Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2025

Η καντάδα του «Κυνηγού» δεν είναι απλώς μια μουσική σύνθεση, αλλά ένας πολύτιμος φορέας μνήμης, ταυτότητας και ιστορίας, που εξακολουθεί να εμπνέει και να συγκινεί.


Η καντάδα του «Κυνηγού» δεν είναι απλώς μια μουσική σύνθεση, αλλά ένας πολύτιμος φορέας μνήμης, ταυτότητας και ιστορίας, που εξακολουθεί να εμπνέει και να συγκινεί.

  _____________________________   
          

       Η καντάδα του «Κυνηγού» είναι δείγμα της  πολιτιστικής κληρονομιάς που  οι ξενιτεμένοι  του χωριού μας μετέφεραν τραγούδια και τα ενσωμάτωσαν στην τοπική παράδοση της περιοχής,  φροντίζοντας να τα διατηρήσουν αυθεντικά
      Η Καντάδα του Κυνηγού δεν ήταν απλώς ένα τραγούδι για τη Γλύνα, ήταν ένα ζωντανό κομμάτι της ψυχής της.
      Η αυθεντικότητά της διατηρήθηκε χάρη σε ανθρώπους που την αγάπησαν βαθιά και αφιέρωσαν τον εαυτό τους στη διάσωσή της.
       Ανάμεσά τους και η παρέα του  Κώστα  Τσόμπου και ο Ευάγγελου Μπατζέλη που στέκονταν και αυτοί ως φύλακες της μουσικής παράδοσης του χωριού.
          Για εκείνους, το τραγούδι δεν ήταν μόνο νότες και στίχοι, ήταν κληρονομιά, ένας δεσμός με το παρελθόν που έπρεπε να μείνει άθικτος. Φρόντισαν να μεταδοθεί στις επόμενες γενιές όπως το παρέλαβαν, χωρίς παραλλαγές ή αλλοιώσεις.  
        Στη Γλύνα, οι καλύτεροι τραγουδιστές δεν ήταν εκείνοι που έβαζαν τη δική τους σφραγίδα της καλής φωνής, αλλά όσοι σέβονταν την πρωταρχική μορφή του τραγουδιού, αποδίδοντάς το με αγνότητα και αυθεντικότητα. 
      Έτσι, η Καντάδα του Κυνηγού παρέμεινε ζωντανή, συνεχίζοντας να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητας του χωριού.

       Αυτή η προσέγγιση δείχνει τη βαθιά εκτίμηση για τις ρίζες και την παράδοση, που διατηρούνται ακόμη και όταν τα ονόματα των δημιουργών χάνονται στο πέρασμα του χρόνου.
       Χάρη σε αυτούς, μπορέσαμε να καταγράψουμε την «Καντάδα του Κυνηγού», όχι απλώς για να μάθουμε ένα τραγούδι, άλλωστε, η καντάδα του Κυνηγού ήταν ήδη γνωστή πανελλαδικά πριν την μάθουν οι Γλυνιώτες, αλλά για να κατανοήσουμε τη σημασία που αποδίδονταν και τον τρόπο με τον οποίο διατηρούσαν και σεβόντουσαν τη γνησιότητα των εισαγόμενων τραγουδιών, ενσωματώνοντάς τα στη δική τους παράδοση.
         Είναι ένα δείγμα της υπευθυνότητας και της σωστής διατήρησης της παράδοσης, ως σπάνιο και πολύτιμο στοιχείο, χωρίς "δασκαλέματα" και διορθώσεις.



Ο Χαραλάμπης Μπατζέλης και η προσφορά του στη διάσωση στοιχείων της τοπικής παράδοσης.

Χαραλάμπης Μπατζέλης


    Ο Χαραλάμπης καταγόταν από την φημισμένη οικογένεια μουσικών, απόγονος των Κυριακαίων, με βαθιές ρίζες στη δημοτική μουσική. 
       Ο πατέρας του υπήρξε ένας από τους θρυλικούς «Πέντε Γλυνιώτες», που το 1935 ηχογράφησαν στην Αθήνα, σε πλάκα γραμμοφώνου, τα τραγούδια «Βλάχα» και «Κάπου μια όμορφη».
    Ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση, συμμετείχε ενεργά στις τοπικές λαϊκές ορχήστρες, κρατώντας στα χέρια του το πολύτιμο λαούτο του παππού του, του Νάκου Κυριάκη. Ο Νάκος το είχε φέρει στο χωριό από την Αμερική και έπαιζε με αυτό με τις πρώτες τοπικές ορχήστρες της εποχής του, έχοντας μαζί του και δύο βιολιά, το ένα ιδίως, ξεχώριζε για την ποιότητα και τη φωνή του. Με αυτά τα όργανα έδινε το παρών σε κάθε γιορτινή περίσταση, κρατώντας ζωντανό τον παλιό ήχο και το μουσικό αποτύπωμα της οικογένειας
      Εκτός από εξαιρετικός λαουτιέρης, ήταν και βαθύς γνώστης της τοπικής παράδοσης.
    Μαζί με την παρέα της ηλικίας του έφτιαχναν στίχους για κάθε περίσταση, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη σάτιρα του χωριού, μια ζωντανή παράδοση που περνούσε αναλλοίωτη από γενιά σε γενιά.

    Η συνεργασία μας μαζί του υπήρξε μακρόχρονη και δημιουργική. 
     
Για πολλά χρόνια, παίζαμε μαζί στην ορχήστρα του Αντώνη Γιάννη από τη Βράχογοραντζή, μοιραζόμενοι τη χαρά της μουσικής και της αυθεντικής λαϊκής έκφρασης.

Μια πολύτιμη συνάντηση - 4 Απριλίου 2009

        Στις 4 Απριλίου 2009, είχαμε μια εκτενή και ουσιαστική συζήτηση. 
    Αυτή τη φορά, πολλά από τα ακούσματα που είχε διασώσει στη μνήμη του από την προηγούμενη γενιά, δεν έμειναν μόνο στα λόγια. 
   Τα καταγράψαμε και στο κασετόφωνο, διατηρώντας τα αυθεντικά, όπως τα αφηγήθηκε ο ίδιος.
      Ένιωσε μεγάλη χαρά όταν του ζητήσαμε την άδεια να χρησιμοποιήσουμε αποσπάσματα από αυτή τη συνέντευξη. 
     Γνώριζε πως, με αυτόν τον τρόπο, η πολύτιμη γνώση του θα γινόταν πολύτιμος οδηγός για τις επόμενες γενιές που ασχολούνται με την τοπική παράδοση. 
       Κι όμως, η απουσία του είναι αισθητή, μας λείπει… θα θέλαμε να τον έχουμε ακόμα κοντά μας, να μας συμβουλεύει, όπως τότε, με τη βαθιά του γνώση, τη φιλοσοφία και την ξεκάθαρη ματιά του πάνω στην παράδοση και τη ζωή.

 
Η Συνέντευξη που αποκαλύπτει τους χαμένους στίχους: Το μυστήριο του ονόματος της καλογραίας.

    Η συνέντευξη αυτή αποτελεί ένα σπάνιο και πολύτιμο ντοκουμέντο γιατί περιλαμβάνει τους πιο σημαντικούς στίχους, τους οποίους δεν τις βρήκαμε σε άλλες εκδοχές της καντάδας και αποτελούν την καρδιά του τραγουδιού την αποκάλυψη του ονόματος της καλογραίας μέσα από αινιγματικούς αριθμούς του Πέντε, έντεκα και πέντε, δεκατρία και εφτά.

   



ΚΥΝΗΓΟΣ

__________________

Ένας νιός και μία νέα
 αγαπιόνταν μια φορά. 
Αυτή τον αγαπούσε τρελά,
 αυτός την παίδευε σκληρά. 
Αποφάσισε η νέα 
σε βαπόρι ν' ανεβεί 
Στ' άγρια βουνά να πάει, 
καλογραία να γινεί.
 Πριν περάσουν τρία χρόνια 
τη θυμήθηκε ο νιός. 
Το τουφέκι του αρπάζει,.....
 πάει να γίνει κυνηγός.

Πηγή των παραπάνω στοίχων: από το διαδίκτυο  @katerinazioga4892 πριν από 3 έτη

_____________________


(Παρακάτω ακολουθούν οι επόμενοι στίχοι ακριβώς όπως σώθηκαν στη Γλύνα και μας τους μεταφέρει ο Χαραλάμπης Μπατζέλης στη συνέντευξη)

Κυνηγός που κυνηγούσε
εις τα δάση μια φορά
έτυχε να συναντήσει
μια έρημο εκκλησιά.

κυνηγάει και μπαίνει μέσα
με λυπητερή καρδιά
εκεί μέσα συναντάει
μια μικρή καλογριά.

-Καλογραία μου, της λέει,
το όνομά σου επιθυμώ,
το όνομά σου κι ας πεθάνω
στο ερημοκλήσι αυτό.

-Το όνομά μου δεν στο λέω,
γιατί θα με λυπηθείς,
γιατί εσύ ήσουν η αιτία
καλογραία να με δεις.

Το όνομά μου είναι τούτο,
τα στοιχεία του είναι αυτά:
Πέντε, έντεκα και πέντε,
δεκατρία και εφτά.

(δηλαδή, αριθμητικά σε αλφαβητικά:  (5-11-5-13-8 Ε-Λ-Ε-Ν-Η )

Έλα, πάτησε τον όρκο
και παντρέψου μία φορά,
πάρε με, τον κυνηγάρη,
που σε αγάπησα πιστά.

-Πώς τον όρκο να πατήσω,
τον Θεό να απαρνηθώ;
Πάνε τώρα δυο χρόνια
που ασκητεύω εδώ.

Η τροφή μου είναι το χόρτο,
το κρεβάτι μου είναι αυτό,
και μια πέτρα μαξιλάρι,
έτσι μού ήτανε γραφτό.

Πάει και την αγκαλιάζει,
τον αγκάλιασε κι αυτή,
και του λέει: «Εγώ πεθαίνω,
θάψε μου το κορμί».

Όπου δεις δύο κυπαρίσσια
και στη μέση μια μυρτιά,
εκεί μέσα είναι θαμμένη
η μικρή καλογριά.

Όπου δεις δυο κυπαρίσσια
και στη μέση ένα σταυρό,
εκεί μέσα είναι θαμμένος
ο μικρός ο κυνηγός.


         Ένα τραγούδι γεμάτο μυστήριο, συναίσθημα και βαθύ συμβολισμό, που διασώθηκε μέσα από τη μνήμη και φροντίδα ανθρώπων της παράδοσης.


Η πορεία της «Καντάδας του Κυνηγού» μέσα στον χρόνο

          
Η καντάδα του κυνηγού βιντεοσκοπημένη από τον Χρήστο Γιάννη
Ζάκυνθος. Τετάρτη, ‎21 ‎Αυγούστου ‎2019, ‏‎10:49:18 μμ


       Η καντάδα «Κυνηγός», όπως και πολλά άλλα εισαγόμενα  λαϊκά τραγούδια του είδους, πρόκειται για μία από τις πολλές  καντάδες των επτανήσων του Ιονίου, η οποία ακούστηκε   από τους ξενιτεμένους στα στέκια γλεντζέδων της Αθήνας και τα μετέφεραν στα χωριά μας.
    Λόγω του ύφους του, ο «Κυνηγός» εντάχθηκε στα «Επιτραπέζια» τραγούδια της Δερόπολης, τα λεγόμενα τραγούδια της «Τάβλας».


Η Καντάδα του Κυνηγού: Μια Λαογραφική και Μουσικολογική Προσέγγιση

         Η πλούσια θεματολογία και η μελωδία της, επηρεασμένη από το επτανησιακό μουσικό ιδίωμα, δεν στάθηκαν εμπόδιο για την αποδοχή της στην περιοχή.  
       Μέσω της προφορικής παράδοσης και των μεταναστευτικών ροών, η καντάδα έγινε μέρος του τοπικού μουσικού ρεπερτορίου, ενδυναμώνοντας τη σύνδεση της περιοχής με την πολιτιστική κληρονομιά των Επτανήσων.

Η Πορεία της Καντάδας στον Χρόνο

      Όπως προαναφέραμε, το τραγούδι διαδόθηκε στα χωριά της Δερόπολης μέσω των ξενιτεμένων κατοίκων της που επέστρεφαν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, φέρνοντας μαζί τους μουσικά ακούσματα από τα αστικά κέντρα και τα ενσωμάτωναν πλήρως στο τοπικό ρεπερτόριο, αποκτώντας έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα δίνοντας τους μια σημαντική θέση ανάμεσα στα τοπικά επιτραπέζια τραγούδια της τάβλας, που συνδύαζαν προσθέτοντας νέα στοιχεία στην τοπική δημοτική μουσική.
        Αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της μουσικής ώσμωσης μεταξύ διαφορετικών περιοχών του ελληνικού χώρου που δεν το εμπόδισε να ριζώσει στις μουσικές πρακτικές άλλων περιοχών, μεταβαλλόμενο σε ένα τραγούδι της λαϊκής συνείδησης

      

Η Καντάδα του Κυνηγού:
Μια σπάνια λαϊκή παρακαταθήκη


         Ένα ιδιαίτερο στοιχείο του τραγουδιού είναι η κρυπτογράφηση του ονόματος της καλογραίας μέσα από έναν αριθμητικό γρίφο.
      Ο Χαράλαμπης Μπατζέλης, βαθύς γνώστης της τοπικής παράδοσης, από τότε, πριν ακόμα ανοίξουν τα σύνορα, που δεν είχε δυνατότητα επαφής με την Ελληνική λογοτεχνία, πίστευε ότι οι δημιουργοί του τραγουδιού δεν ήταν απλοί λαϊκοί στιχουργοί. 
       Οι αριθμοί «πέντε, έντεκα και πέντε, δεκατρία και εννιά», κατά τον Χαραλάμπη Μπατζέλη, δεν φαίνονται να είναι τυχαίοι, αλλά αποτέλεσμα της σκέψης μορφωμένων ανθρώπων των γραμμάτων. 
        Η σύνθεση και η επιλογή αυτών των αριθμών δείχνουν την πρόθεση των δημιουργών να κωδικοποιήσουν γνώσεις και συμβολισμούς που μπορούσαν να αναγνωριστούν από εκείνους που είχαν την παιδεία και τη δυνατότητα να κατανοήσουν τις βαθύτερες σημασίες του τραγουδιού.

      Η καντάδα του «Κυνηγού» δεν αποτελεί απλώς ένα τραγούδι, αλλά μια ζωντανή μαρτυρία της πολιτιστικής κληρονομιάς, που γεφυρώνει το παρελθόν με το παρόν. 
      Καθώς ταξίδεψε σε διάφορα μέρη, υπέστη παραλλαγές που αποκαλύπτουν όχι μόνο την ευρύτητα της απήχησής της, αλλά και την ανησυχία των ανθρώπων για τη διατήρηση της αυθεντικότητάς της. 
        Η ανάγκη για προσεκτική μεταφορά της παράδοσης, χωρίς αλλοιώσεις, αντικατοπτρίζει τον σεβασμό προς την πολιτιστική ταυτότητα και τη βαθιά επιθυμία διατήρησης των αυθεντικών στοιχείων της.
        Τα παραδοσιακά τραγούδια ενσαρκώνουν την αξία της παράδοσης, καθώς διατηρούν την αυθεντικότητά τους μέσα από τις γενιές. 
       Αν και τα ονόματα των δημιουργών τους χάνονται στον χρόνο, τα τραγούδια τους συνεχίζουν να ζουν, να διδάσκουν και να συνδέουν τους ανθρώπους με την πολιτιστική τους κληρονομιά. 
    Είναι μια αναλλοίωτη μαρτυρία του παρελθόντος, που μεταδίδεται αδιάκοπα και συντηρεί τις ρίζες του λαού.
       Μέσα από αυτά τα τραγούδια, οι παραδόσεις και οι ιστορίες των προγόνων ζωντανεύουν ξανά, προσφέροντας στους νέους τη δυνατότητα να συνδεθούν με την πολιτιστική τους κληρονομιά και να την μεταδώσουν στις επόμενες γενιές.
        Έτσι, και η καντάδα του «Κυνηγού» δεν είναι απλώς μια μουσική σύνθεση, αλλά ένας πολύτιμος φορέας μνήμης, ταυτότητας και ιστορίας, που εξακολουθεί να εμπνέει και να συγκινεί.


Μονοπάτια Έρωτα και Μοίρας: 
Συμβολισμοί της Αγάπης και της Θυσίας στην Καντάδα: Από την Απογοήτευση στην Αθανασία

Το τραγούδι της Καντάδας είναι γεμάτο συμβολισμούς που αναδεικνύουν την αντίθεση μεταξύ της αγάπης και της απογοήτευσης, της μοίρας και της αναζήτησης της πνευματικής ειρήνης. Κάθε στοιχείο του τραγουδιού φέρει μια βαθύτερη έννοια που συνδέει τον έρωτα, την απογοήτευση, τη θυσία και την αθανασία.

  1. Η Ελένη και το Όνομα: Το όνομα «Ελένη», που αποκαλύπτεται μέσω αριθμών, έχει έναν ισχυρό συμβολισμό της καθαρής, αληθινής αγάπης, που όμως παραμένει αδιεκδίκητη και αναπόδραστη. Η χρήση των αριθμών (5, 11, 5, 13, 7), που σχηματίζουν το όνομα, υπογραμμίζει την ιδέα ότι η αγάπη δεν είναι κάτι επιφανειακό ή απτό, αλλά κάτι που κρύβει μια βαθιά ουσία, γεμάτη μυστήριο και αινίγματα.

  2. Τα Βουνά και η Απόσυρση: Η απόφαση της Ελένης να αποσυρθεί στα βουνά και να αφιερωθεί στη ζωή της καλογριάς, εκφράζει την αναζήτηση πνευματικής ειρήνης και γαλήνης, μακριά από τη συναισθηματική και κοινωνική σύγχυση. Τα βουνά συμβολίζουν τον απομονωμένο κόσμο, τον χώρο όπου μπορεί κανείς να βρει την αληθινή του φύση, μακριά από τις επιθυμίες και τα βάρη της γης.

  3. Η Σιωπή και οι Ματιές: Η σιωπή μεταξύ των δύο χαρακτήρων, όταν οι ματιές τους συναντιούνται χωρίς να ανταλλάξουν λόγια, συμβολίζει την αδυναμία της γλώσσας να εκφράσει την πληρότητα και την ένταση των συναισθημάτων τους. Η σιωπή αυτή είναι ταυτόχρονα μια μορφή επικοινωνίας που ξεπερνά την ανάγκη για λέξεις, και ενώνει τις ψυχές τους σε μια αδιάσπαστη σχέση.

  4. Τα Κυπαρίσσια και Ο Σταυρός: Τα κυπαρίσσια, που συμβολίζουν την αθανασία και την αιωνιότητα, στέκονται πάνω από τα σώματα των δύο νέων, συνδέοντας τη ζωή και τον θάνατο, την αγάπη και την απώλεια. Ο σταυρός, από την άλλη, υπογραμμίζει την ιδέα της θυσίας και της πνευματικής έντασης, ενώ παράλληλα αναδεικνύει την αίσθηση της πίστης και της σωτηρίας που είναι παρούσα ακόμα και στην πιο σκοτεινή ώρα.

  5. Η Μυρτιά και η Θυσία: Η μυρτιά, ως σύμβολο της αγνότητας και της αναγέννησης, συνδέεται με την αγάπη της Ελένης για τον κυνηγό και την πίστη που διατηρεί ακόμα και μέσα από τη θυσία της. Η παρουσία της μυρτιάς στο μνημείο τους δείχνει ότι η αγάπη, ακόμη και αν φτάνει στο τέλος της, αναγεννιέται μέσα από τη θυσία και την αιώνια μνήμη.

Το τραγούδι αναδεικνύει την έννοια ότι η αγάπη, παρά τις δυσκολίες και την απογοήτευση που μπορεί να φέρει, παραμένει αιώνια και αναγεννιέται μέσα από τις πράξεις πίστης και θυσίας, μεταμορφώνοντας τη θλίψη σε κάτι ιερό και αμετάβλητο.

___________________________


Η Ιστορία του Τραγουδιού των Ξενιτεμένων: Πώς Ταξίδεψαν οι Ήχοι και οι Ρυθμοί από Περιοχή σε Περιοχή

Πριν από το 1940, οι ξενιτεμένοι χωριανοί μας που αναζήτησαν εργασία στην Αθήνα συνήθιζαν να συγκεντρώνονται στα γνωστά αθηναϊκά στέκια των γλεντζέδων, σταθερά σημεία συνάντησης, όπου κάθε παρέα διατηρούσε ζωντανή τη μουσική και πολιτισμική της ταυτότητα. Εκεί, κάθε γεωγραφική περιοχή είχε τον δικό της χώρο, όμως, με τον καιρό, οι επιρροές άρχισαν να διασταυρώνονται. Ο καθένας έφερνε τον ιδιωματισμό και το ιδιαίτερο ύφος του τόπου του, και μέσα από αυτόν τον σύνθετο πολιτισμικό διάλογο γεννήθηκε μια νέα, πολυφωνική λαϊκή παράδοση.

Τραγούδια που ξεχώριζαν είτε για τη μελωδία, είτε για τους στίχους ή το χρώμα της ερμηνείας τους  γίνονταν αντικείμενο θαυμασμού, μιμούνταν και τελικά μεταφέρονταν στα χωριά, ως δείγμα δεξιοτεχνίας και πολιτισμικής «προκοπής». Ο ξενιτεμένος που μάθαινε και μετέφερε αυτά τα τραγούδια επέστρεφε στον τόπο του όχι μόνο ως εργάτης ή οικογενειάρχης, αλλά και ως φορέας ενός νέου μουσικού αρώματος, που απέπνεε εξέλιξη και ανώτερο γούστο. Ήταν ένας τρόπος κοινωνικής ανάδειξης   ένας άτυπος τίτλος τιμής που φανέρωνε ότι «προόδευσε», ότι έγινε υπολογίσιμος στην τοπική κοινωνία, και ότι μπορούσε πλέον να διεκδικεί μεγαλύτερες ευκαιρίες για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Σε αυτά τα στέκια, μπορούσε κανείς να ακούσει ακόμα και ναξιώτικες ή γενικότερα νησιώτικες καντάδες,  όχι με τη συχνότητα και την ένταση που είχαν στα ίδια τα νησιά, αλλά αρκετά ώστε να αφήσουν ένα ηχηρό αποτύπωμα στη μνήμη των παρευρισκομένων. Έτσι, ο ήχος ταξίδευε, μεταμορφωνόταν, και επέστρεφε στο χωριό ως ένα δείγμα ενός κόσμου πιο πλατιού, πιο ανοιχτού και πιο υποσχόμενου.

Η Αθήνα, ως πρωτεύουσα και μεγάλο αστικό κέντρο, είχε πληθυσμό από πολλά μέρη της Ελλάδας, συμπεριλαμβανομένων και νησιωτών που είχαν μεταναστεύσει ή ήρθαν για εργασία, σπουδές, ή άλλους λόγους. Αυτοί οι νησιώτες συνήθιζαν να διατηρούν ζωντανή την παράδοση των καντάδων και των νησιώτικων τραγουδιών τους, κυρίως σε «στεκιά» όπου μαζεύονταν να τραγουδήσουν και να παίξουν μουσική. 

Επτανησιακή καντάδα στην Αθήνα

Η επτανησιακή καντάδα, με την τριφωνική της αρμονία (πρίμο, σεκόντο, μπάσο), εισήχθη στην Αθήνα μετά την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα το 1864. Πολλοί μουσικοί από τα Ιόνια νησιά εγκαταστάθηκαν στην πρωτεύουσα και ίδρυσαν τα πρώτα ωδεία, μεταφέροντας την αγάπη τους για την όπερα και την καντάδα. Αυτή η επιρροή οδήγησε στη διαμόρφωση της αθηναϊκής καντάδας, η οποία συνδύασε στοιχεία από την επτανησιακή παράδοση με την ελληνική δημοτική μουσική και τα αστικολαϊκά τραγούδια των Βαλκανίων και της Ανατολής. ntopiolalieselladas.blogspot.com+5ProtoThema+5Avopolis+5ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ+4CultureNow.gr+4ProtoThema+4ntopiolalieselladas.blogspot.com

Στέκια και κοινωνικές συνθήκες

Οι καντάδες εκτελούνταν κυρίως σε ταβέρνες και καφενεία, όπου οι παρέες συγκεντρώνονταν για να τραγουδήσουν και να διασκεδάσουν. Ορισμένες περιοχές της Αθήνας, όπως η Πλάκα και ο Ψυρρής, ήταν γνωστές για την έντονη μουσική τους ζωή, με τους δρόμους να γεμίζουν από μελωδίες το βράδυ. Η κοινωνική αποδοχή της καντάδας ήταν μεγάλη, αν και υπήρχαν και περιπτώσεις όπου οι κανταδόροι αντιμετωπίζονταν με σκεπτικισμό ή ακόμα και καταστολή από τις αρχές. AthensVoice+2AthensVoice+2Άγιοι Θεόδωροι+2ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Πολιτιστική σημασία

Η καντάδα αποτέλεσε σημαντικό στοιχείο της πολιτιστικής ζωής της Αθήνας πριν το 1940, εκφράζοντας συναισθήματα αγάπης και ρομαντισμού. Αν και με την πάροδο του χρόνου η δημοτικότητά της μειώθηκε, η επιρροή της παραμένει εμφανής στη μουσική παράδοση της πόλης.ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

1. Συγκεκριμένα τραγούδια

  • «Του αητού τα φτερά» -Ένα από τα γνωστά επτανησιακά καντάδες που κυκλοφορούσε και ακούγονταν σε ταβέρνες της Αθήνας. Έχει χαρακτηριστική μελωδία με τριφωνικές αρμονίες, που δίνει το επτανησιακό χρώμα.

  • «Καντάδα του Αγίου Διονυσίου»  - Παραδοσιακό τραγούδι που ερμηνευόταν σε παρέες και συχνά συνδέεται με την επτανησιακή παράδοση.

  • «Στα στενά της Κέρκυρας»  - Αν και αναφέρεται γεωγραφικά, αυτό το είδος τραγουδιού μεταφέρθηκε από μουσικούς επτανήσιους στην Αθήνα.


2. Καλλιτέχνες - Ομάδες

  • Νίκος Καλαντζής (1890-1950)  Ένας από τους πιο γνωστούς κανταδόρους που είχε καταγωγή από τα Επτάνησα και έζησε στην Αθήνα. Συμμετείχε σε παραστάσεις καντάδας σε ταβέρνες του κέντρου, ιδιαίτερα στην Πλάκα.

  • Ομάδες κανταδόρων επτανήσιων   Υπήρχαν μικρές ομάδες που συνήθως απαρτίζονταν από βιολιά, μαντολίνα, κιθάρες, και τραγουδούσαν επτανησιακές καντάδες σε κοινωνικές εκδηλώσεις και ταβέρνες. Πολλοί από αυτούς ήταν μετανάστες από την Κέρκυρα, τη Ζάκυνθο, και την Κεφαλονιά.


3. Περιοχές - Στέκια στην Αθήνα

  • Πλάκα - Ήταν το πιο γνωστό σημείο όπου άνθισε η καντάδα. Τα στενά της Πλάκας φιλοξενούσαν καφενεία και ταβέρνες όπου οι μουσικοί έδιναν παραστάσεις καντάδας, ειδικά τα βράδια.

  • Ψυρρή  - Μια γειτονιά γνωστή για τη λαϊκή της ατμόσφαιρα, όπου οι επτανησιακοί μετανάστες και άλλες κοινότητες συγκεντρώνονταν για μουσική και τραγούδι.

  • Νεάπολη (Εξάρχεια)  - Ακόμα μια περιοχή με καφενεία και στέκια όπου οι επτανήσιοι μουσικοί και κανταδόροι έπαιζαν.

  • Καφενεία στο κέντρο της Αθήνας - Πολλά καφενεία και ταβέρνες στο κέντρο είχαν «κανταδόρους» που εμφανίζονταν κατ’ επανάληψη, διατηρώντας ζωντανή την παράδοση.


4. Κοινωνικό Πλαίσιο

Οι επτανήσιοι μετανάστες στην Αθήνα διατήρησαν έντονα την πολιτιστική τους ταυτότητα μέσω της καντάδας. Η καντάδα λειτουργούσε όχι μόνο ως ψυχαγωγία αλλά και ως μέσο κοινωνικής συνεύρεσης και έκφρασης συναισθημάτων, κυρίως έρωτα και νοσταλγίας για τον τόπο τους.

Η καντάδα στην Αθήνα της εποχής ήταν ένα ζωντανό κοινωνικό φαινόμενο που άγγιζε όλες τις τάξεις, από τους καλλιτέχνες και τους φοιτητές μέχρι και τους εργάτες.


Συνοπτικά: Ναι, υπήρχαν νησιώτικες καντάδες που ακούγονταν στην Αθήνα πριν το 1940, κυρίως σε συγκεκριμένα καφενεία, ταβέρνες και συλλόγους όπου μαζεύονταν οι νησιώτες και προσπαθούσαν να κρατήσουν ζωντανή την πολιτιστική τους κληρονομιά.


Το ίδιο έγινε και με τραγούδια από άλλες περιοχές της Ελλάδας, που οι ξενιτεμένοι τα έφεραν μαζί τους και τα έκαναν κομμάτι της τοπικής παράδοσης.



Χρήστος Γιάννης
2009

Τελευταία σύνταξη 29.5.2025


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΤΟ ΦΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΣΤΑΥΡΟ ΣΤΟ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΣΤΟ ΒΟΥΛΙΑΡΑΤΙ

      ΤΟ ΦΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΣΤΑΥΡΟ ΣΤΟ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΣΤΟ ΒΟΥΛΙΑΡΑΤΙ        Το Βουλιαράτι είναι ξακουστό χωριό και γνωστό πως  έχ...