Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2025

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΔΡΟΠΟΛΙΤΙΣΣΑΣ - ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΤΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

 



«Η ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΔΕΡΟΠΟΛΙΤΙΣΣΑΣ ΝΥΦΗΣ»

(σε φάση μακρόχρονης έρευνας)


      Ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα της παραδοσιακής κουλτούρας της Δρόπολης δεν είναι η ύπαρξη μιας μοναδικής, καθορισμένης γυναικείας  φορεσιάς, αλλά διαθέτει ένα ευρύτερο σύνολο παραδοσιακών φορεσιών, όπου κάθε μία αντιστοιχεί σε μια διαφορετική μεταβατική φάση της ζωής της γυναίκας. 
     Αυτή η ποικιλία και η πολυπλοκότητα αποτελούν το πραγματικό προτέρημα, καθώς μέσα από το σύνολο αυτών των φορεσιών αναδύεται η βαθιά σκέψη και το πνεύμα που εμπνέει την τοπική παράδοση. 
      Η παραδοσιακή φορεσιά, λοιπόν, δεν είναι απλώς ένδυμα αλλά μια ζωντανή έκφραση της πίστης, της φιλοσοφίας και της ίδιας της ζωής, ένα ολόκληρο σύστημα νοημάτων και συμβόλων που αντανακλά τη σχέση της γυναίκας με το πέρασμα του χρόνου και τη θέση της στην κοινωνία.
        Οι πρόγονοί μας δεν άφηναν τίποτα στην τύχη. Κάθε τους πράξη ήταν αποτέλεσμα σκέψης, εμπνευσμένη από τη σοφία της ζωής και τη φιλοσοφία που καλλιεργούσαν, και εκτελούνταν με σεβασμό και ακρίβεια, αποτυπώνοντας την εμπειρία των απλών ανθρώπων.
       Οπως και ο παραδοσιακός γάμος δεν ήταν μια απλή τελετή, αλλά ένα δεκαπενθήμερο πανηγυρικό ταξίδι γεμάτο έθιμα και ιεροτελεστίες που ξεκίναγε τη Δευτέρα με τις νεαρές παρθένες να κόβουν και να μεταφέρουν ξύλα, συμβολίζοντας την αρχή της νέας ζωής και της αγνότητας του ζευγαριού.
 
       Η κορύφωση ερχόταν το Σάββατο της δέκατης πέμπτης ημέρας, με τα λεγόμενα «φιλέματα» ή «πιστρόφια», μια τελετουργική επίσκεψη, κατά την οποία η νύφη αποκτούσε πλέον το δικαίωμα να επισκέπτεται ελεύθερα τους γονείς της. 
      Ο μονός αριθμός των φιλοξενούμενων  δεν ήταν τυχαίος, συμβόλιζε την καρποφορία, τη γονιμότητα και τη συνέχεια της ζωής. Ήταν το κλείσιμο ενός δεκαπενθήμερου κύκλου, γεμάτου ήθη και έθιμα, όλα βαθιά συμβολικά και φορτισμένα με νόημα.

    Η αυστηρή τήρηση των εθίμων ήταν ζωτικής σημασίας. Κάθε παράλειψη εθεωρείτο σημάδι δυστυχίας ή ατυχίας, και τα «γούρια» μαζί με τις προειδοποιήσεις των παλαιών διατηρούσαν τη μνήμη ζωντανή, προσφέροντας προστασία στις δύσκολες στιγμές.
       Ιδιαίτερη θέση κατείχε η Παναγία, όχι μόνο ως σύμβολο, αλλά ως εσωτερική συνοδοιπόρος της νύφης στο πέρασμα από την παιδική ηλικία στη γυναικεία ζωή. Τα μοτίβα της φορεσιάς και οι ψίθυροι των γιαγιάδων παρέπεμπαν με τρυφερότητα στη Θεοτόκο. Η νύφη φορούσε κοντά στην καρδιά της φυλαχτό ή εικόνισμα, που δεν ήταν απλώς στολίδι, αλλά έκφραση σεβασμού και εσωτερικής προσευχής, σύμβολο μιας βαθιά πνευματικής μετάβασης.
        Ο γάμος ήταν μια μικρογραφία κοσμολογίας και τρόπος ένταξης του ατόμου στον συλλογικό βίο, στον κύκλο του χρόνου και στον αιώνιο νόμο της συνέχειας. Κάθε τελετουργία λειτουργούσε ως συμβολικός μηχανισμός επανένωσης με τη μνήμη και το πεπρωμένο της κοινότητας.
    Στις περιοχές της Ρίζας και της Δρόπολης, όπου η πίστη ήταν αδιάσπαστη, τα έθιμα αποτελούσαν γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, μια ενσώματη σοφία και σιωπηλός διάλογος με το ιερό που νοηματοδοτούσε τη ζωή.
         Η λαϊκή παράδοση δεν είναι παρελθόν, αλλά ζωντανό σώμα γνώσης και φιλοσοφίας, ένας στοχασμός μέσα από την πράξη, ένα άγραφο σύστημα νοήματος που συνέδεε τις ζωές με κάτι βαθύτερο από το εφήμερο.
       Ο γάμος ενσαρκώνει τον ενδιάμεσο κρίκο ανάμεσα στη γέννηση και τον θάνατο, τους τρεις σταθμούς της ανθρώπινης ύπαρξης. 
     Αν η γέννηση σηματοδοτεί την είσοδο στον κόσμο και ο θάνατος την έξοδο, ο γάμος αποτελεί μυστήριο κοινωνικής ολοκλήρωσης και διαιώνισης, μια πράξη με βαθιά μεταφυσική βαρύτητα όπου πολιτισμός, θρησκεία και παράδοση υφαίνονται σε έναν κύκλο νοήματος.
     Ας σταθούμε ειδικά στη γυναικεία φορεσιά της Δερόπολης, που με πάθος, φαντασία και στοχασμό η τοπική γυναίκα διαμόρφωσε ως παράδοση ενδυμασιών για τις «καλές μέρες» της, καλύπτοντας κάθε ηλικία και μεταβατικό στάδιο της ζωής. Αυτή η παράδοση δεν είναι απλώς αισθητικό ή εθιμικό αποτύπωμα, αλλά μαρτυρία του τρόπου με τον οποίο η γυναίκα αντιλαμβανόταν τον ρόλο της στον κόσμο, όχι με λόγια, αλλά σιωπηλά, μέσω των δημιουργιών της.
        Η παραδοσιακή φορεσιά της Δερόπολης δεν ορίζει σταθμούς, αλλά καταγράφει τη συνέχεια της ζωής με ζωντανό, δημιουργικό τρόπο. 
       Κάθε γενιά εμφανίζεται με τη δική της χαρακτηριστική φορεσιά, που αντανακλά τη θέση της γυναίκας σε κάθε μεταβατική φάση, σηματοδοτώντας την πορεία της στον χρόνο.
       Η νυφική φορεσιά της Δερόπολης είναι η κορωνίδα όλων των γυναικείων ενδυμασιών· όχι μόνο για την αισθητική της τελειότητα αλλά κυρίως για τον βαθύ συμβολισμό της. 
       Είναι η στιγμή όπου παράδοση, ταυτότητα και ιερότητα της μετάβασης υφαίνονται σε ένα σώμα. 
      Η νυφική στολή αποτέλεσε το προϊόν της συνεχούς δημιουργικής έμπνευσης των τοπικών μοδιστρών και έκφραση συλλογικής μνήμης και πολιτισμικής ταυτότητας.

       Η φορεσιά αυτή μετατρέπει τη νύφη σε ζωντανή εικόνα που ενσωματώνει τη δύναμη και την τρυφερότητα της Παναγίας, σύμβολο αγάπης και προστασίας, όπου κάθε διακοσμητικό στοιχείο προσέθετε βαθύτερο νόημα και αισθητική αξία.

Η Δεροπολίτισσα νύφη με αγνά, καθαρά χρώματα και στολίδια που αστράφτουν.

       Στην εικόνα της ημέρας του γάμου, η νύφη δεν συμβολίζει απλώς έναν δεσμό, αλλά τη ζωή την ίδια. 
        Αυτή η ζωή ο λαός την έντυσε με αγνά και καθαρά χρώματα και στολίδια που αστράφτουν, όπως η ίδια η ζωή που λάμπει στο φως της μεταμόρφωσης, από τη ζωή στο θάνατο,  υπενθυμίζοντας στις επόμενες γενιές την ομορφιά της ζωής και το ότι η πιο όμορφη στιγμή της είναι η ημέρα του γάμου, σύμβολο της γονιμοποίησης και της συνέχειας.
      Μέσα σε αυτή τη φαντασμαγορική μέρα, το συλλογικό μυαλό έπλασε τον μύθο της ζωής τόσο ζωντανά, που μέσα από αυτή την τόσο όμορφη φορεσιά παρομοίασε τη νύφη με την Παναγία, τη Μητέρα όλων, που με πολλή αγάπη και αγαλλίαση στέκεται σαν προστάτιδα και αγκαλιάζει ολόκληρη την κοινότητα. 
     Η φορεσιά αυτή δεν είναι απλώς ένδυμα, είναι εικόνα, σύμβολο, μύθος και τραγούδι, που φωτίζει το πέρασμα από τη γέννηση στην ωρίμανση, από το φως στη μεταμόρφωση και υπενθυμίζει σε όλους πως η ζωή, με όλα τα στάδιά της, είναι το πιο πολύτιμο δώρο που κρατάνε στα χέρια τους οι άνθρωποι.
     Σε αυτό το πλαίσιο της ζωής, οι θρησκευόμενες Δεροπολίτισσες μοδίστρες και στολίστρες, με φαντασία και δεξιοτεχνία, προσπάθησαν να εξελίξουν την εμφάνιση της νύφης μέσα στα όρια της κοινωνίας συνδυάζοντας την εμφάνιση με το έθιμο. 
     Η παλιά νυφιάτικη φορεσιά με τα βαριά υφάσματα, τα φισεκλίκια, τα γιορντάνια και τα περίτεχνα χοντρά μαντήλια από μπαχραμά που κυριαρχούσε στα χρόνια της τουρκικής κατοχής, ήταν δείγμα των υπάρχων αγαθών της εποχής που με την πάροδο του χρόνου, άρχισαν να εξυχρονίζουν ανάλογα και να τα αντικαταστούν με νέα υφάσματα και στολίδια που συνήθως άρχισαν να ερχόταν από τους ξενιτεμένους. 

Η τελευταία παλιά στολή της νύφης  επί τουρκικής εποχής 

Η παλιά στολή της νύφης, της οποίας στοιχεία εντοπίσαμε στη Γλύνα, περιλάμβανε τα εξής:

Το άσπρο φουστάνι - γνωστό και ως ανεμωτή φουστανέλα.
Το κοντόσι - ένα αντρικό πουκάμισο που έφτανε ως τη μέση. Στο σημείο που σμίγουν τα δύο φύλλα είχε άσπρα κουμπιά, ενώ ο γιακάς και τα φύλλα ήταν διακοσμημένα με κέντημα.
Η σίτα - χωρίς κέντημα, απλή.
Το σεγκούνι - μακρύ έως το γόνατο και χωρίς μανίκια, φτιαγμένο από άσπρο μάλλινο ύφασμα. Φοριόταν από πάνω, έφτανε ως τον αγκώνα και φάρδαινε προς τα κάτω.
Οι κάλτσες - φοριούνταν κάτω από το γόνατο και έφταναν ως τον αστράγαλο· ήταν κεντημένες με διάφορα χρώματα.
Τα τσουράπια - μάλλινα και μονόχρωμα.
Οι κοντούρες - μυτερά παπούτσια, που έκλειναν μπροστά με θηλύκωμα.
Ο μαχραμάς - ένα χοντρό, άσπρο μαντήλι που δένονταν στο κεφάλι και λεγόταν πόσι.

        Μετά την ανεξαρτησία της περιοχής, η Δεροπολίτισσα νύφη ένιωσε επιτέλους ελεύθερη.           Ήταν η στιγμή να αποτινάξει το παρελθόν και να αναδείξει την ομορφιά που τόσο καιρό έκρυβε.
      
    Με τη στήριξη των ξενιτεμένων της Αμερικής, που έστελναν υφάσματα εκλεκτής ποιότητας, η τέχνη της δημιουργίας γνώρισε άνθηση.
     Η παραδοσιακή φορεσιά επιδίωκε να αναδείξει το κύρος και τη διακριτή κοινωνική θέση, ακόμη και μέσα από την εξέλιξη των ενδυμάτων που φοριούνταν στις γιορτινές μέρες.
     Μέσα από αυτή τη διαφοροποίηση, πρόβαλλε τη βαθμίδα της κοινωνικής ανωτερότητας που χάριζε μια τιμητική παρουσία στο τοπικό σύνολο.
      Ο πλούτος που προερχόταν από τον ξενιτεμό της οικογένειας γινόταν σύμβολο υπεροχής, μια υπερτίμηση που είχε ανάγκη η τοπική κοινωνία, όπου η ντροπή και η αξιοπρέπεια συνυπήρχαν, ορίζοντας ένα αυστηρό πλαίσιο κοινωνικής κυριαρχίας.

      Αυτή η ξεκάθαρη επιθυμία για αναγνώριση ανωτερότητας ώθησε το πνεύμα και το μυαλό να δημιουργούν· και μέσα από αυτές τις σκέψεις γεννήθηκαν αριστουργήματα. 
       Η φαντασία ξεδιπλώθηκε ανάμεσα στα χέρια των τεχνιτών, γεννώντας αριστουργηματικούς σχεδιαστές, οι οποίοι στόλιζαν τη νύφη με απαράμιλλη ομορφιά, μετατρέποντας κάθε λεπτομέρεια της φορεσιάς της σε σύμβολο παράδοσης και μεγαλείου.
        Η νυφική ​​φορεσιά μεταμορφώθηκε σε σύμβολο μιας νέας εποχής, όπου κάθε δημιουργός προσπάθησε να την τελειοποιήσει, βασιζόμενος σε τέσσερα ιερά, συμβολικά χαρακτηριστικά που την έκαναν ξακουστή και ποθητή:
  • Λευκό της αγνότητας
  • Κόκκινο  της αγάπης
  • Χρυσό  της λάμψης 
        Το αποκορύφωμα της στολής, αυτής της αριστουργηματικής δημιουργίας που γεννήθηκε στην πορεία από έναν άγνωστο δημιουργό με ανήσυχο  φλογισμένο μυαλό, ήταν το Γκρέκο που πρόσθεσε τη δαντελωτή κορώνα, σαν ένα μετέωρο πάνω από την κεφαλή, ως η τελευταία «θεϊκή πινελιά» που άγγιξε την έμφαση, μετατρέποντας το ένδυμα σε σύμβολο δόξας και αιωνιότητας.
       Όπως τον φαντάστηκαν, έτσι ενσωμάτωσαν τον Γκρέκο: έναν κύκλο στην κεφαλή, περίτεχνο και ιερό, με πιέτες που τυλίγονταν την κορόνα σαν ρυτίδες φωτός, σαν κύματα ύλης που πάλλονταν στην αθανασία, χαρίζοντάς της την αγγελική όψη των αγίων θέλοντας να μοιάζει της ίδιας της Παναγίας.
        Ένα στεφάνι στην κεφαλή της δροπολίτισσας νύφης, που δεν ήταν απλώς στολίδι, αλλά σφραγίδα μεγαλείου, απόηχος δόξας, σχήμα αιώνιας, δήλωση μεγαλείου, αποτύπωση της αξεπέραστης δόξας ενός μυστηρίου, που αναδύεται την ημέρα του γάμου.

__________________________



«Το αποκορύφωμα της στολής, αυτής της αριστουργηματικής δημιουργίας που γεννήθηκε μέσα στον χρόνο από έναν άγνωστο δημιουργό με ανήσυχο, φλογισμένο νου, ήταν το Γκρέκο: η τελική πινελιά, η "κορώνα" στην κεφαλή της νύφης, ένα σύμβολο ευγένειας, φωτός και ύψιστης τελετουργικής αξιοπρέπειας.»
__________________

Ιστορική Αποκαλυπτική Παρέμβαση από τους Γεωργουτσάτες

Σάββατο, 19 Ιουλίου 2025 – Ώρα 15:30 περίπου

Fotis Kyros
 
Εδώ έγινε το αποκορύφωμα στο Γεωργουτσάτες το 1955 η πρώτη νύφη που πρόσθεσε τη δαντελωτή κορώνα σε όλο το φωτογραφικό υλικό πριν από το 1955 δεν υπάρχει κορώνα  και ο δημιουργός γνωστός στην φωτ. η μάνα μου και ο πατέρας μου
          _______________________________

Φώτη!
 Σας ευχαριστούμε θερμά, για την ιστορική αυτή πληροφορία. Την καταγράφουμε ως σημείο αναφοράς για την τεκμηρίωση της πρώτης εμφάνισης του Γκρέκο με τη δαντελωτή κορώνα στο Γεωργουτσάτι το 1955, μια στιγμή, ορόσημο που, χάρη στη μαρτυρία σου και στο φωτογραφικό υλικό, αποκτά πλέον τεκμηριωμένη θέση στην πολιτισμική μας μνήμη.

Και στη  συνέχεια του διαλόγου με τον Φώτη,  καλλιτέχνης  ακολουθώντας τα ίχνη του πατέρα του, που φέρνει  τη μεγάλη λαογραφική αποκάλυψη:

     Ποιος άλλος, αν όχι ένας καλλιτέχνης, θα μπορούσε να έχει τη φλόγα της έμπνευσης μέσα του, ικανή να μετατρέψει την έμπνευση σε πράξη δημιουργίας;

Ένας ζωγράφος, ένα ανήσυχο πνεύμα, μια ψυχή δεμένη με το φως και τη γραμμή, επισφράγισε με το αποτύπωμά του την παράδοση της Δρόπολης,  δίνοντάς της μορφή, χρώμα και ψυχή.

Η Έμπνευση του «Γκρέκο»:
Από τον El Greco στην Κεφαλή της Δροπολίτισσας Νύφης

       Η ιστορία της δαντελωτής κορώνας που καθιερώθηκε στη νυφική στολή των Γεωργουτσατών φέρει μέσα της ένα απροσδόκητο καλλιτεχνικό βάθος. 

        Η πρώτη καταγεγραμμένη εμφάνιση της κορώνας εντοπίζεται στο 1955, και η φωτογραφία εκείνη αποτελεί τεκμήριο μιας σημαντικής στιγμής: η νύφη Όλγα Αλέξη Κύρου στέκει με περηφάνια πλάι στον σύζυγό της, Κωνσταντίνο Κύρο, φορώντας στο κεφάλι της μια λεπτοδουλεμένη κυκλική δαντέλα, που αργότερα έμελλε να μείνει γνωστή ως «Γκρέκο».
Φωτογραφικό τεκμήριο: Αρχείο Φώτη Κύρου.

        Το στοιχείο αυτό δεν υπάρχει σε κανένα φωτογραφικό ή λαογραφικό υλικό πριν από εκείνη τη χρονιά.
        Έγιναν λεπτομερείς έρευνες από τον γιο του ζωγράφου και εμνευστή του Γκρέκο, τον Φώτη Κύρο, σε φωτογραφικά αρχεία τόσο του ίδιου του Κωνσταντίνου Κύρου όσο και του Γιώργου Βάσσου από τη Σωτήρα δύο από τους πιο γνωστούς φωτογράφους της Δρόπολης. 
     Τα αποτελέσματα είναι αποκαλυπτικά: σε καμία φωτογραφία νύφης πριν από το 1955, ούτε καν σε γάμους που τελέστηκαν μόλις δύο ή τρεις μήνες νωρίτερα, δεν εμφανίζεται το στοιχείο της δαντελωτής κορώνας. Αντίθετα, από το 1955 και μετά, και μάλιστα όχι μόνο στους Γεωργουτσάτες αλλά και στην Άνω Δρόπολη, το "Γκρέκο" αρχίζει να εμφανίζεται με συνέπεια σε νυφικές απεικονίσεις.
       Στοιχεία απαράμιλλης ακρίβειας αποδεικνύουν, σχεδόν με αρχαιολογική βεβαιότητα, πότε και από ποιον αποκαλύφθηκε το "Γκρέκο". Ένα ανήσυχο Δροπολίτικο μυαλό, ο ίδος ο γαμπρός, Κωνσταντίνος Κύρος, ζωγράφος και φωτογράφος, κατόρθωσε να μεταπλάσει μια μορφολογική λεπτομέρεια από τους πίνακες του El Greco σε σύμβολο παραδοσιακής κορύφωσης. 
        Επηρεασμένος από τον εμβληματικό κυματιστό γιακά (ruff) των μορφών του El Greco, με τις σπειροειδείς πιέτες που θυμίζουν κύματα φωτός, φαντάστηκε αυτό το στοιχείο όχι στον λαιμό αλλά στην κεφαλή. Και εκεί, τοποθετημένο πλέον σαν φωτοστέφανο, το ύφασμα έλαβε χαρακτήρα ιερότητας.

     Το πέρασμα από τον λαιμό στην κορυφή της κεφαλής δεν ήταν απλώς τεχνική αναδιάταξη, αλλά συμβολική αναβάθμιση.
       Η κορώνα έγινε το αποκορύφωμα της νυφικής εμφάνισης, όχι μόνο ως αισθητική πινελιά αλλά ως πνευματικό στέμμα, το τελικό στάδιο στην εξέλιξη της λαϊκής ενδυματολογικής δημιουργίας. 
     Η ονομασία "Γκρέκο", που δόθηκε με σεβασμό και νόημα, απέδιδε τιμή στον καλλιτέχνη, κορυφή, τον Έλληνα που κατέκτησε τον κόσμο   και τώρα στεφάνωνε την κόρη ενός τόπου που κρατά βαθιά τη μνήμη και την τέχνη.
        Η πρώτη κορώνα στη κεφαλή της νύφης, το «Γκρέκο» υλοποιήθηκε από τη   μοδίστρα που είναι η γυναίκα του αδερφού της μάνας του Φώτη  ( σύντομα θα προσθέσομε το όνομα της) , η οποία με υπομονή και επιδεξιότητα μετέφερε την έμπνευση στο ύφασμα, δημιουργώντας ένα έργο που δεν ανήκε πια μόνο στη νύφη, αλλά σε ολόκληρη την πολιτισμική κληρονομιά του τόπου. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται ως προς τη μορφολογία της κορώνας. Δεν πρόκειται για μια απλή, δαντελωτή επικάλυψη της κεφαλής, αλλά για ενιαίο σύνολο: το ίδιο το μαντίλι φέρει ραμμένη επάνω του τη δαντέλα σε όλο του το μήκος και στις δύο πλευρές. Αν παρατηρήσει κανείς με προσοχή τις φωτογραφίες του πρώτου «Γκρέκο», γίνεται φανερό ότι πρόκειται για το αυθεντικό, ταυτοποιημένο δείγμα —το σημείο γέννησης αυτής της μορφής, όπου η κορώνα σχεδιάστηκε απευθείας πάνω στη δαντέλα του μαντιλιού από τη μοδίστρα.

        Η κορώνα αυτή δεν είναι απλώς ένα αισθητικό στοιχείο· είναι σχεδιασμένη ώστε να αποκτά κυματιστή και όρθια μορφή, αποδίδοντας συμβολικά τη «δόξα» της νύφης, όπως τη φαντάστηκε και την απέδωσε ο εμπνευστής της, με επιρροές από την εικαστική του εμπειρία. Οι κυματιστές γραμμές θυμίζουν τα ημικυκλικά φωτοστέφανα που γνωρίζει καλά ο ίδιος από την τέχνη της ζωγραφικής, και γίνονται πλέον σχήμα ιερότητας και τιμής· ο γιακάς του «Γκρέκο» μεταπλάθεται εδώ σε έμβλημα ιερότητας, προσδίδοντας στη νύφη τη μέγιστη τιμή που θα μπορούσε να λάβει ποτέ.
          Η νύφη, άλλωστε, ήταν η μέλλουσα σύζυγος του ίδιου του δημιουργού  και η στολή αυτή δεν είναι απλώς ένδυμα, αλλά σταθμός στην ιστορία της τοπικής φορεσιάς, ένα ολοκληρωμένο δείγμα αισθητικής και νοηματικής τελειότητας. Δυστυχώς, η μεταγενέστερη πρακτική διαχώρισε την κορώνα από το υπόλοιπο μαντίλι, παραμορφώνοντας τη σύλληψη και τη δομή του αρχικού σχεδιασμού. Όμως, το αυθεντικό «Γκρέκο» παραμένει μοναδικό τεκμήριο ενός ζωντανού πολιτισμικού βιώματος, όπου η τέχνη, η παράδοση και η προσωπική σχέση συνυφαίνονται σε ένα σύνολο υψηλού συμβολισμού.

      Έτσι γεννήθηκε το «Γκρέκο» στη νυφική φορεσιά των Γεωργουτσατινών που το ζήλεψαν και το φόρεσαν στη σηνεχεια όλες οι νυφες στην ημερα του γαμου τους. Όχι ως αισθητικό εύρημα, αλλά ως τελετουργικό σύμβολο ως το αποκορύφωμα αυτής της εξελικτικής πορείας  αυτό το ιερό σύμβολο η δόξα και η κορυφή της παράδοσης.
      Κι όπως κάθε τι αληθινά εμπνευσμένο, δεν εφευρέθηκε, αποκαλύφθηκε.

Και να ρωτήσουμε, λοιπόν, όπως και για την ίδια την ονομασία:
Ποιος άλλος, αν όχι ο πατέρας Σας, ως Καλλιτέχνης και γνωστός Ζωγράφος και Φωτογράφος, θα μπορούσε να εμπνευστεί τόσο βαθιά και να μπει στο πνεύμα της δόξας, παρατηρώντας απλώς τον γιακά του Ελ Γκρέκο, για να τον μεταμορφώσει σε σύμβολο;
Ένα σύμβολο δόξας, που έντυσε την πιο ιερή στιγμή της Δροπολίτισσας νύφης και της χάρισε, μ’ αυτό το στοιχείο, τη δύναμη της μετάβασης, από το πατρικό στη νέα της ζωή, από την κόρη στη γυναίκα και μητέρα.
Δεν ήταν απλώς μια όμορφη λεπτομέρεια.
 Ήταν το αποκορύφωμα μιας ανήσυχης έμπνευσης, 
καρπός παρατήρησης, τέχνης και βαθιάς κατανόησης της στιγμής.
         Και ποιος, αλήθεια, θα μπορούσε να το δει αυτό, να το νιώσει, να το ξεχωρίσει και να το αποτυπώσει, αν όχι άνθρωποι της τέχνης με ευαισθησία και βαθύ πνεύμα, άνθρωποι που ξεχώριζαν μέσα στο πλήθος, γιατί έβλεπαν εκεί που οι άλλοι απλώς κοιτούσαν, που αφουγκράζονταν τη σιωπή των συμβόλων και έδιναν σχήμα στο άρρητο.
Μόνο οι καλλιτέχνες της εποχής, αυτοί που είχαν επαφή με το καλλιτεχνικό και πνευματικό ρεύμα της δικής τους εποχής.
Άνθρωποι που ξεχώριζαν από τη συνηθισμένη, κοινή θέση της καθημερινότητας, που είχαν το μάτι να δουν και την ψυχή να αποδώσουν το άυλο σε μορφή. Αυτοί μπορούσαν να δώσουν στη Δρόπολη όχι μόνο εικόνα, αλλά και μνήμη.

Μετέφερα ολόκληρη τη συζήτησή μας, μαζί με τις επεξηγήσεις, στο ερευνητικό μου έργο για τη δροπολίτικη φορεσιά, ως ένα απαράμιλλο τεκμήριο. Δείχνει καθαρά πως το «Γκρέκο» δεν ήταν ούτε τυχαία έμπνευση, ούτε τυχαία ονομασία. Είναι κάτι βαθύτερο: ένα βάρος και μια φλόγα που μόνο ένας καλλιτέχνης μπορούσε να συλλάβει και να φτάσει ως την κορυφή της δημιουργίας του.

Ακολουθεί η ανανεωμένη μορφή της έρευνάς μου, καθώς μόλις πρόσθεσα τα νέα στοιχεία. Όπως πάντα επισημαίνω πως:
Οι έρευνές μου δεν σταματούν ποτέ, αλλά ανανεώνονται συνεχώς με νέα ευρήματα και αποδείξεις.

Και στο τέλος, ας το πούμε καθαρά: - αν δεν πατάμε γερά μέσα στον ίδιο τον λαό που έφτιαξε και κράτησε αυτά τα έθιμα, η έρευνα δεν έχει καμιά αξία.

Ούτε κι εγώ θα ’χα τι να πω, αν δεν κάθισα να μιλήσω με τον κόσμο, να ακούσω ιστορίες, να ρωτήσω και να μάθω, γιατί μόνο έτσι, όλοι μαζί, μπορούμε να ξεσκεπάζουμε και να κρατάμε ζωντανά αυτά που ο χρόνος πασχίζει να τα σβήσει.

Δεν είναι δικά μου τα λόγια, είναι λόγια του τόπου, που τα κουβαλάμε όλοι μας.
Ευχαριστώ Φώτη!

Φωτογραφία: Γάμος Όλγας Αλέξη Κύρου και Κωνσταντίνου Κύρου (Γεωργουτσάτες, 1955)
Αρχείο: Φώτης Κύρου
Φωτογραφική τεκμηρίωση και επιβεβαίωση: Φώτης Κύρος.
Αρχεία επιβεβαίσης σοιχείων από φωτογραφικό υλικό: Κωνσταντίνος Κύρος (Γεωργουτσάτες), Γιώργος Βάσσος (Σωτήρα).

___________________


 

Η Ανάγκη Αναγνώρισης της Επίσημης Νυφικής Φορεσιάς της Δρόπολης

     


 
Η ανάγκη να αναγνωριστεί επίσημα μια ολοκληρωμένη νυφική φορεσιά της Δρόπολης, όπως και κάθε αυθεντική ενδυμασία που μεταβιβάστηκε ως λαογραφική κληρονομιά, έχει ήδη καθυστερήσει.

Οι νυφικές στολές που παρουσιάζονται σήμερα σε χορευτικά και πολιτιστικά δρώμενα είναι συχνά φολκλορικές απομιμήσεις, με αισθητικές αποκλίσεις και χωρίς ιστορική ή κοινωνική τεκμηρίωση.
Η στολή που απεικονίζεται στη φωτογραφία του γάμου της Όλγας Αλέξη Κύρου και του Κωνσταντίνου Κύρου (Γεωργουτσάτες, 1955) αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη, αυθεντική και χειροποίητη νυφική φορεσιά της Δρόπολης που διατηρείται αυτούσια. Φέρει όλα τα χαρακτηριστικά της χειροποίητης δροπολίτικης νυφιάτικης παράδοσης, τα οποία σήμερα συχνά παραποιούνται ή αναπαράγονται μαζικά σε εργοστασιακές εκδοχές.

1- Συνδυάζει αρμονικά την ενδυματολογική συνείδηση, την αισθητική τελειότητα και την κοινωνική βαρύτητα του ρόλου της νύφης.

2- Διαθέτει όλα τα μέρη της φορεσιάς σε γνήσια χειροποίητη μορφή, τα οποία συνθέτουν ένα πανέμορφο, αυθεντικό σύνολο: με τα λευκά παπούτσια (την ώρα που την παραδίνουν στον γαμπρό), τα κεντητά νυφιάτικα τσουράπια, τη σήτα, το άσπρο φουστάνι, το γιλέκο, το ζωνάρι, τα μανίκια, το μαντίλι, τα σκουφιά, το «Γκρέκο» και ό,τι άλλο καλύπτει τη νυφιάτικη εμφάνιση ως πλήρες παραδοσιακό σύνολο. 
3-Αυτή η φορεσιά αποτελεί σημείο αναφοράς, καθώς με την προσθήκη του «Γκρέκο» το 1955 ολοκληρώθηκε ως σύλληψη. Έκτοτε, δεν έχει προστεθεί κανένα νέο βασικό στοιχείο, παρά μόνο διαφορές στα διακοσμητικά (στολίδια) που εφαρμόζονται πάνω στα ίδια υπάρχοντα αντικείμενα, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση. Οι παραλλαγές αυτές περιλαμβάνουν κεντήματα, λάμψεις, φλουριά και άλλα πρόσθετα στοιχεία που διαφοροποιούν το σύνολο μόνο σε επίπεδο στολισμού και όχι στη δομή ή στα μέρη της φορεσιάς.

4- Από το 1955 και έπειτα, δεν προστέθηκε κανένα νέο βασικό στοιχείο στη στολή, αλλά έγιναν μόνο παραλλαγές στα στολίδια, ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα κάθε οικογένειας.

5- Με την προσθήκη του «Γκρέκο», η ενδυμασία ολοκληρώνεται αισθητικά και τελετουργικά, σηματοδοτώντας τη μετάβαση της γυναίκας στον νέο της κοινωνικό ρόλο, με πλούσιο συμβολισμό και μεγαλοπρέπεια.

6 – Η έμπνευση και η ονομασία του «Γκρέκο»

    Η σύλληψη και η ονομασία του «Γκρέκο» υπήρξαν έμπνευση του Κωνσταντίνου Κύρου, ταλαντούχου φωτογράφου και ζωγράφου από τους Γεωργουτσάτες. Η ιδέα γεννήθηκε επάνω σε αυτή την  συγκεκριμένη νυφιάτικη φορεσιά, με πρόθεση να συνδυαστεί η εικαστική εμπειρία με το ένδυμα του ιερού γεγονότος του γάμου του ίδιου.
       Ο Κωνσταντίνου Κύρου εμπνεύστηκε από τον χαρακτηριστικό γιακά σε πίνακα του Ελ Γκρέκο, ο οποίος, με τις κυματιστές και ακτινωτές του γραμμές, αποπνέει ένα αίσθημα ιερότητας και δόξας, στοιχεία που μετουσιώθηκαν σε κορώνα για τη νύφη. 
         Το «Γκρέκο» υλοποιήθηκε ως δαντέλα ραμμένη σε όλο το μήκος του μαντιλιού, το οποίο η νύφη φορά επάνω από τα σκούφια. Η δαντέλα αυτή κατέρχεται και από τις δύο πλευρές του προσώπου, και στην κεφαλή σχηματίζει μια υψωμένη κορώνα. Η μοδίστρα που ανέλαβε την εκτέλεση του σχεδίου εφάρμοσε τεχνικές διαμόρφωσης με νερό και νισεστέ, ώστε η κορώνα να αποκτήσει σταθερότητα και ορθή, κυματιστή μορφή.
         Ο κυκλικός σχηματισμός της κορώνας, με τις ακτινωτές ρίγες που προκύπτουν από την καμπύλη της δαντέλας, παραπέμπει στις γραμμές της «δόξας»   της φωτεινής ακτινοβολίας που περιβάλλει τις αγιογραφικές απεικονίσεις του Χριστού και των αγίων. 
   Έτσι, μεταφορικά, αποδίδεται στη νύφη η ύψιστη τιμή σε μια από τις τρεις πιο ιερές στιγμές της ανθρώπινης ζωής: τη γέννηση, τη γαμήλια ένωση (ζωή) και τον θάνατο.
        Η κορώνα αυτή φέρει διπλή ονομασία: αποκαλείται τόσο «κορώνα» όσο και «Γκρέκο», καθώς συνδυάζει την τοπική λαϊκή ορολογία με την εικαστική επιρροή από τον μεγάλο Κρητικό ζωγράφο. Η σύλληψή της μετατρέπει τη νυφική κεφαλοστολή σε έργο τέχνης, και την ίδια τη νύφη σε σύμβολο τιμής, αισθητικής και συνέχειας της παράδοσης.

7- Πρόκειται για τεκμηριωμένο λαογραφικό και φωτογραφικό γεγονός. Καμία παλαιότερη φωτογραφία ή αρχείο από τη Δρόπολη δεν περιλαμβάνει ανάλογο στοιχείο πριν το 1955. Η αυθεντικότητα επιβεβαιώθηκε μέσα από τις έρευνες του γιου του, Φώτη Κύρου, σε φωτογραφικά αρχεία του ίδιου και του φωτογράφου Γιώργου Βάσσου (Σωτήρα).

8-Δεν πρόκειται για αυθαίρετη ή κατασκευασμένη στολή, αλλά για αυθεντική δημιουργία, με πνευματικό, κοινωνικό και καλλιτεχνικό υπόβαθρο.

9-Η επίσημη αναγνώριση αυτής της φορεσιάς ως της πρώτης ολοκληρωμένης νυφικής φορεσιάς της Δρόπολης δεν είναι απλώς μια τιμητική ενέργεια, αλλά είναι ένα καθοριστικό βήμα για τη διάσωση της ουσίας της τοπικής παράδοσης.

10- Η φορεσιά αυτή δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν. Ανήκει στο μέλλον της παράδοσης της Δρόπολης.

Χρήστος Γιάννης
Ιστορικός Ερευνητής Τοπικής Λαογραφίας και Ιστορίας
20/7/2025


«Μωρ Δεροπολίτισσα!» "


Μωρ‘ Δεροπολίτισσα, μωρ‘ καημένη
Μωρ‘ Δεροπολίτισσα, ζη μωρ' ζηλεμένη
Συ που πας στην Εκκλησιά μωρ‘ καημένη
Συ που πας στην Εκκλησιά ζημωρ' ζηλεμένη
Με λαμπάδες με κεριά μωρ‘ καημένη
Με λαμπάδες με κεριά ζη μωρ' ζηλεμένη
Για προσκύνα και για μας μωρ‘ καημένη
Για προσκύνα και για μας ζη μωρ' ζηλεμένη
Που μας έσφαξε η Τουρκιά μωρ‘ καημένη
Που μας έσφαξε η Τουρκιά ζη μωρ' ζηλεμένη
Και μας σφάζουν σαν τα αρνιά μωρ‘ καημένη
Και μας σφάζουν σαν τα αρνιά ζη μωρ' ζηλεμένη
Τα κατσίκια του Αγ-Γιωργιού
μωρ‘ καημένη
Τα κατσίκια του Αγ-Γιωργιού
ζη μωρ' ζηλεμένη

       Την επίσημη παραδοσιακή φορεσιά που φοράει η νύφη την ημέρα του γάμου της, στα χωριά μας την αποκαλούμε στολή.

Αποτελείται από πολλά διαφορετικά κομμάτια, διακοσμημένα με ποικίλα στολίδια, που ενώνονται σε ένα ενιαίο σύνολο. Όλα μαζί σχηματίζουν ένα μοναδικό κόσμημα, που δείχνει τη νύφη και την κάνει πιο όμορφη από ποτέ.  

      Τη νύφη, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, την ημέρα του γάμου της δεν τη ντύνουμε, τη στολίζουμε σαν πολύτιμο κόσμημα, σαν λουλούδι που ανοίγει στην αυγή της νέας της ζωής, φωτισμένη από το φως των εθίμων και των ευλογιών.

Λάμπει ο ήλιος λάμπει,
στο παραθύρι σου,
στολίσου μωρ νύφη
και βάλ' τ' ασήμια σου.

   Από τόπο σε τόπο, από χωριό σε χωριό, από γενιά σε γενιά, οι φορεσιές αλλάζουν, όπως αλλάζουν και οι ιστορίες που τις συνοδεύουν.
      Καμία δεν είναι ακριβώς ίδια με την άλλη.           Ραμμένη στο χέρι, κάθε φορεσιά κουβαλά την υπομονή, την τέχνη και το μεράκι αυτού που τη δημιούργησε. 
     Κι αν η βασική της μορφή μένει αναλλοίωτη, οι λεπτομέρειες μαρτυρούν το άγγιγμα της μοδίστρας: ένα διακριτικό κέντημα, μια ανεπαίσθητη πιέτα, μια χρωματιστή κλωστή που την κάνει μοναδική όπως μοναδική είναι κι εκείνη που τη φορά.
   Είναι ένα αποτύπωμα του παρελθόντος, ένας καθρέφτης της ζωής των ανθρώπων, μια ζωντανή αφήγηση του χρόνου που πέρασε και του κόσμου που τη γέννησε.

 Για να κατανοήσουμε βαθύτερα την έννοια της «φορεσιάς της νύφης» ή, όπως λέμε στη ντοπιολαλιά, «της στολής της νύφης» πρέπει να ξεκινήσουμε από τις μικρές λεπτομέρειες που σηματοδοτούν κάθε μεταβατική φάση: από τον αρραβώνα και τον γάμο, μέχρι τη «νύφη της Δευτέρας», που με τον καιρό γίνεται μάνα, πεθερά και μπάμπω.

      Ας στρέψουμε το βλέμμα στα διακριτικά της παράδοσης, εκείνα που άφησαν τα ίχνη τους μέχρι και τη δεκαετία του 1980, μια εποχή που τη γνώρισα, την έζησα, την είδα με τα δικά μου μάτια.

     Από τη στιγμή που ένα κορίτσι αρραβωνιάζεται, αφήνει πίσω του την ξέγνοιαστη κοριτσίστικη ζωή, τα πεθερικά της δεν τη φωνάζουν πια με το όνομά της, αλλά «νύφη». Μεγάλη τιμή.

-Νύφη, στρώσε το σοφρά.
-Νύφη, φέρε μας νερό
-Νύφη, φέρε μας καφέ κλπ

   Ένα όνομα, μια νέα ταυτότητα, ένας ρόλος που χαράζει το πέρασμα από τη μία φάση της ζωής στην επόμενη.
   Και εδώ γεννάται το ερώτημα:
 Πότε η νύφη παύει να είναι νύφη; Πότε αποβάλλει τον τίτλο που, άλλοτε με δέος και άλλοτε με υπομονή, φόρεσε σαν στολή;
    Η απάντηση βρίσκεται στις μεταβατικές φάσεις της ζωής της, στιγμές που αποτυπώνονται όχι μόνο στην ενδυμασία της, αλλά και στη στάση του σώματός της, στη συστολή του βλέμματός της, στη σκέψη των κινήσεων της. 
      Αυτή η διστακτική χάρη είναι που γέννησε τη φράση:
 «Καμαρώνει σαν η νύφη της Δευτέρας». 
         Γιατί τη δεύτερη μέρα, η νύφη έχει ακόμη την αμηχανία της αρχής, αλλά και την περηφάνια της νέας της θέσης στον κόσμο.
      Κάθε φάση της ζωής της αποτυπώνεται μέσα από τις μικρές, διακριτές λεπτομέρειες της φορεσιάς της, ιδίως στις επίσημες γιορτές, όπου η ενδυμασία της μιλά για εκείνη πριν εκείνη.
    Ο κόσμος δεν ρωτά. Δεν χρειάζεται. 
  Από το χρώμα, το ύφασμα, τον τρόπο που πέφτει το μαντήλι στους ώμους της, μπορεί να καταλάβει: 
Είναι νιόνυφη; 
Είναι νέα μητέρα; 
Είναι  μητέρα; 
Είναι πεθερά;
      Η φορεσιές της Δεροπολίτισσας, δεν είναι απλώς ρούχο.
      Είναι μια ζωντανή αφήγηση, μια σιωπηλή ιστορία που μιλάει για τις αλλαγές της, για τις ζωές που περνούν μέσα από αυτήν.
      Κάθε ραφή, κάθε πτυχή είναι ένα κεφάλαιο της ίδιας της ύπαρξής της, μια ιστορία που συνεχίζεται αθόρυβα με την πάροδο του χρόνου.


«Νύφη» από την ημέρα του αρραβώνα


     Από τη στιγμή που αρραβωνιάζεται, το κορίτσι μοιάζει το ίδιο, αλλά δεν είναι. 
    Τα ρούχα της παραμένουν ίδια, η φορεσιά της δεν αλλάζει, κι όμως, κάτι αόρατο τη μεταμορφώνει.
    Δεν είναι απλώς μια κόρη, μια ανύπαντρη νέα. Κουβαλά μια προσμονή, έναν ρόλο που αρχίζει σιγά-σιγά να την τυλίγει σαν αόρατο πέπλο.
    Το δαχτυλίδι που κοσμεί το χέρι της δεν είναι απλώς ένα κόσμημα. Είναι μια σφραγίδα. Ένα σημάδι μετάβασης, ένας ψίθυρος δέσμευσης, ένα σύμβολο που δηλώνει πως η ζωή της δεν ανήκει πια ολοκληρωτικά. Είναι η αρχή ενός ταξιδιού που δεν έχει επιστροφή, μια νέα ταυτότητα που αρχίζει να διαμορφώνεται.
     Αλλά δεν αλλάζει μόνο εκείνη, αλλάζει και το όνομά της. 
   Από τη μέρα του αρραβώνα, το όνομά της σβήνει σιγά-σιγά από τα χείλη των άλλων.
    Οι μελλοντικοί της συγγενείς δεν φωνάζουν πια όπως πριν. Η προσωπική της ταυτότητα υποχωρεί μπροστά στον ρόλο που την περιμένει.
Τώρα είναι «η Νύφη» και την φωνάζουν «Νύφη» .
     Ένας τίτλος που φέρνει μαζί του χαρά, τιμή, αλλά και ευθύνη. Ένας τίτλος, ένας ρόλος που μόλις ξεκίνησε να την συνοδεύει παντού  και θα την σημαδέψει για πάντα.


Η νύφη την ημέρα του γάμου



Η αυγή της Κυριακής δεν μοιάζει με καμία άλλη. 

  Ο ήλιος ανατέλλει αργά, σαν να θέλει να χαϊδέψει τη νύφη πριν την παραδώσει στη νέα της ζωή.     Σήμερα δεν είναι πια κορίτσι, είναι η νύφη.

     
 
Για πρώτη και τελευταία φορά, φορά τη νυφική ​ φορεσιά. 
  Όχι ένα απλό ένδυμα, αλλά ένα σύμβολο, ένα κομμάτι ιστορίας ραμμένο με προσεγμένες βελονιές, στολισμένο με την αγάπη και την ευλάβεια των γενεών που πέρασαν.
      Μια φορεσιά που δεν είναι μόνο ύφασμα, αλλά μνήμη. Ένα στολίδι που μαρτυρά τη μετάβαση, που αγκαλιάζει το παρελθόν, ευλογεί το παρόν και ανοίγει δρόμο για το μέλλον.
    Κάθε δίπλωμα, κάθε πιέτα, κάθε χρυσοκέντητη λεπτομέρεια ψιθυρίζει ιστορίες παλιές, ψιθυρίζει ευχές για μια νέα ζωή
      Μέχρι το 1990, ο γάμος ήταν γνωστός ως "χαρά" από τον κόσμο, καθώς αποτελούσε γιορτή χαράς και αγάπης, όπου οι οικογένειες και οι φίλοι γιόρταζαν μαζί την χαρά της ένωσης δύο ανθρώπων. 
  Τα βιολιά έπαιζαν ασταμάτητα, οι φωνές αντηχούσαν σε κάθε γειτονιά, οι άνθρωποι τραγουδούσαν και χόρευαν, λες και η χαρά έπρεπε να ξορκίσει κάθε ίχνος λύπης. Μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις, όταν το πένθος σκέπαζε ένα σπίτι, ο γάμος γινόταν σιωπηλά, γιατί ότι κι αν συνέβαινε, ο γάμος έπρεπε να γίνει.
         Η φορεσιά της νύφης δεν ήταν πάντα η ίδια. Κάποτε, από βαριά  φορτωμένη με τον χοντρό μπαχραμά της εποχής που ήταν, με διαφορετική μπροστέλα, με υφάσματα αυστηρά, λες και κουβαλούσαν το βάρος της δικής τους ιστορίας σιγά σιγά άλλαζε το χθες με το σήμερα. 
   Οι ξενιτεμένοι της Αμερικής έστελναν από τα ξένα καινούργια, φίνα υφάσματα, κι οι μοδίστρες, με φαντασία και μεράκι,  έπλεκαν πάνω τους νέα σχέδια, αφήνοντας την παράδοση να συναντήσει τη φρεσκάδα του καιρού.
        Τότε, κάθε σπίτι είχε κάποιον που έφυγε,  κάποιον που κυνήγησε το όνειρο. Η εποχή όπου, με το ξημέρωμα της αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου, γεννήθηκε μια ελπίδα πως: 
«Η γη δεν χάνει ποτέ την αξία της».
  Κι έτσι ξεκίνησε το μεγάλο κύμα της ξενιτιάς, ένας δρόμος δίχως βεβαιότητες, γεμάτος νοσταλγία, αλλά και προσμονή για ένα καλύτερο αύριο
     Αλλά η νύφη εκείνης της Κυριακής δεν σκεφτόταν τα ξένα.
       Στεκόταν ντυμένη στο φως, έτοιμη να ανοίξει την πόρτα της ζωής της. 
    Η στιγμή ανήκε σε εκείνη, και τίποτα δεν μπορούσε να τη σκιάσει. Κάθε βελονιά του νυφικού της ψιθύριζε μια ευχή, ραμμένη με αγάπη και προσμονή. Κάθε στολίδι έλαμπε απαλά, σαν μικρός φάρος ελπίδας, φωτίζοντας την καρδιά της.
    Η ανάσα της ήταν γεμάτη δέος. Τα μάτια της καθρέφτιζαν όσα ονειρεύτηκε. Και όταν η πόρτα άνοιξε, ο χρόνος σταμάτησε για μια στιγμή σαν να ήθελε κι αυτός να χαρίσει λίγα δευτερόλεπτα αιωνιότητας στην ομορφότερη Κυριακή της.
     Και καθώς πέρασε το κατώφλι, ο ήλιος δεν ήταν πια μόνο στον ουρανό. Φώλιαζε στο βλέμμα της, στο χαμόγελό της, στις καρδιές όσων την περίμεναν με αγάπη.

Οι Νύφες και Ταλίδια της Μνήμης


  Οι Νύφες και ταλίδια της μνήμης» φέρνουν στην επιφάνεια μια εικόνα από το παρελθόν, γεμάτη νοσταλγία και σεβασμό για την παράδοση. 
 Οι νύφες, με τις παραδοσιακές φορεσιές τους, και τα ταλίδια, τα μυστηριώδη, φανταχτερά αξεσουάρ που στόλιζαν τα κεφάλια τους, συμβολίζουν την ένωση του παρελθόντος με το παρόν. 
      Οι νύφες στολίζονταν σαν άγιες, βαμμένες με το φως της μέρας που ξημέρωνε για εκείνες. Το πρώτο φως χάιδευε τα πρόσωπά τους, σαν ευλογία που τις οδήγησε στο κατώφλι μιας νέας ζωής.
     Μεταξωτές ποδιές έσφιγγαν τη μέση τους, τα γιλέκα, ραμμένα με υπομονή και τέχνη, έλαμπαν σαν φλόγες στο φως του ήλιου, και τα ζωνάρια, δεμένα σφιχτά, κρατούσαν το σώμα στητό, το βλέμμα χαμηλά, γεμάτο προσμονή και δέος.
Ακόμη και τα παπούτσια προτημουσαν   άσπρου, χρώματος αγνού όπως η ίδια η νύφη.
    Δεν ήταν απλώς ρούχα. Ήταν σύμβολα μιας υπόσχεσης, μιας μετάβασης, μιας ιστορίας που δεν ξεκίνησε ούτε τελείωνε μαζί τους, αλλά συνεχιζόταν αδιάκοπα, από γενιά σε γενιά
         Τα υφάσματα κάθε τόσο άλλαξαν. Έγιναν ποιο φίνα, ποιο απαλά, φερμένα από ξένους τόπους, αλλά η ψυχή τους έμενε ίδια.
  Τα μαντήλια άλλαξαν και αυτά, υφασμένα με χρώματα ζωντανά, έδεναν στα μαλλιά των γυναικών, σαν φυλαχτά που κρατούσαν τις ευχές των γιαγιάδων.
          Λένε πως η πρώτη ολοκληρωμένη νυφική ​​φορεσιά στην Άνω Επισκοπή δεν γεννήθηκε εδώ.          Ήρθε από την Αθήνα, λίγο πριν τον πόλεμο του '40, τότε που οι άνθρωποι ψιθύριζαν για τις αλλαγές που έφερνε μαζί του. Ο φόβος πλανιόταν στον αέρα, μα οι καρδιές αντιστέκονταν. 
Οι παραδόσεις κρατιούνταν σφιχτά, σαν πολύτιμο φυλαχτό, σαν αντίβαρο σε έναν κόσμο που έτρεμε στα θεμέλιά του τότε που οι άνθρωποι ψιθύριζαν για τις αλλαγές που έρχονταν με αυτόν τον πόλεμο, αλλά ακόμα κρατούσαν τις παραδόσεις σαν πολύτιμο φυλαχτό.
    Νύφες και νύφες φόρεσαν τη στολή της Κάκως Τάσιω την ημέρα του γάμου τους.
     Κάθε φορά, η ίδια φορεσιά, κι όμως ποτέ η ίδια.    
Άλλα χέρια τη στόλιζαν, άλλα χείλη ψιθύριζαν ευχές, άλλα μάτια καθρεφτίζονταν στο μεταξύ της.        Κι έτσι, από γενιά σε γενιά, δεν ήταν απλώς ένα ρούχο, αλλά ένα κομμάτι ζωντανής μνήμης, μια ιστορία που γράφονταν ξανά και ξανά, κάθε φορά μοναδική.
  
Ο Βαγγέλης Μαντέλλος, παλιός χορευτής και άνθρωπος της παράδοσης, έλεγε πως στην Άνω Επισκοπή, το χωριό που πάντα προπορευόταν, οι νύφες δεν είχαν όλες τη δική τους φορεσιά. Ένα γιλέκο εδώ, μια μπροστέλα εκεί, ένα ζωνάρι δανεικό, μια σκούφια φυλαγμένη για χρόνια, όλα μοιρασμένα, όλα δοσμένα με αγάπη.
    Έτσι γινόταν τότε: Οι νύφες ντύνονταν με το παρελθόν για να βαδίσουν στο μέλλον.

  

Η Νύφη με τη «Στολή της Δευτέρας»


Και πότε, λοιπόν, φορούν οι νιόνυφες αυτή τη στολή;

Το ξημέρωμα της Δευτέρας σηματοδοτεί το τέλος του γάμου. Η νύφη βγάζει τη νυφιάτικη φορεσιά της και δεν την ξαναφορά. Εκτός από σπάνιες περιπτώσεις, σε κάποια χωριά, όπου η «Νυφιάτικη Στολή της Κυριακής» φοριόταν και στα «φιλέματα», ή αλλιώς στα «γυρίσματα»,  τα «πιστρόφια» που γίνονταν το πρώτο Σάββατο  μετά τον γάμο.

Κι έτσι, τη νύχτα της Δευτέρας μόλις ο γάμος έχει τελειώσει, η λαμπερή νυφική ​​φορεσιά αντικαθίσταται. Στη θέση της έρχεται η «Στολή της Δευτέρας

Μια φορεσιά γνωστή, μα μια ονομασία ξεχασμένη


       Όσο γνωστή είναι αυτή η φορεσιά, τόσο άγνωστο παραμένει το όνομά της.
            Η πρώτη φορά που άκουσα την ονομασία της ήταν στις αρχές της δεκαετίας του 1980.
     Δεν ήταν μια απλή φιλική συζήτηση μεταξύ ανθρώπων που ασχολούνταν με τις τέχνες, αλλά μια κουβέντα για τις λεπτές διαφορές από φορεσιά σε φορεσιά.
   Γιατί «Στολή της Δευτέρας»; 
  Γιατί, όπως και η ίδια η νύφη, η φορεσιά αυτή ζει σε μια μεταβατική φάση. 
   Έχει αρχή και τέλος.
      Η νυφική ​​στολή φοριέται μονάχα την ημέρα του γάμου. 
   Αντίθετα, η «Στολή της Δευτέρας» δεν προοριζόταν για μία μόνο ημέρα.

   Έβγαινε από τον κομό της νύφης την πρώτη Δευτέρα μετά τον γάμο και τη συνόδευε σε κάθε επίσημη εμφάνισή της ως παντρεμένη γυναίκα, για έναν ολόκληρο χρόνο, ή και περισσότερο, έως ότου γίνει μητέρα. Ήταν η ενδυμασία που δήλωνε δημόσια αν η νύφη είχε πλέον περάσει η όχι στη φάση της καρποφορίας, στη σιωπηλή προσμονή του πρώτου παιδιού.

      Μέχρι τότε, δεν της επιτρεπόταν να παρευρίσκεται σε κηδείες ή μνημόσυνα, καθώς το σώμα της, φορέας της νέας ζωής, θεωρούνταν τελετουργικά «κλειστό» σε κάθε επαφή με τον θάνατο. 
      Ήταν ένας άγραφος, αλλά απαράβατος κανόνας της κοινότητας, που στόχευε στην προστασία της γονιμότητας και της μετάβασης στη μητρότητα.
         Το ίδιο έθιμο ακολουθούσε και ο νιόγαμπρος κατά τον πρώτο χρόνο του γάμου του, υποδηλώνοντας πως το ανδρόγυνο, ως μονάδα πλέον, έμπαινε σε περίοδο ιερής αποχής από ό,τι σχετιζόταν με το πένθος, προκειμένου να ριζώσει η ζωή πριν ξανακοιτάξει κατάματα τον θάνατο.
      Η «Στολή της Δευτέρας» δεν ήταν απλώς ένδυμα τιμής, ενσάρκωνε και κοινωνικούς συμβολισμούς, όριζε περιορισμούς και ανέδεικνε τον ρόλο της γυναίκας στην κρίσιμη μεταβατική περίοδο από τη νιότη προς τη μητρότητα.

Ένα ένδυμα που δεν ήταν απλώς φορεσιά, αλλά σύμβολο.
    Μια διακριτική υπενθύμιση ότι η νύφη βρισκόταν ακόμα στην αρχή της νέας της ζωής, σε μια περίοδο μετάβασης, όπου κάθε βλέμμα, κάθε χειρονομία, κάθε της βήμα κουβαλούσε το βάρος της αλλαγής και την προσδοκία του μέλλοντος. 
    Δεν υπήρχε λόγος να ρωτήσει κανείς. Αυτός ο κόσμος ήξερε να διαβάζει τη σιωπή. Την αλλαγή την πρόδιδε η ίδια η φορεσιά: η Δροπολίτισσα στολή, όπως φοριόταν πια αλλιώς, φανέρωνε όσα δεν λέγονταν με λόγια.

Τι αλλάζει από τη μία φορεσιά στην άλλη;

       Αν και οι δύο στολές μοιάζουν, οι διαφορές τους έχουν ουσιαστική σημασία.
       Η «Νύφη της Δευτέρας» φορά τα ίδια σκούφια με εκείνα της γαμήλιας στολής. Όμως, το «Γκρέκο» έχει αφαιρεθεί όπως και το ανεμοτό άσπρο φουστάνι με την σήτα είναι πλέων παρελθόν. Αντικαθίσταται με ένα  πανέμορφο νυφικό κοστούμι λαμπερών χρωμάτων κατά προτίμηση του μπλε η του πράσινου, ραμμένο με μεράκι που αλλάζουν την μεταβατική  εμφάνιση μαζί με τον τιμητικό τίτλο της νύφης από νύφη σε νιόνυφη που το φωνάζει η  φορεσιά από μόνη της.
      Η επιβλητική δαντελωτή κορώνα, σύμβολο της γαμήλιας δόξας, δεν έχει θέση στη νέα της ζωή. Το ίδιο και ο περίτεχνος τρόπος που έδενε το νυφιάτικο μαντήλι της Κυριακής διαφέρει στο δέσιμο.

 Η Νέα Εμφάνιση της Νιόνυφης με τη Στολή της Δευτέρας.

Η «Στολή της Δευτέρας» είναι πιο διακριτική, πιο κομψή. Το παλτό με τις τσέπες του δένει αρμονικά με το ανεμοτό φουστάνι, το οποίο αγκαλιάζει το σώμα με τις καλοσχηματισμένες πιέτες του. Οι αποχρώσεις που κυριαρχούν είναι το βαθύ μπλε (Λόϊνο  στη ντοπολαλιά) και το πράσινο, χρώματα που εκπέμπουν κύρος και γαλήνη.

      Στο σύνολο αυτό, η μεταξωτή μπροστέλα (ποδιά) παραμένει αμετάβλητη, ζωγραφίζοντας τη φορεσιά σε τόνους του κόκκινου ή του ροζ (τριανταφυλλί στη στη ντοπολαλιά) χρώματα που μιλούν για ζωή, αγάπη, αναγέννηση.
    Το ίδιο ισχύει και για το γιλέκο και το ζωνάρι, που διατηρούν το βαθύ χρώμα του κόκκινου κρασιού, σύμβολο πάθους και δύναμης.
    Κάθε λεπτομέρεια, κάθε πτυχή, κουβαλά έναν συμβολισμό, έναν ψίθυρο από το που αγκαλιάζει το παρόν και το παρελθόν
        Το πουκάμισο, όμως, διαφοροποιείται ελαφρώς.
       Οι πλάτες του κοσμούνται από φουσκωτά, μεταξωτά μανίκια, και όταν δεν υπήρχαν μεταξωτά, τα αντικαθιστούσαν με ύφασμα από ατλάζι, που γυάλιζε επίσης σαν μετάξι.
         Το ύφασμα αυτό ξεχώριζε σε αποχρώσεις του λευκού, του μπλε, του πράσινου, του κίτρινου και του κόκκινου, κάθε χρώμα με το δικό του συμβολισμό.
        Το λευκό της αγνότητας, το μπλε της γαλήνης, το πράσινο της ελπίδας, το κίτρινο του φωτός, το κόκκινο της αγάπης.
    Σαν μια παλέτα συναισθημάτων και προσδοκιών, υφασμένα πάνω στο ένδυμα που αγκαλιάζει τη νύφη στις πρώτες της μέρες ως ανδρόγυνο.

Η Αλλαγή στα Παπούτσια και η Εποχική Προσαρμογή

   Καθώς η νιόνυφη προχωρά στη νέα της ζωή, τα λευκά παπούτσια του γάμου της, σύμβολο της μεγάλης μέρας, δίνουν τη θέση τους σε πιο πρακτικά, καθημερινά υποδήματα. 
    Στη δεκαετία του 1970-80, οι περισσότερες νύφες προτιμούσαν μαύρα παπούτσια ή ακόμα και γυναικεία σάνταλα, ανάλογα με την οικονομική τους κατάσταση.
     Πριν από το 1990, τα υποδήματα αυτά διέφεραν αισθητά από τα σύγχρονα. Δεν υπήρχαν τα σημερινά παπούτσια με τα ψηλά, καρφωτά τακούνια. Αντίθετα, τα παπούτσια ήταν ελαφρός ποιο στρωτά και τα σάνταλα είχαν μικρότερο, φαρδύτερο τακούνι, που έφτανε περίπου στο μισό από αυτά που βλέπουμε σήμερα.

Οι επόμενες φορεσιές

    Στις περισσότερες περιπτώσεις, συνήθως μετά από ένα, δύο, το πολύ τρία χρόνια, η νύφη παύει να φορά τη  «Στολή της δευτέρας» γιατί εκείνη την εποχή, οι περισσότερες νύφες γίνονταν μητέρες από τον πρώτο κιόλα χρόνο, ή στην οικογένεια τύχαινε να παντρευόταν ο επόμενος ανδράδερφος, κι έτσι η θέση της περνούσε στην επόμενη νύφη.

  Η επόμενη φορεσιά διατηρεί τα ίδια στοιχεία με τη Στολή της Δευτέρας, με μία βασική αλλαγή: από την κεφαλή αφαιρούνται τα σκούφια, αφήνοντας μόνο το πόσι με ένα διαφορετικό δέσιμο περίτεχνο, που απαιτούσε γνώση και δεξιοτεχνία, την οποία κατείχαν λίγες στολίστρες σε κάθε χωριό. Εκείνες εξυπηρετούσαν όλον τον κόσμο χωρίς αντάλλαγμα, σαν να περνούσαν μέσα από τα χέρια τους όχι μόνο υφάσματα, αλλά και κομμάτια ζωής.

          Λέγεται πως η στολή αυτή με την κεφαλή, κρατείται για ένα χρόνο, όμως οι νυφάδες τη φορούν και στα επόμενα χρόνια, αν δεν έχουν γίνει ακόμα μητέρες.      Ωστόσο, τότε οι περισσότερες γίνονται μητέρες μέσα στον πρώτο χρόνο, και μαζί με τη μητρότητα, αποχωρούν κι από τα τελευταία σύμβολα της νιότης τους.

Η έννοια της λέξης «Νύφη»

Με το πέρασμα του χρόνου, η έννοια της λέξης «Νύφη» χάνεται σιγά-σιγά, όπως και η κάθε επίσημη ενδυμασία αντικαθίσταται σταδιακά με την επόμενη.

        Στο σπίτι όπου έγινε νύφη, όταν περιμένουν τη νέα νύφη που θα μπει ως σύζυγος του επόμενου γιου, τα πεθερικά και οι συγγενείς παύουν να την φωνάζουν έτσι. 
    Ο τίτλος της «Νύφης» περνά στην επόμενη νύφη από τη στιγμή του αρραβώνα της.
     Από εκείνη τη στιγμή, η προηγούμενη νύφη αποκτά νέα ταυτότητα, παίρνοντας το όνομα του άντρα της, όπως π.χ. Κωτσάινα, Κίτσαινα, Γιωργαίνα.
       Δεν είναι απλώς μια αλλαγή ονόματος, αλλά μια τελετουργική μετάβαση από τη νιόπαντρη γυναίκα στη σύζυγο, από τη νεοφερμένη στην εδραιωμένη νοικοκυρά.  Ένας άτυπος κύκλος ζωής, όπου κάθε νύφη κάποτε δίνει τη θέση της στην επόμενη, διατηρώντας μια αδιάκοπη συνέχεια μέσα στην οικογένεια.
           Υπάρχουν σπάνιες περιπτώσεις όπου ο τίτλος της «νύφης» διατηρείται ακόμη και σε προχωρημένη ηλικία, όταν η γυναίκα εξακολουθεί να ζει με τα πεθερικά της και δεν υπάρχει νέα νύφη στην οικογένεια.
       Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο τίτλος αυτός λειτουργεί ως αναγνώριση της θέσης της εντός του οικογενειακού και κοινωνικού πλαισίου, διατηρώντας την τιμή και τον σεβασμό που αποδίδεται στον θεσμό της νύφης.
       Είναι σαν ένας τιμητικός ρόλος που παραμένει ζωντανός μέσα στην οικογενειακή παράδοση, αναγνωρίζοντας τη θέση και το ρόλο της γυναίκας μέσα στο σπίτι και την κοινότητα.  

Το μαντήλι στη Δροπολίτικη παράδοση: σύμβολο τιμής, καθαριότητας και κοινωνικής θέσης

     Στη Δροπολίτικη παράδοση, το μαντήλι δεν αποτελεί απλώς ένα ενδυματολογικό στοιχείο, αλλά έναν πολυσήμαντο και αναπόσπαστο σύντροφο της γυναίκας σε όλες τις φάσεις της ζωής της, από τη στιγμή που γίνεται νύφη έως τα βαθιά της γεράματα.
         Μέσα από το μαντήλι αναδεικνύεται και η κοινωνική της θέση, το πέρασμά της από την κοριτσική ηλικία στη συζυγική και μητρική φάση, αλλά και η τιμητική της παρουσία στο οικογενειακό και κοινοτικό σύνολο.
        Ο όρος «μαντήλι» στη Δρόπολη έχει ευρύτερες σημασίες πέρα από το καθαυτό κεφαλομάντηλο.
       Ήταν απαραίτητο στοιχείο στον χορό, καθώς χωρίς αυτό απαγορευόταν σε μια γυναίκα να πιαστεί, ακόμα και με συγγενή της. 
       Η έλλειψη μαντηλιού θεωρούταν απρεπής και προσβλητική. 
     Το μαντήλι λειτουργούσε ως δείγμα σεβασμού και διακριτικότητας.
         Παράλληλα, το χειρομαντήλο εξυπηρετούσε καθημερινές και πρακτικές ανάγκες, χρησιμοποιούνταν για την καθαριότητα του ιδρώτα, των χεριών, της μύτης, ενώ δεν έλειπε ποτέ από την ποδιά ή το μανίκι της γυναίκας ως χρήσιμο εργαλείο της καθημερινότητας.
             Το κεφαλομάντηλο, πιο συγκεκριμένα, ήταν απαραίτητο όχι μόνο κατά την προετοιμασία του φαγητού ή το άνοιγμα των φύλλων για πίτες, αλλά και ως προστασία από τον ήλιο, ιδιαίτερα σε εξωτερικές εργασίες. 
      Φοριόταν επίσης κατά την παρασκευή διαφόρων τοπικών εδεσμάτων, όπως ο τραχανάς, τα πέτουρα και άλλα παραδοσιακά προϊόντα, όπου η καθαριότητα και η τάξη αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας. 
         Η πρώτη κίνηση της γυναίκας πριν ξεκινήσει τις δουλειές της ήταν να τραβήξει τα μαλλιά πίσω με τα χέρια της και να δέσει το μαντήλι, τόσο για λόγους υγιεινής όσο και για την αποφυγή τριχών στο φαγητό. 
       Αυτή η συνήθεια αποκτούσε ακόμη μεγαλύτερη ένταση και προβολή σε μεγάλες γιορτές, όπου όλα τα βλέμματα στρέφονταν στην προετοιμασία της νοικοκυράς και κάθε λεπτομέρεια είχε τη σημασία της.

      Το μαντήλι, λοιπόν, δεν ήταν απλώς ένα στολίδι ή στοιχείο ομορφιάς. 
     Ήταν σύμβολο τιμής, πρακτικό εργαλείο καθαριότητας και τάξης, και τελικά, ένα βαθιά ριζωμένο στοιχείο της γυναικείας ταυτότητας και καθημερινότητας στη Δρόπολη.

      
  Η μετάβαση μέσα από τον χρόνο

Καθώς περνούν τα χρόνια και μεγαλώνουν τα παιδιά, η γυναίκα απόχτα τη θέση της μάνας και αργότερα της πεθεράς. Και αυτή η αλλαγή δεν αποτυπώνεται μόνο στον ρόλο της μέσα στο σπίτι, αλλά και στην ενδυμασία της.
     Όσο μεγαλώνει, η φορεσιά της προσαρμόζεται ανάλογα την ηλικία και ρόλο. 
     Τα ζωηρά χρώματα της νιότης σταδιακά δίνουν τη θέση τους σε πιο σκούρες αποχρώσεις, σύμβολο της ωριμότητας και της σοβαρότητας που φέρνει η ηλικία. 
      Στα βαθιά γεράματα, η παράδοση υπαγορεύει μια ακόμη πιο αυστηρή αλλαγή. 
   Στην καθημερινότητα, στις επίσημες στιγμές, στις γιορτές και στις χαρές, οι ηλικιωμένες γυναίκες  οι «γριές» συνήθως φορούν μαύρα
       Στην κεφαλή, το λευκό μαντήλι υποδηλώνει την ηλικία και τη σοφία, ενώ αν η γυναίκα είναι χήρα, το λευκό αντικαθίσταται από το μαύρο, ως ένδειξη πένθους και σεβασμού για τον σύντροφο που έφυγε. 
        Έτσι, το ένδυμα δεν είναι απλώς ύφασμα και χρώμα· είναι σιωπηλή αφήγηση μιας ζωής, μια διαδρομή που ξεκίνησε με τη νιόπαντρη νύφη και κατέληξε στη σεβασμό μορφή της γιαγιάς.
     Οι φορεσιές αυτές επικράτησαν στο καθημερινό βίων ως το 1990.

Η φθορά του χρόνου και η αλλαγή της παράδοσης που ξεθωριάζει


Κάποτε, η νυφική ​​στολή ήταν αδιαπραγμάτευτο κομμάτι της τελετής του γάμου, σύμβολο μιας μετάβασης που σεβόταν τη συνέχεια των γενεών. Όμως, με το πέρασμα του χρόνου, οι παλιές συνήθειες άρχισαν να ξεθωριάζουν, όπως και η ίδια η παράδοση της Δεροπολίσσιας φορεσιάς. Σήμερα, οι νύφες   προτιμούν μοντέρνα νυφικά, απομακρυνόμενα από τις ρίζες τους.


     
Παλιότερα, η φορεσιά αυτή δεν ήταν ένα απλό
ένδυμα αλλά ένας κώδικας ζωής. Η νύφη την κρατούσε για έναν χρόνο μετά τον γάμο της, όμως αν δεν είχε γίνει μητέρα, τη φορούσε και για περισσότερο. Στην εποχή εκείνη, οι περισσότερες γυναίκες έφερναν στον κόσμο το πρώτο τους παιδί μέσα στον πρώτο χρόνο γάμου, γεγονός που καθόριζε ποτέ ότι εγκατέλειψε τη στολή αυτή για την επόμενη.
          Ακόμη και η λέξη «Νύφη» είχε τότε ένα συγκεκριμένο βάρος, μια προσωρινή ταυτότητα που άλλαζε με τον καιρό. Σε κάθε σπίτι, η νύφη ήταν η νέα γυναίκα που έμπαινε στην οικογένεια.     
    Όταν όμως ερχόταν μια επόμενη νύφη, ο τίτλος περνούσε σε εκείνη. Η προηγούμενη σταματούσε να αποκαλείται έτσι και πλέον η φώναζαν με το όνομα του άντρα της, σηματοδοτώντας τη νέα θέση που αποκτούσε μέσα στην οικογένεια.

            Και όπως η λέξη «Νύφη» χανόταν, έτσι χανόταν και η ίδια η φορεσιά. Με τα χρόνια, το ένδυμα που κάποτε ήταν σύμβολο τιμής και η καταγωγή αντικαταστάθηκε από πιο απλές και πρακτικές επιλογές. Οι νεότερες γενιές έπαψαν να τη φορούν, και οι τελευταίες που την ημέρα του γάμου τους ανήκουν πλέον στο παρελθόν. Μόνο λίγες, σπάνιες εξαιρέσεις τη διατηρούν ακόμα, σαν ανάμνηση μιας εποχής που χάνεται.
     Μετά το 1990, όταν άνοιξαν τα σύνορα και πολλοί εγκατέλειψαν τα χωριά τους για μια νέα ζωή στην Ελλάδα, οι Δεροπολίσσιες νύφες άρχισαν να αμφισβητούν την παραδοσιακή στολή. Το νυφικό με το βέλο, σύμβολο μιας πιο σύγχρονης και δυτικής αισθητικής, αντικατέστησε τη βαριά, περίτεχνη φορεσιά των προγόνων τους.
     
 Σήμερα, οι αυθεντικές Δεροπολίσσιες νυφικές στολές δεν φοριούνται πια στους γάμους. Αντίθετα, έχουν μετατραπεί σε κοστούμια για καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, εμφανιζόμενες μόνο σε παραδοσιακούς χορούς και πολιτιστικές εκθέσεις, είτε από συλλόγους της περιοχής είτε από κοινότητες της διασποράς.
         Κάποτε, η στολή αυτή ήταν αδιαπραγμάτευτο κομμάτι της τελετής, συνδεδεμένη με την τιμή, την ιστορία και τη συνέχεια των γενεών.
     Σήμερα, παραμένει ένα μνημείο μνήμης, φορεμένο για να διατηρήσει, έστω και συμβολικά, μια παράδοση που ξεθωριάζει με τον χρόνο.



    Μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 1990, οι ηλικιωμένες γυναίκες (οι μπάμπες) της Δερόπολης και της Ρίζας παρέμεναν πιστές στην παραδοσιακή τους ενδυμασία. Ντυμένες στα μαύρα, με μαύρο γιλέκο, μαύρο παλτό, μαύρο φουστάνι και μαύρη ποδιά, ακολουθούσαν έναν άγραφο κανόνα που καθόριζε την παρουσία τους μέσα στην κοινότητα. Το άσπρο μαντίλι στην κεφαλή, που συχνά κάλυπτε και το στόμα, ήταν σήμα κατατεθέν της σεμνότητας και του σεβασμού προς τις παραδόσεις. 

Οι χήρες ξεχώριζαν μόνο από το μαύρο μαντίλι τους, σύμβολο πένθους και απώλειας
Ωστόσο, με την πάροδο των χρόνων και την επιρροή της ευρωπαϊκής μόδας, ακόμα και αυτές οι γριές άρχισαν να προσαρμόσουν την ενδυμασία τους στα νέα δεδομένα. Σταδιακά, τα αυστηρά μαύρα ρούχα αντικαταστάθηκαν με πιο μοντέρνες επιλογές, ενώ το παραδοσιακό μαντίλι έπαψε να φοριέται.
    Σήμερα, ελάχιστες ηλικιωμένες γυναίκες έχουν απομείνει να τηρούν το Δεροπολίτικο έθιμο, το οποίο βρίσκεται πλέον στα όρια της εξαφάνισης.
     Η εικόνα της γιαγιάς με το μαύρο ντύσιμο και το λευκό μαντίλι ανήκει πια στις μνήμες των παλαιότερων γενεών, αφήνοντας τη θέση της σε μια νέα εποχή, όπου η παράδοση σιγά-σιγά δίνει τη σκυτάλη.

    Αυτά για ένα κομμάτι της παράδοσης μιας περασμένης εποχής που την ζήσαμε και ζούμε ακόμα στα δικά μας χρόνια.


Χρήστος Γιάννης
8 Οκτωβρίου ‎2019

Τελευταία σύνταξη 20.7.2025





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΤΟ ΦΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΣΤΑΥΡΟ ΣΤΟ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΣΤΟ ΒΟΥΛΙΑΡΑΤΙ

      ΤΟ ΦΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΣΤΑΥΡΟ ΣΤΟ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΣΤΟ ΒΟΥΛΙΑΡΑΤΙ        Το Βουλιαράτι είναι ξακουστό χωριό και γνωστό πως  έχ...