκώνονται ψηλά, και τα μουστάκια ανασηκώνονται με περηφάνια. Δίπλα, τα βιολιά δίνουν ζωή στη γιορτή.
Μαζί τους, όμως, έρχεται και η αγωνία για τη στιγμή που η χαρά μπορεί να διακοπεί.
Στους περισσότερους γάμους, πάντα υπήρχε εκείνος ο «γνωστός ο μεθυσμένος» που τραβάει τα βλέμματα και γίνεται το επίκεντρο της προσοχής, προκαλώντας συχνά μικροεντάσεις.
Εκεί εμφανίζονται οι ψυχραιμότεροι, αυτοί που ξέρουν πώς να συγκρατήσουν τα πνεύματα πριν τα πράγματα ξεφύγουν.
Οι καβγατζήδες στους γάμους ήταν συνήθως οι μεθυσμένοι. Αν και ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα, οι οικοδεσπότες τους γνώριζαν καλά και ήταν προετοιμασμένοι. Παρ' όλα αυτά, δεν καταφέρνουν να αποφύγουν τον καβγά τους, και ο κόσμος απολάμβανε το θέαμα.
Ο καθένας είχε το δικό του χούι. Κάποιος τα έβαζε με το ρακί, άλλος με τα βιολιά, άλλος με τον κόσμο. Έτσι, ο καθένας άναβε τη δική του φωτιά, που συνήθως το έλεγε το ρακί, το οποίο έμοιαζε σαν ένα γρήγορο προσάναμμα, που έβγαζε καπνό και έσβηνε πριν φανεί η φλόγα.
Όμως, αυτή η θέα δεν κρατούσε πολύ, γιατί οι πιο ψυχράιμοι ήξεραν πώς να τους αντιμετωπίσουν.
Ακριβώς, το μεθύσι και ο καβγάς είχαν τον ρόλο τους ως μέρος του θεάματος σε κάθε γάμο.
Όπως λέει η παροιμία, «το κάθε χωριό έχει τον τρελό του», έτσι και στο γλέντι, ο μεθυσμένος είχε τον δικό του ρόλο να προσφέρει την αλατοπίπερη νότα στην ατμόσφαιρα. Είτε με την ατάκα του, είτε με τον καβγά του, ήταν αναπόσπαστο κομμάτι του εορταστικού κλίματος.
Και στο τέλος, μετά τον καβγά, ξανά γέλια, ξανά τραγούδια, ξανά ποτήρια που σηκώνονταν ψηλά. Σαν να ήταν όλα προδιαγεγραμμένα, σαν να ήταν όλα μέρος μιας ιστορίας που δεν αλλάζει ποτέ.
Πολλές φορές, οι καβγάδες στους γάμους δεν ήταν απλώς φωνές και βαριές κουβέντες· έφταναν μέχρι το άγριο ξύλο, αν δεν επενέβαιναν οι ψυχραιμότεροι.
Όμως ο νοικοκύρης δεν ήταν αφελείς· έπαιρναν τα μέτρα τους και είχαν τον τρόπο πώς να τους αντιμετωπίσουν.
Βαθιά προσβεβλημένος, έτρεχε στον νοικοκύρη που απαιτούσε να του επιστραφεί το «κανίσκι», το δώρο που είχε φέρει στον γάμο, και έφευγε, αφήνοντας πίσω τη χαρά και την αταξία του γλεντιού.
Αυτό το χούι είχε σε όλους τους γάμους και ο νοικοκύρης, έχοντας προβλέψει την αναστάτωση του, πάντα φύλαγε το κανίσκι του στην άκρη, περιμένοντας τη στιγμή που τους ζητούσε πίσω. Προετοιμασμένος και ψυχραιμος, του το επέστρεφε χωρίς πολλά λόγια, ακολουθώντας την παλιά δοκιμασμένη τακτική.
Έτσι, ο μεθυσμένος γύριζε στο σπίτι του.
Και ο γάμος; Ο γάμος συνεχιζόταν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
Υπήρχαν και μεθυσμένοι που είχαν διαφορετικό χούι.
Όσο όμορφα κι αν ξεκινούσε ο γάμος, αυτοί πάντα σε κάποια στιγμή θα ξεκινούσαν τη φασαρία.
Όταν μεθούσαν, το νταηλίκι ήταν για εκείνους περηφάνια, ως εκεί που πολλές φορές, όπως ήταν μεθυσμένοι και ανίκανοι, προκαλούσαν ακόμα να αναμετρηθούν και με τα πρωτοπαλίκαρα του χωριού που φιλοξενήθηκαν στο γάμο.
Όσο κι αν προσπαθούσαν να τους αποφύγουν, κάποια στιγμή η υπομονή τελείωνε και τότε έπεφτε πάνω τους αλύπητο ξύλο.
Κι όμως, μυαλό δεν έβαζαν.
Στον επόμενο γάμο ήταν πάλι οι ίδιοι που προκαλούσαν και είχαν πάντα την ίδια τύχη.
Το μεθύσι τους ήταν τόσο έντονο που περνούσε τα όρια, με τη λογική να αφήσει τη σκέψη να την αναλάβει το ρακί και τη φασαρία να γίνει επιλογή του.
Ο γάμος, με τις εντάσεις και τις αναστατώσεις του, για εκείνους ήταν απλώς μια ευκαιρία να δεις την τέχνη της ισορροπίας, κάνοντας τα πάντα να επανέλθουν στην αρμονία τους.
Ήσαν οι άγραφοι σκηνοθέτες αυτού του κοινωνικού θεάτρου, που ξεδίπλωσαν κάθε πτυχή της ανθρώπινης φύσης.
Γιατί έτσι ήταν οι γάμοι τότε: ένα μυστήριο που έκρυβε μέσα του όλες τις όψεις της ζωής.
Χαρά και ένταση, φιλίες και αντιπαλότητες, φαγοπότι και καβγάδες, μουσική και μουστάκια σηκωμένα με περηφάνια.
Ένα θέατρο της κοινωνίας, όπου κάθε ρόλος ήταν γνωστός και κάθε πράξη, όσο απρόβλεπτη κι αν φαινόταν, ήταν τελικά.
Στη σκηνή του γάμου, όλα ακολουθούσαν την προδιαγεγραμμένη τους πορεία.
Και όπως λέει και η παροιμία πως:
«Το κάθε χωριό έχει και τον τρελό του»,
ο ρόλος τους ήταν αναπόσπαστος και έδινε τη μοναδική ουσία θεατρικό θέαμα, δίνοντας στην παράσταση της ζωής τη δική τους, ανεπανάληπτη σημασία, όπου η ανατροπή και η τάξη συνυπήρχαν σαν δυο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Και όμως:
Κανένας γάμος δε χάλασε από τους μεθυσμένους.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου