Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΡΙΖΑΣ (από το 1946 Μαύρη Ρίζα) ΚΑΙ ΟΙ ΜΥΘΟΙ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΧΑΟΣ ΣΤΗΝ ΝΕΑ ΤΑΞΗ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΕΠΤΑ ΤΗΣ ΜΥΘΙΚΑ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ.
Από το Πελακόν ως τη Ρίζα - Έπτά Μυθικά Τοπωνύμια της Ρίζας Μιλούν για την Αλλαγή του Κόσμου: Πελακόν, Μπουράτα, Εσωχή, Γκριοτί, Μέλιανη, Ρίζα, Αλατισιά του Κρόνου.
_______________________________
Η λαϊκή αφήγηση ενός μύθου αποτυπώνει την εμπειρία, τις αξίες και τη μνήμη ενός τόπου, ενώ η επιστημονική τοποθέτηση εξετάζει πηγές, προέλευση και ιστορικές διαδρομές του. Η πρώτη δίνει ζωή και νόημα στην παράδοση, η δεύτερη φωτίζει τις ρίζες και την εξέλιξή της μέσα στον χρόνο.
Όταν αναφερόμαστε σε τοπωνύμια ή μύθους, πρέπει να θυμόμαστε τη διάκριση μεταξύ λαϊκής και ακαδημαϊκής προσέγγισης. Η λαογραφία τα παρουσιάζει ως ζωντανές αφηγήσεις που φέρουν μνήμη, συμβολισμό και ταυτότητα του τόπου, ενώ η ακαδημαϊκή επιστήμη τα εξετάζει με τεκμηριωμένο τρόπο. Εμείς δεν είμαστε ακαδημαϊκοί, εδώ θα επικεντρωθούμε στη λαϊκή μνήμη και την καταγραφή του λαού, όπως τους δίνει η παράδοση: ζωντανούς μύθους, με ιστορίες που μεταφέρουν πολιτιστική ταυτότητα και τη σοφία των ανθρώπων που τις μετέδωσαν από γενιά σε γενιά. Πρόκειται απλώς για μια καταγραφή των μύθων της περιοχής μας, όπως τους διατήρησε η λαϊκή μνήμη, χωρίς επιστημονική ανάλυση, ώστε να αναδειχθεί η ζωντάνια της παράδοσης και η δύναμη της λαϊκής αφήγησης.
___________________
Ίσως η ιστορία της περιοχής να ξεχάστηκε,
μα αν την αναζητήσεις, …κάπου…, …κάποτε…, έχει γραφτεί.
Η λαϊκή αφήγηση, με τον δικό της τρόπο, γίνεται γνώση
και σε οδηγεί στις πηγές της ιστορικής αλήθειας.
Όποιος την ψάχνει, τη βρίσκει
και τη σώζει, είτε ως λαϊκή πληροφορία,
είτε ως επίσημο ιστορικό τεκμήριο.
Μυθολογία και Λαϊκή Πληροφόρηση
________________________
Οι λαϊκές παραδόσεις και οι τοπικές αφηγήσεις διατηρούν ζωντανές τις ιστορίες των μύθων αυτών, προσφέροντάς μας μια μοναδική ευκαιρία να αναβιώσουμε και να κατανοήσουμε τις βαθιές πολιτιστικές ρίζες της περιοχής.
Οι μύθοι, που διασώθηκαν από την αρχαιότητα μέσα από τη φωνή των προγόνων μας, έφτασαν μέχρι τη δική μας γενιά, υπενθυμίζοντάς μας ότι αυτά τα μέρη υπήρξαν στενά συνδεδεμένα με τους θεούς, τις πράξεις τους και την πίστη των ανθρώπων που συναντούμε σε τόπους ανά τον κόσμο, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική και παγκόσμια σχέση της περιοχής με τους αρχέγονους μύθους.
Ακριβώς αυτόν τον θεϊκό μύθο αποτύπωσαν οι άνθρωποι της περιοχής μέσα από τα τοπωνύμια, ονομάζοντας τα βουνά και τα φυσικά φαινόμενα με βάση τις δυνάμεις του παλιού και του νέου κόσμου που έφερε η θεϊκή αλλαγή. Μέσα από αυτές τις ονομασίες, μοιάζει σαν να επιδίωκαν να αφηγηθούν σε όσους θα έρχονταν αργότερα,την ίδια τη μετάβαση της κοσμικής τάξης.
Έτσι, λέγεται πως το όρον Πελακόν, το παλαιό όνομα του τόπου, μετονομάστηκε σε Μπουράτα κάτω από τη σκιά της νέας τάξης, για να θυμίζει τον κατακλυσμό και τη μεγάλη μάχη που έδωσαν οι Τιτάνες κατά τη μετάβαση από το Χάος στην Τάξη. Οι συνέπειες αυτής της τιτάνιας σύγκρουσης χαράχτηκαν στο ίδιο το τοπίο: στο «σχίσμα» που προκάλεσε ο κατακλυσμός, και στα «Γκριότια» που αυτός μετέφερε, πέτρες φορτωμένες με μνήμη, για να θυμίζουν τον μύθο της αλλαγής και της αναγέννησης του κόσμου.
Πελακόν ( μετανομάστηκε Μπουράτα)
Η ονομασία του όρους «Πελακόν» συμβολίζει το απέραντο πέλαγος του χάους του παλιού κόσμου με τα πελώρια αγάλματα του Κρόνου και των ανθρώπων, που υψώνονταν ως τον ουρανό με τους θεούς να έδιναν τιτανικές μάχες πάνω από το Λάμποβο. Η ονομασία αυτή δεν είναι τυχαία σηματοδοτεί πως η περιοχή συνδέεται άμεσα με τους μύθους της αρχαιότητας.
Ο μύθος, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στο Πελακόν επεκτείνεται με τον Κρόνο και φτάνει πέρα από αυτό, έως το κάστρο στο «Κόκκινο Λιθάρι», ανάμεσα στον Κρόγκι και το Βελιάχοβο.
Ο μύθος του Κρόνου και του Δία συνεχίζεται ακόμα πιο κάτω, στους "Στάβλους της Παλιαυλής", όπου ο τοπικός θρύλος θέλει τη Ρέα να γέννησε εκεί κρυφά τον Δία, για να τον γλιτώσει από τον πατέρα του, τον Κρόνο, που έτρωγε τα παιδιά του από φόβο μην του πάρουν τον θρόνο. Όπως και η αρχαία αφιέρωση στον Κρόνο στο χωριό "Κρόγκι", όλα αυτά συνδέονται με τον μύθο του θεού Κρόνου, που πάλεψαν οι Τιτάνες πάνω από το Λάμποβο, στο όρος Πελακόν, τα σημερινά Μπουράτα.
Ένας μύθος που τον συναντάμε σε πολλά μέρη, συνδεδεμένος κάθε φορά με την πίστη της περιοχής στους αρχαίους θεούς, ένας κρίκος που τον βρίσκουμε στην Κρήτη και, από εκεί, φτάνει ως την Ινδία. Άλλωστε, κατά τον Dr. Αλέξανδρου Δαμ. Ζενέτου, η ίδια η λέξη "Ινδία" σημαίνει «Εν-Δία», δηλαδή "ζουν εντός του Θεού Δία" φέροντας τους μύθους του Ολύμπου πολύ μακριά από την αρχική τους κοιτίδα.
«….Επί της κορυφής του βουνού, ως ομολογούν οι γεροντότεροι, εστημένα αγάλματα και περί τα αγάλματα άνθρωποι, των οποίων το μέγεθος έφθανεν εις τον ουρανόν και δια των χειρών των ου μόνον τους κεραυνούς αλλά και ραγδαιοτάτας βροχάς κατέβαζον. Διότι και τα βουνά ταύτα έπαθον πολύ, διότι οργισθέντες οι θεοί κατέβασαν πλημμύρας μεγάλας ώστε έρράισαν τα τέμπη των βουνών και ηνεώχθη δίοδος διά τα της Σωπικής και Τσιατίστης ύδατα τα οποία νυν σχηματίζουσι τον ΄Σωχάκον" ποταμό......» ...κλπ
Κατά την ερμηνία του Dr. Αλέξανδρου Δαμ. Ζενέτου, το όνομα «Πελασγικόν», καθώς η λέξη «Πελασγός» προέρχεται από το «Πελάγιος», που σημαίνει «θαλασσινός» και σχετίζεται με τη λέξη «πέλαγος» (θάλασσα). Αυτό υποδηλώνει ότι η καταγωγή των κατοίκων αυτής της περιοχής πρέπει να ήταν από τους Πελασγούς, τους θαλασσοπόρους Άτλαντες της Μεσογείου, οι οποίοι, με τα ισχυρά τους καράβια, ταξίδευαν σε όλη τη γη.
Τα Μπουράτα: Η Θεϊκή Θύελλα της Μεταμόρφωσης
Τα Μπουράτα, τοπωνύμιο που δόθηκε στην περιοχή μετά τον μεγάλο θεϊκό κατακλυσμό, προϋπήρχαν με την ονομασία Πελακόν, ένα όνομα που οι παλαιότεροι απέδιδαν στην πελασγική εποχή, όταν το τοπίο δεν είχε ακόμη υποστεί την μεταβολή των μεγάλων δυνάμεων.
Η λέξη "Πελακόν" ενέχει την έννοια της απεραντοσύνης, ενός πελάγου που απλωνόταν εκεί που σήμερα στέκονται οι λόφοι και οι κοιλάδες. Όμως, σύμφωνα με τον τοπικό μύθο, οι θεοί εξοργίστηκαν από την αλαζονεία και αποφάσισαν να ρίξουν τη θεϊκή τους οργή, κατεβάζοντας τα νερά του ουρανού με δύναμη που «όμοιά της δεν είχε ξαναδεί η γη».
Η μετονομασία του τόπου σε Μπουράτα δεν είναι απλώς γλωσσική αλλαγή, είναι κοσμογονική ένδειξη: σηματοδοτεί τη μετάβαση από την παλιά τάξη πραγμάτων στην αναγέννηση ενός νέου κόσμου, μετά τη θεϊκή τιτανομαχία.
Το ίδιο το τοπίο διαμορφώθηκε ως απόηχος αυτής της σύγκρουσης.
Το Σχίσμα της Σούχας, μεγάλο φυσικό ρήγμα στην καρδιά της περιοχής, ερμηνεύεται ως το σημείο όπου "άνοιξε η γη" για να καταπιεί τα παλαιά θεϊκά σώματα.
Τα Γκριότια, διασκορπισμένα σε λόφους και κοιλώματα, θεωρούνται θραύσματα αυτής της τιτάνιας σύγκρουσης, λιθάρια φορτωμένα με τον μύθο της πτώσης.
Η λέξη «Σχίσμα», όπως απαντάται στη μυθική γλώσσα της περιοχής, δεν σημαίνει μόνο ρήξη ή διαχωρισμό, είναι η απεικόνιση μιας βαθιάς πληγής, ενός τραύματος που φέρει το τοπίο από την εποχή του κατακλυσμού του Νώε.
Οι παλιοί έλεγαν πως τότε ράγισε το βουνό των Πελακόν, σχίζοντας την καρδιά του σε δύο μεγάλες πλευρές. Το ρήγμα αυτό δεν ήταν φυσικό μόνο, ήταν θεϊκό, αποτέλεσμα της τιμωρίας, ή ίσως της θεϊκής απόφασης να επαναπροσδιοριστεί ο κόσμος από την αρχή.
Έτσι, η Σούχα δεν είναι απλώς ένα χωριό. Είναι το σύμβολο της κατακλυσμιαίας τομής, το στόμιο της εσοχής, όπου το παλιό καταποντίστηκε και το νέο αναδύθηκε, γεμάτο λάσπη, φόβο, αλλά και υποσχέσεις. Τοπωνύμιο, τοπίο, και λόγος ενώνονται σε μία συμπαγή μυθική αφήγηση, όπως ήξεραν να την υφαίνουν οι παλιοί στα χειμωνιάτικα τζάκια, μεταδίδοντας στους νεότερους όχι μόνο μνήμες, αλλά και το ίδιο το νόημα της αλλαγής.
Τα Γκριότι: Οι Όγκοι της Μνήμης και της Καταστροφής
Η λέξη «Γκριότι» δεν είναι απλώς ένα τοπωνύμιο. Είναι μια συμπύκνωση μνήμης και υλικού όγκου, ένας λεκτικός αναχρονισμός που κουβαλάει στο σώμα του πέτρες, χαλίκια και ιστορίες. Προέρχεται, σύμφωνα με την τοπική ερμηνεία, από τη ρίζα «γκρος», όρο που χρησιμοποιείται στη ναυτική ορολογία για να δηλώσει τη συνολική χωρητικότητα ενός πλοίου, ένα μέτρο του όγκου, του βάρους, του φορτίου. Κατά την τοπική φωνολογική εξέλιξη, το «γκρος» μεταπλάθεται σε «γκροτ», έπειτα σε «γκριότ(ι)», διατηρώντας ακέραιο το βάρος της έννοιάς του: τον βαρύ, γεμάτο όγκο, φορτωμένο τόπο.
Δεν αποκλείεται, μάλιστα, πως στην πεδιάδα της Δρυϊνουπόλεως, υπάρχουν και άλλες τέτοιες μάζες, παρόμοιοι λιθώδεις όγκοι, που δεν έχουν καταγραφεί ή ονοματιστεί, αλλά που φέρουν τα ίδια φυσικά και μυθικά χαρακτηριστικά: επιβλητικοί σωροί από χαλίκια και πέτρες, σημάδια της πλημμυρικής εκείνης στιγμής που έσβησε τον παλιό κόσμο και έφερε το νέο.
Η Ρίζα της περιοχής Δρυϊνουπόλεως: Εκεί όπου Ρίζωσαν οι Μύθοι και Γίνονται Ιστορία
Η σύνδεση της Ρίζας με τον κατακλυσμό και οι αφηγήσεις για τις πέτρες που «κατέβηκαν» από τα βουνά, τα Γκριότι που απλώθηκαν στις πεδιάδες, προσφέρουν ένα πολύτιμο υλικό για την ερμηνεία του παρελθόντος. Δεν πρόκειται μόνο για φυσικά φαινόμενα, αλλά για συμβολικά μυθικά τοπία που οι άνθρωποι τα έντυσαν με θεϊκές μυθικές προθέσεις και μεταφυσικούς φόβους. Εκεί, στη Ρίζα, η φύση και ο Θεός συνομίλησαν, αφήνοντας πίσω τους μια γλώσσα από πέτρα και μύθο.
Στρατιωτικός χάρτης που αναφέρει το ύψωμα 1488 ως «Μπουράτα» και το ύψωμα 669 «Ραδάτ»
Οι Λέξεις ως Ιστορία: Τοπωνυμίες με Ελληνική Ρίζα
Αυτές οι μεταβολές αποδεικνύουν ότι πολλές τοπωνυμίες της περιοχής έχουν βαθιά ελληνική ρίζα, η οποία στη συνέχεια προσαρμόστηκε φωνητικά σύμφωνα με την τοπική ιδιωματική προφορά και την καθημερινή χρήση των κατοίκων. Η προφορά αλλοιώθηκε με την πάροδο του χρόνου, όμως η ετυμολογική ουσία των λέξεων παρέμεινε ζωντανή στον λαϊκό λόγο, διατηρώντας τη σύνδεση με το παρελθόν.

7- Μελία (Μέλιανη)
Η Αρχαία Πόλη της Μέλιανης (Πελάνης) και η Ιστορική της Σημασία
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα μπορεί να δοθεί μόνο από τη συνέχεια της έρευνας και του χρόνου. Αρχαιολογικές ανασκαφές ή αρχειακές ανακαλύψεις μπορεί να ρίξουν φως σε αυτήν την αινιγματική σύνδεση. Για την ώρα, μένει μόνο μια υποψία, μια σκέψη που αφήνω εδώ, σαν σπόρο σε γόνιμο έδαφος πως τα τοίχοι της αρχαίας Μέλιανης όπως σε όλα τα μνημεία πρέπει να χτίστηκε σε παλιότερο προ ελληνικό μυθικό μνημείο που συμπληρώνει το παζλ που ο μύθος έγραψε και αποτύπωσε τον μύθο της μετάλλαξης του παλιού με του νέο.
Τα ερείπια της Μέλιανης, παραμένουν αναξιοποίητα και ανεξερεύνητα, στοιχίζοντας την περιοχή με ένα πέπλο μυστηρίου. Μπορεί τα στοιχεία αυτά να κρατούν το κλειδί για την αποκάλυψη πτυχών που λείπουν από την τοπική ιστορία.
Η συνύπαρξη του φυσικού πλούτου και των στρατηγικών πλεονεκτημάτων αποτυπώνει τη σημασία αυτής της γης στα αρχαία χρόνια και καλεί την επιστήμη να φωτίσει τα σκοτάδια της λήθης, ώστε οι ιστορίες να ξαναγίνουν φως και μνήμη.
Τι σημαίνει Μέλιανη;
Έτσι, η ονομασία της περιοχής αποκτά μυθολογική διάσταση, ενισχύοντας την πολιτισμική κληρονομιά και τη σύνδεση της γης με τη φύση και τους θεϊκούς χαρακτήρες της αρχαίας ελληνικής θρησκευτικής παράδοσης.
Μελία: Η Νύμφη των Δέντρων και ο Αντίλαλος της σε Ιερά Τοπία
- Καταγωγή της Μελίας
- Μελία, σύζυγος του Ίναχου
- Οι Μελίες και ο Σύνδεσμός τους με τον Άνθρωπο
Σύμφωνα με τη Θεογονία του Ησιόδου, οι Μελίες γεννήθηκαν από το αίμα του Ουρανού όταν τον ευνούχισε ο Κρόνος. Από το αίμα που έπεσε στη Γη (Γαία) δημιουργήθηκαν οι Ερινύες, οι Γίγαντες και οι Μελίες.
Ωστόσο, υπάρχουν ενδείξεις ότι ορισμένες περιοχές έφεραν τοπωνύμια που σχετίζονταν με Νύμφες, υποδεικνύοντας μια μορφή τοπικής λατρείας ή σεβασμού. Για παράδειγμα, η πόλη Θίσβη στη Βοιωτία φέρεται να πήρε το όνομά της από μια ομώνυμη νύμφη του τόπου.
Επιπλέον, στην Κεφαλονιά, το λιμνοσπήλαιο της Μελισσάνης, γνωστό και ως "Σπήλαιο των Νυμφών", συνδέεται με νύμφες και νερό, υποδεικνύοντας μια πιθανή λατρευτική σχέση με τις Μελίες.
Ενώ δεν υπάρχουν συγκεκριμένοι γνωστοί ναοί αφιερωμένοι στη νύμφη Μελία, η παρουσία τοπωνυμίων και φυσικών τοποθεσιών που φέρουν το όνομά της ή σχετίζονται με νύμφες γενικότερα, υποδηλώνει ότι υπήρχαν περιοχές όπου οι νύμφες τιμούνταν ή συνδέονταν με τοπικές παραδόσεις και λατρείες.
Λοιπόν, γύρω στο 120 μ.Χ., όταν ο αυτοκράτορας Αδριανός ίδρυσε την πόλη του, η ονομασία της Μέλιανης ως σύμβολο μυθικού στοιχείου, φαίνεται πως παρέμεινε αμετάβλητη. Και τότε γεννιέται εύλογα η σκέψη πως η Μέλιανη δεν ήταν δημιούργημα της ρωμαϊκής ισχύος, αλλά προϋπήρχε, όχι απλώς ως γεωγραφικός τόπος, αλλά ως ιερό αποτύπωμα, ένα μυθικό μνημείο χαραγμένο στο τοπίο, ίσως κρυμμένο μέσα σε πυκνά δάση ή περιτριγυρισμένο από μελιές. Ένας τόπος αφιερωμένος στη νύμφη Μελία και στις αρχέγονες μορφές της τοπικής παράδοσης.
Και είναι λογικό να υποθέσει κανείς πως ο αυτοκράτορας Αδριανός, γνωστός για τον σεβασμό του προς το παρελθόν, δεν θα παρέκαμπτε έναν τόπο με τόσο έντονα μυθικά στοιχεία όπως η Μελία. Αντιθέτως, είναι πιθανό να διείδε τη βαθιά σημασία του και, αντί να τον αποσιωπήσει, να τον ενσωμάτωσε, προσδίδοντάς του νέο κύρος και λαμπρότητα. Εκεί, στη σκιά της Μελίας, είτε ως Μέλιανη είτε ως Πέλανη, να ίδρυσε την Αδριανούπολη, με τρόπο που θα τιμούσε όχι μόνο τον ίδιο τον μύθο, αλλά και το όνομά του; Έχτισε, δηλαδή, τη νέα πόλη πάνω στο αποτύπωμα της παλαιάς, μετατρέποντας τη Μέλιανη σε σύμβολο μιας σύνθεσης του παλιού που υπηρετεί το νέο και έτσι απέδωσε ιστορικό βάρος στον τόπο, και ταυτόχρονα άφησε μέσα στο άγραφο, αλλά ισχυρό αρχείο της μνήμης, τα ίχνη ενός μύθου που, από τότε, δεν έπαψε να φέρει μαζί του και το δικό του όνομα;
Ίσως, τελικά, η Μέλιανη να χτίστηκε σε δύο περιόδους: η πρώτη, για να τιμηθεί η Μελία και ό,τι εκείνη ενσάρκωνε για τους προαιώνιους κατοίκους της Ρίζας, η δεύτερη, όταν η παρουσία του Αδριανού πρόσθεσε σ' αυτόν τον τόπο τον λίθο της ρωμαϊκής εξουσίας, χωρίς όμως να σβήσει τον μύθο, αλλά αναδεικνύοντας το ιερό που ένωνε τον ουρανό με τη γη.
Μετά από τόσα χρόνια, είναι πολύ πιθανό να έχουν καλυφθεί με χώμα ή να έχουν αλλοιωθεί από τη φθορά του χρόνου και να μην είναι πλέον ορατά. Κι όμως, αν διασωθεί κάποιο ίχνος τους, θα ήταν σημαντικό να αναλυθεί αν απεικονίζονται μορφές που σχετίζονται με τη νύμφη Μελία ή αν παρουσιάζονται ομοιότητες με άλλες γνωστές μορφές νυμφών.
Αν κάτι τέτοιο αποδειχθεί, τότε ίσως η Μέλιανη να μην ήταν απλώς ένας τοπικός οικισμός, αλλά να αποτελούσε μια τοπική εκδοχή ενός ιδιαίτερα σημαίνοντος χώρου, με ρόλο κοινωνικό, θρησκευτικό και, σε μεταγενέστερους χρόνους, ίσως και διοικητικό, στενά συνδεδεμένου με την ίδια την πόλη της Αδριανούπολης.
Η παρουσία της νύμφης Μελίας, της νύμφης των δασών, της ζωογόνου φύσης και της αρμονίας, θα μπορούσε να λειτουργεί ως σύμβολο αυτού του χώρου, υπογραμμίζοντας τον ιδιαίτερο ρόλο της Μέλιανης μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της Αδριανούπολης.
Άλλωστε, η συνύπαρξη των δύο αυτών τοπωνυμίων καταγράφεται ιστορικά στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, όπως μαρτυρά και η σχετική αναφορά: «...ην πόλις κτισθείσα τω 120 μ.Χ. υπό Αδριανού, ταύτης δε καταστραφείσης αναδείχθη τω 550 μ.Χ.». Η φράση αυτή αποτυπώνει την ιστορική συνέχεια, την καταστροφή και την αναγέννηση, όπου το νέο αναδύεται από τα ερείπια του παλιού και ίσως, σε αυτή την αναγέννηση, η Μέλιανη να διατήρησε μια μνήμη, μια παρουσία, ή έστω έναν υπαινιγμό του ιερού.
Η ταυτοποίηση, φυσικά, ανήκει στους αρχαιολόγους. Μόνον η αρχαιολογική έρευνα μπορεί να απαντήσει με ασφάλεια στο ερώτημα αν η Μέλιανη υπήρξε ξεχωριστή πόλη ή αν αποτελούσε απλώς μια προέκταση, έναν συνοικισμό ή και έναν ειδικό λειτουργικό τομέα της ίδιας της Αδριανούπολης ή αλλιώς, της αρχαίας Δρυϊνουπόλεως.
Η Μέλιανη, σε αυτό το πλαίσιο, δεν θα είναι απλώς ένας χαμένος τόπος, αλλά ένας κρίκος στην ιστορική αλυσίδα που συνδέει τις μυθικές μνήμες των νυμφών με τις ιστορικές καταγραφές της ρωμαϊκής εποχής. Μια γέφυρα ανάμεσα στο φυσικό και το πολιτισμικό, στο ιερό και το κοινωνικό, στον μύθο και την αρχαιολογία.
Αρχαία ευρήματα στην περιοχή της Ρίζας
Παρά τη σημασία αυτών των ευρημάτων, η πλειονότητά τους είτε δεν έχει μελετηθεί διεξοδικά από τους αρχαιολόγους, είτε δεν έχει δημοσιοποιηθεί επίσημα η ερμηνεία και ο προσδιορισμός τους. Τα περισσότερα από αυτά προέκυψαν από τυχαίες γεωργικές εργασίες και όχι από συστηματική ανασκαφή, γεγονός που δυσχεραίνει την ακριβή τοποθέτησή τους στο ιστορικό πλαίσιο.
Ένα ακόμη μεγάλο μυστήριο παραμένει άλυτο στην περιοχή της Άνω Επισκοπής, όπου στον κάμπο εντοπίστηκαν μαρμάρινα τμήματα που φαίνεται να ανήκουν σε σαρκοφάγο ίσως προαρχαίων ελληνικών χρόνων. Αυτά τα ευρήματα ενισχύουν την πεποίθηση ότι η περιοχή κρύβει ακόμα πολλά μυστικά και θησαυρούς που περιμένουν την αποκάλυψή τους.
Αν και η ανακάλυψη αυτών των μνημείων υποδηλώνει την ύπαρξη σημαντικού αρχαιολογικού πλούτου, η ακριβής χρονολόγηση και η ιστορική τους ταυτοποίηση παραμένουν ζητήματα που απαιτούν περαιτέρω μελέτη.
Η πλήρης κατανόηση και αποκάλυψη των ιστορικών πτυχών της περιοχής είναι ζήτημα που ανήκει στους ειδικούς αρχαιολόγους, οι οποίοι θα μπορέσουν να αναλύσουν διεξοδικά τα ευρήματα και να τα εντάξουν στο ευρύτερο πολιτισμικό και ιστορικό πλαίσιο.
Εκεί όπου κάποτε άνθισαν δύο αρχαίες πόλεις, η Δρυϊνούπολη, γνωστή και ως Αδριανούπολις κατά την εποχή του Αδριανού, και η Κλαυδιανή, επί της βασιλείας του Κλαυδίου, ξεδιπλώνεται σήμερα η αθέατη ιστορία της περιοχής.
Τα νέα θεμέλια νέων πόλεων πάνω σε παλαιότερα προ ελληνικά θρησκευτικά μυθικά μνημεία;
Άρα, τα λίγα σωζόμενα κείμενα αναφέρουν μόνο ότι η επισκοπή που μνημονεύεται είναι η Επισκοπή Τεγάτες Δρυϊνούπολις, η οποία αποτελούσε τμήμα της πόλης, γνωστής επίσης ως Αδριανούπολις, χωρίς να προσδιορίζουν συγκεκριμένο χώρο. Μέχρι σήμερα δεν έχουν πραγματοποιηθεί ανασκαφές για να επιβεβαιωθεί η τοποθεσία της, αν και παλιά κτίσματα έχουν βρεθεί και ανασκαφτεί στο Αμφιθέατρο Σωφρατικών, το οποίο θεωρείται πιθανό να ταυτίζεται με τη Δρυϊνούπολη.
Μετά της Δρυϊνούπολις (ή Δρυνόπολις) της αρχαίας πόλης της Ηπείρου, η οποία άκμασε κυρίως κατά τη ρωμαϊκή εποχή, και ιδίως κατά τη βασιλεία του αυτοκράτορα Αδριανού (117–138 μ.Χ.), ο οποίος θεωρείται και ιδρυτής ή μεγάλος αναμορφωτής της πόλης. Σε κάποιες πηγές αναφέρεται και με το όνομα Αδριανούπολις, καθώς πιθανόν να ανασυστάθηκε ή αναβαθμίστηκε προς τιμήν του, πιθανόν να καταστράφηκε ή να ερημώθηκε σταδιακά κατά τους αιώνες μετά τον 5ο μ.Χ., λόγω επιδρομών και των ευρύτερων αλλαγών της εποχής στην περιοχή εμφανήζεται η
Κλαυδιανή Η Πόλη του Αυτοκράτορα Κλαυδίου
Αν και στη λαϊκή παράδοση η Κλαυδιανή τοποθετείται σε μικρά τμήματα, διασκορπισμένα σε μεγάλη απόσταση, από το Ραδάτες έως και τη Νεπράβιστα, στο ρίζωμα κάτω από τις ράχες της περιοχής, η πόλη αυτή φέρεται να διέθετε πολλά αποσπασματικά στρατιωτικά τμήματα, εγκατεστημένα σε διάσπαρτα σημεία.
Τέτοια στοιχεία όμως δεν έχουν ακόμη επιβεβαιωθεί με ιστορικά δεδομένα. Το αναφέρουμε απλώς ως καταγραφή της λαϊκής πληροφορίας, την οποία συγκεντρώσαμε και προωθούμε ως πηγή προς περαιτέρω έρευνα από τις επόμενες γενιές, που θα έχουν περισσότερες δυνατότητες και ευκαιρίες να τη διερευνήσουν μέσω επίσημων καταγραφών ή ανασκαφών, αν ποτέ προκύψουν.
Η Κλαυδιανή (ή Κλαυδιανή Πόλις) ήταν αρχαία πόλη στην περιοχή της σημερινής Ηπείρου, η οποία πήρε το όνομά της από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Κλαύδιο (41–54 μ.Χ.). Η ίδρυσή της ή η αναδιοργάνωσή της τοποθετείται στην περίοδο της βασιλείας του, δηλαδή στον 1ο αιώνα μ.Χ..
Η πόλη πιθανώς λειτουργούσε ως διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο, ενισχύοντας την παρουσία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου και στα Βαλκάνια. Η θέση της στην επικράτεια εξυπηρετούσε τη διατήρηση της τάξης και την οργάνωση των τοπικών πληθυσμών.
Η Κλαυδιανή άνθισε κυρίως τον 1ο και 2ο αιώνα μ.Χ., αλλά όπως και άλλες πόλεις της περιοχής, η ύπαρξή της φθίνει πιθανόν κατά τη μετάβαση στην ύστερη αρχαιότητα, λόγω των πολιτικών και κοινωνικών αναταράξεων της εποχής.
Εκτιμώμενη περίοδος καταστροφής:
Η καταστροφή της Κλαυδιανής τοποθετείται κυρίως στον 6ο-7ο αιώνα μ.Χ., όταν οι επιδρομές των Σλάβων και των Αβάρων προκάλεσαν σημαντική αναστάτωση και ερήμωση πολλών πόλεων και οικισμών στην περιοχή της Βαλκανικής, μεταξύ αυτών και της Κλαυδιανής.
Παρότι δεν έχουμε ακριβή χρονολογία, η πτώση της Κλαυδιανής εντάσσεται σ’ αυτήν την ευρύτερη περίοδο των μεγάλων μετακινήσεων και αλλαγών που σφράγισαν την ύστερη αρχαιότητα στη Βαλκανική.
Τεγάτες: Η Έδρα της Επισκοπής Δρυϊνουπόλεως
Η σημασία αυτής της περιοχής ενισχύεται από το γεγονός ότι η Επισκοπή Δρυϊνουπόλεως είχε την έδρα της στους Τεγάτες, καθιστώντας την έναν σημαντικό θρησκευτικό και διοικητικό κόμβο κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής περιόδου.
Ωστόσο, με τη μεταφορά της Επισκοπής από τους Τεγάτες, τα ίχνη της αρχικής έδρας χάνονται σταδιακά. Στη συνέχεια, στην ίδια περίπου περιοχή, εμφανίζεται το σημερινό χωριό Ραδάτες.
Η έλλειψη επαρκών στοιχείων για τους Τεγάτες αφήνει μια αίσθηση μυστηρίου γύρω από τη θέση και τη σημασία της πόλης αυτής, ενώ παράλληλα ενισχύει την ανάγκη για αναζήτηση των χαμένων κομματιών της τοπικής ιστορίας και του πολιτισμού που συνδέονται με την περιοχή.
Μέσα από τις φήμες, τα τοπικά διηγήματα και τις αφηγήσεις των παλαιότερων, αντλούμε στοιχεία που, παρότι δεν τεκμηριώνονται πάντα με επιστημονικό τρόπο, διατηρούν τη ζωντανή σύνδεση με το παρελθόν και παρέχουν χρήσιμες ενδείξεις για τις ιστορικές διαδρομές και την εξέλιξη της περιοχής.
Αυτές οι προφορικές μαρτυρίες αποτελούν γέφυρα ανάμεσα στη λησμονημένη ιστορία και την προσπάθεια ανασύνθεσής της, φωτίζοντας πτυχές που συχνά παραμένουν έξω από τα επίσημα αρχεία και τις γραπτές πηγές.
Επιπλέον, η πληροφορία ότι ο χώρος ενδεχομένως ανήκε στην Αγία Σοφία παραμένει αδιευκρίνιστη, καθώς δεν έχει επιβεβαιωθεί από ιστορικές ή αρχαιολογικές πηγές.
Οι ιστορικές πηγές αναφέρουν τη μετακόμιση της Επισκοπής Δρυϊνούπολης στη Γαρδή, και φαίνεται πως οι Τεγάτες καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της μετακίνησης.
Από την ανάλυση των στοιχείων, προκύπτει η εκτίμηση ότι οι Τεγάτες δεν ήταν απλώς ένα μικρό χωριό, αλλά πιθανότατα μια εκτεταμένη περιοχή που στέγαζε τις σαράντα εκκλησίες της Επισκοπής Δρυϊνούπολης, η οποία εκτεινόταν από την πηγή του Μάντζιφα στην Παναγία της Ελεούσας (Πιλακού ή Πελακού, δηλαδή Πελασγικόν, κοντά στο σημερινό όρος Μπουράτα) μέχρι τα νότια σύνορα του Ραδατιού με το Αργυροχώρι.
Η εμφάνιση των Τούρκων στην περιοχή και η κυριαρχία των αγάδων φαίνεται να επιτάχυναν την καταστροφή των εκκλησιών αυτών, οι οποίες, σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, υπήρχαν στον συγκεκριμένο χώρο και παρέμειναν κατεστραμμένες από τότε, αφήνοντας μόνο ίχνη στις φήμες και τις αφηγήσεις της τοπικής κοινότητας.
Η καταστροφή και η εγκατάλειψη της περιοχής συνέβαλαν στην αργή εξαφάνιση των ιστορικών και πολιτισμικών στοιχείων που την χαρακτήριζαν, δημιουργώντας ένα σκοτεινό κενό στο παρελθόν, το οποίο αναζητεί ακόμη απαντήσεις μέσω της λαϊκής μνήμης και της ιστορικής έρευνας.
Η τελευταία καταστροφή, που έπληξε ακόμη και τα λιγοστά απομεινάρια αρχαίων κτισμάτων σε πολλές περιοχές όπως και στον χώρο των Τεγάτων, συνέβη τη δεκαετία του 1970. Τότε, με το σύνθημα «Να μετατρέψουμε τα βουνά σε καρπερούς κάμπους», εξαφανίστηκαν και τα τελευταία ίχνη από τα θεμέλια των παλαιών αυτών εκκλησιών, στην πλαγιά από την Παναγία της Επισκοπής έως και πέρα, κοντά στα σύνορα με το Αργυροχώρι.
Ήταν μια θλιβερή καταστροφή, εκτελεσμένη κατ’ εντολή της άθεης κομμουνιστικής κυβέρνησης, η οποία εκείνη την εποχή δεν δίστασε να αφανίσει ό,τι πολύτιμο αρχαιολογικό εύρημα είχε απομείνει.
Όσα δεν έσωσε η λαϊκή πληροφορία, τα σώζει η ονομασία
Η λέξη «Τεγάτες» ή «Τεγκάτες», όπως συνηθίζεται να λέγεται στην περιοχή, φαίνεται να κρύβει μέσα της σημαντικά στοιχεία για την ιστορία και την ταυτότητα του τόπου. Παρά την έλλειψη πλήρων ιστορικών στοιχείων για την ύπαρξη ή την ακριβή θέση του χωριού, η ίδια η ονομασία φέρει μια αφηγηματική δύναμη, καταγράφοντας όσα η λαϊκή παράδοση δεν κατόρθωσε να διατηρήσει ζωντανά.
Παρότι αυτά, τα στοιχεία που δεν έχουν καταγραφεί επισήμως στις ιστορικές πηγές, διασώζονται μέσα από την τοπική παράδοση και την ονοματολογία, δείχνοντας την ισχύ της γλώσσας ως φορέα μνήμης και ιστορίας του τόπου.
Αυτή η ετυμολογία προσφέρει ένα βασικό κλειδί για την κατανόηση της ονομασίας, που δεν είναι απλώς τυχαία, αλλά άμεσα συνδεδεμένη με την έννοια της «στέγης», δηλαδή του τόπου όπου «στεγάζονται» σημαντικά ιστορικά και θρησκευτικά μνημεία και κοινότητες.
Η Σπηλιά της Ελεούσας: Μια Θεολογική και Πολιτιστική Κληρονομιά στην Καρδιά της Παράδοσης
Η σπηλιά του ασκητή, στο λάκκο της Ελεούσης Πιλακού πάνω από τον Ναό της Παναγίας Θεοτόκου Επισκοπής, που την πληροφορία αυτή, την έσωσαν και την μολογούνε οι Πισκοπιανοί.
Η ύπαρξη μιας σπηλιάς με τέτοιο όνομα λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στη φυσική πραγματικότητα και την πνευματική κληρονομιά της περιοχής, ενισχύοντας την πίστη και τη λατρεία των κατοίκων.
Η σπηλιά της Ελεούσας, με το θρησκευτικό και πολιτιστικό της φορτίο, φωτίζει την έντονη σχέση των κατοίκων με τον τόπο τους και αποτυπώνει τη βαθιά σύνδεση με τη θρησκευτική παράδοση που διατηρείται μέχρι σήμερα.
Υποθέτουμε ότι ο ασκητής που κατάφυγε εκεί, στον απόκρυφο λάκκο του βράχου, βρήκε το πιο ασφαλές καταφύγιο· και σε αυτό το κρυφό σπήλαιο έκρυψαν την εικόνα της Παναγίας της Ελεούσας, προκειμένου να τη σώσουν από την καταστροφή.
Πιθανότατα, όλα αυτά συνέβησαν αμέσως μετά την πτώση της Αδριανούπολης και την οριστική εξαφάνιση των Τεγάτων: τότε που η ερειπωμένη Επισκοπή και οι καταστραφείσες εκκλησίες άφηναν τα ιερά τους απομεινάρια στους ντόπιους, ώσπου ο ασκητής αναζήτησε μέσα στη σιωπή της σπηλιάς τον μοναδικό ασφαλή χώρο διάσωσης.
Η Παναγία Ελεούσα στην Εκκλησιαστική και Βυζαντινή Παράδοση
Κατά την εκκλησιαστική και βυζαντινή ιστορία της εικόνας, ο εικονογραφικός τύπος της Παναγίας Ελεούσας (ή «Ελεούσα») εμφανίζεται ήδη από τον 6ο αιώνα μ.Χ. Οι πρώτες γνωστές απεικονίσεις της εντοπίζονται στη βυζαντινή τέχνη και μαρτυρούν όχι μόνο την παλαιότητα, αλλά και τη θεολογική βαρύτητα του συγκεκριμένου τύπου.
Κύρια σημεία:
Ο όρος "Ελεούσα" προέρχεται από το "ελεήμων" δείχνει την Παναγία ως γεμάτη έλεος και μητρική στοργή.

Η σπηλιά του ασκητή, η «Σπηλιά του Πυλακού», βρίσκεται λίγο ψηλότερα από τον ναό της Παναγίας της Επισκοπής και διατήρησε τον χαρακτήρα της ως σημείο αναφοράς και λατρείας για τους κατοίκους. Μέσα στην «Πυλακού», η οποία ονομάστηκε έτσι από τον ασκητή (πυλ-ακός = γέροντας πλακός, π. χ. «πελασγικόν»), η πίστη έβρισκε καταφύγιο στα δύσκολα χρόνια των επιδρομών και των καταστροφών.
Παρά τις επανειλημμένες εχθρικές επιδρομές, ο ντόπιος λαός κατόρθωσε να διασώσει τα μνημεία και τις εικόνες της Παναγίας, που σήμερα μαρτυρούν αδιάψευστα τη διαχρονική θρησκευτική παράδοση της περιοχής.
Σε παλαιά κείμενα, όπως του Νικόλα Μυστακίδη, στους Τεγάτες αναφέρεται ρητά και η τοποθεσία «Πιλακού Ελεούσης», «Πιλακού» λοιπόν, κατά τον τοπικό λόγο, σήμαινε τον παλιό γέροντα (πελακός), τον ασκητή της σπηλιάς, και συνδέθηκε συμβολικά με το ιερό βουνό που φύλαγε την εικόνα της Ελεούσας.
Η ονομασία «Ελεούσα» ενισχύει τον ρόλο της Θεοτόκου ως προστάτιδας και ελεήτριας, υπογραμμίζοντας τη φιλανθρωπία και το έλεός της. Αυτή η θεολογική διάσταση συναντά άρρηκτα το τοπικό μυστήριο της σπηλιάς, όπου σύμφωνα με την παράδοση, έμεινε κρυμμένη η ιερή εικόνα της Παναγίας της Ελεούσας, διασωζόμενη από τις καταστροφές.
Έτσι, η σπηλιά δεν αποτελεί απλώς φυσικό καταφύγιο, αλλά και ζωντανό σύμβολο της ελεημοσύνης της Θεοτόκου, που, ακόμη και στα πιο ζοφερά χρόνια, φύλαγε την παρουσία της μέσα σε βράχους και σκοτάδι, και προστάτευε τους πιστούς της.
Οι ρόδακες και τα επαναλαμβανόμενα γεωμετρικά μοτίβα είναι χαρακτηριστικά της παλαιοχριστιανικής διακοσμητικής γλυπτικής που βρίσκουμε σε τέμπλα, επιτύμβιες πλάκες, κιβώρια και μαρμάρινα στοιχεία ναών εκείνης της περιόδου.
Η τεχνική και η πυκνότητα της διακόσμησης είναι επίσης συμβατές με πρώιμα χριστιανικά εργαστήρια, κυρίως σε περιοχές όπως η Εύβοια, η Αργολίδα, τα νησιά του Αιγαίου και η Κρήτη.
Κατά τον Ιωάννης Βιταλιώτης, Ερευνητής στο Κέντρο Έρευνας της Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Τέχνης της Ακαδημίας Αθηνών:
«Αναφορικά με τον ναό της Επισκοπής Δροπόλεως, όπως είναι γνωστός στην αρχαιολογική βιβλιογραφία, αυτός μπορεί να χρονολογηθεί, στην παρούσα μορφή, στους μετά εικονομαχικούς χρόνους, γύρω στον 10ο αιώνα. Κάποιες σημαντικές υστεροβυζαντινές προσθήκες στη βόρεια πλευρά, μπορούν να τοποθετηθούν στον 14ο αιώνα. Ορισμένες τοιχογραφίες ανάγονται στον ύστερο 15ο αιώνα.
Η μία επιγραφή είναι από τον Χριστό Παντοκράτορα και αποτελεί συμφυρμό δύο διαφορετικών ευαγγελικών χωρίων, Κατά Ιωάννην 7,24, Κατά Ματθαίον 6,14: ΜΗ ΚΡΙΝΕΤΑΙ ΚΞΑΤ ΟΨΗΝ ΑΛΛΑ ΤΗΝ ΔΙΚΑΙΑΝ ΚΡΙΣΗΝ ΚΡΙΝΑΤΑΙ Κ(αί) ΕΑΝ ΑΦΗΤΕ ΤΑ ΠΑΡΑΠΤΟΜΑΤΑ ΤΟΙΣ ΑΝ(θρώποις)..
Η δεύτερη επιγραφή μνημονεύει τη νέα τοιχογραφηση του ναού με πρωτοβουλία του επισκόπου Συμεών, η οποία ολοκληρώθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου του έτους 7019 (βυζαντινή χρονολογία, από κτίσεως κόσμου, αφαιρούμε το 5509, αφού είναι Σεπτέμβριος, δηλαδή ο πρώτος μήνας του βυζαντινού έτους, και μας δίνει το έτος 1510). Και αυτή η επιγραφή είναι δημοσιευμένη. Προφανώς στις αρχές του 16ου αιώνα έγιναν σημαντικές ανακαινιστικές εργασίες στον ναό, κάτι που υποδηλώνει μία βελτίωση της κατάστασης στην ευρύτερη περιοχή για τους χριστιανικούς πληθυσμούς. Φυσικά, βρισκόμαστε ήδη στην Τουρκοκρατία, που για την περιφέρεια Αργυροκάστρου ξεκινά κάπου στα 1430...»__________________________________
Αν και εδώ δεν έχω σκοπό να αναφερθώ εκτενώς σε αυτό το κομμάτι, το αναφέρω μόνο και μόνο ως ιστορικό χρονικό του Ναού, για τον οποίο έχουν γίνει ειδικές μελέτες από ειδικούς, και ήδη έχουν ανακοινωθεί πολλές σχετικές σκέψεις.

Το γεγονός ότι λίγο πάνω από τον Ναό, στη σπηλιά του ασκητή, βρέθηκε κρυμμένη η εικόνα της Παναγίας της Ελεούσας ενισχύει τον θρησκευτικό και πολιτιστικό χαρακτήρα της περιοχής και η Παναγία Γενέσιο της Θεοτόκου της Επισκοπής ειναι η Παναγία Ελεούσας της Γενέσιο της Θεοτόκου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου