ΑΧ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΛΑΡΙΝΟ ΤΟΥ ΤΑΣΣΟ ΧΑΛΚΙΑ
Όταν η γενιά μας ακούει τα παλιά ηπειρώτικα κλαρίνα, ξυπνούν μέσα της αναμνήσεις που ριγούν τη σάρκα, που σηκώνουν τις τρίχες σαν ριπές ανέμου στα σπαρτά της ψυχής. Ήχοι που αναδεύουν τα έγκατα της ύπαρξης, σαν να ξυπνούν αρχέγονα ένστικτα και μνήμες χαμένες στα βάθη του χρόνου, ανασαίνοντας την ίδια την ψυχή του τόπου.
Μας έλειπε η ποιοτική μουσική, τα ακούσματα εκείνα που άλλοτε γέμιζαν τα χωριά από τους δύο, τρεις γραμμόφωνους μονάχα, φερμένοι απ’ την Αθήνα πριν το ’40. Οι γλυκόπικρες νότες ταξίδευαν πάνω απ’ τις στέγες, πλέκοντας όνειρα μες στην ομίχλη των βουνών. Και ύστερα, τα μικρά τρανζιστοράκια του ’72, σαν αδύναμες σπίθες έφερναν ήχους που αναστάτωναν την ψυχή, που γέμιζαν με μια γλυκιά, σχεδόν επώδυνη νοσταλγία, σαν κάλεσμα από μια άλλη εποχή.
Μας έλειπε η ποιοτική μουσική, τα ακούσματα εκείνα που άλλοτε γέμιζαν τα χωριά από τους δύο, τρεις γραμμόφωνους μονάχα, φερμένοι απ’ την Αθήνα πριν το ’40. Οι γλυκόπικρες νότες ταξίδευαν πάνω απ’ τις στέγες, πλέκοντας όνειρα μες στην ομίχλη των βουνών. Και ύστερα, τα μικρά τρανζιστοράκια του ’72, σαν αδύναμες σπίθες έφερναν ήχους που αναστάτωναν την ψυχή, που γέμιζαν με μια γλυκιά, σχεδόν επώδυνη νοσταλγία, σαν κάλεσμα από μια άλλη εποχή.
Ο αποκλεισμός μπορεί να έπνιγε την τέχνη του κλαρίνου, μα όχι την ψυχή του Ηπειρώτη. Κι από τα ραδιοκύματα εκείνης της εποχής, τα μεγάλα ονόματα χαράχτηκαν στη μνήμη μας σαν θρύλοι, σαν πετρωμένα τραγούδια της παράδοσης: ο Τάσσος Χαλκιάς, ο Μιλτιάδης Μάστορας, ο Κιτσάκης, ο Μπέλλος, ο Σιάτρας… Κι όταν έσμιγε το κλαρίνο του Χαλκιά με τη φωνή του Σάββα, αναστέναζαν και οι πέτρες. Το κλαρίνο έκαιγε σαν φλόγα που χόρευε στον άνεμο, και η φωνή άγγιζε αθέατες χορδές της ψυχής, τανύζοντας την μέχρι τα πέρατα του ορίζοντα, όπου ο ουρανός σμίγει με τη γη.
Τους χειμώνες, το ποτάμι του Δρίνου, που κατέβαινε από τα πέρα ελληνικά σύνορα και χάραζε τον κάμπο της Δερόπολης, φούσκωνε με τις βαρυχειμωνιές και ξεχείλιζε στα χωράφια, σέρνοντας μαζί του ότι έβρισκε στο πέρασμα του. Κι όταν υποχωρούσε η στάθμη, οι χωριανοί μάζευαν τα ξύλα που έφερνε η ροή στη λάσπη, ακόμα και αντικείμενα ξεβρασμένα από σκουπιδότοπους πέρα από τα σύνορα. Κάθε ένα είχε μια ιστορία να ψιθυρίσει στον άνεμο, ένα τραγούδι να πει σε αυτούς που ήξεραν να ακούσουν, σαν τα απόκοσμα τραγούδια των παλιών μοιρολογιών.
Ανάμεσα στα λιγοστά τούτα λάφυρα, οι πιο τυχεροί ανακάλυπταν άδεια κουτιά πορτοκαλάδων και πλαστικά μπουκάλια, τα καθάριζαν σχολαστικά και κοσμούσαν με αυτά τους μπουφέδες, σαν πολύτιμα κειμήλια από έναν άγνωστο κόσμο μακρινό και άπιαστο, θραύσματα μιας εποχής που έμοιαζε να ζει μόνο στις αναμνήσεις.
Μία τέτοια μέρα, μια παρέα νέων, αφήσαμε τη δουλειά και ξεχυθήκαμε δίπλα στο ποτάμι, ψάχνοντας μέσα στη λάσπη για οτιδήποτε πολύτιμο. Όσο μεγάλωνε η παρέα, τόσο έδιναν και έπαιρναν τα πειράγματα.
Τους χειμώνες, το ποτάμι του Δρίνου, που κατέβαινε από τα πέρα ελληνικά σύνορα και χάραζε τον κάμπο της Δερόπολης, φούσκωνε με τις βαρυχειμωνιές και ξεχείλιζε στα χωράφια, σέρνοντας μαζί του ότι έβρισκε στο πέρασμα του. Κι όταν υποχωρούσε η στάθμη, οι χωριανοί μάζευαν τα ξύλα που έφερνε η ροή στη λάσπη, ακόμα και αντικείμενα ξεβρασμένα από σκουπιδότοπους πέρα από τα σύνορα. Κάθε ένα είχε μια ιστορία να ψιθυρίσει στον άνεμο, ένα τραγούδι να πει σε αυτούς που ήξεραν να ακούσουν, σαν τα απόκοσμα τραγούδια των παλιών μοιρολογιών.
Ανάμεσα στα λιγοστά τούτα λάφυρα, οι πιο τυχεροί ανακάλυπταν άδεια κουτιά πορτοκαλάδων και πλαστικά μπουκάλια, τα καθάριζαν σχολαστικά και κοσμούσαν με αυτά τους μπουφέδες, σαν πολύτιμα κειμήλια από έναν άγνωστο κόσμο μακρινό και άπιαστο, θραύσματα μιας εποχής που έμοιαζε να ζει μόνο στις αναμνήσεις.
Μία τέτοια μέρα, μια παρέα νέων, αφήσαμε τη δουλειά και ξεχυθήκαμε δίπλα στο ποτάμι, ψάχνοντας μέσα στη λάσπη για οτιδήποτε πολύτιμο. Όσο μεγάλωνε η παρέα, τόσο έδιναν και έπαιρναν τα πειράγματα.
Τάσσος Χαλκιάς
Ο ιεράρχης των Χαλκιάδως, ο Καμψιός, έφυγε από την Βόρειο Ήπειρο λόγο παρεξηγήσεων με τούρκους και εγκαταστάθηκε στο Φωτεινό όπου άλλαξαν το επίθετο από Καμψιός σε Χαλκιά.
Το 1913-4 λόγο καθίζησης που έγιναν στο Φωτεινό, τα πέντε αδέρφια Χαλκιά έφυγαν και πήγαν στη Γρανιτσοπούλα Ιωαννίνων.
Εκεί στη Γρανιτσοπούλα γεννήθηκε ο Τάσος Χαλκιάς.
Κουβέντα την κουβέντα, αστειευόμενος, τους είπα:
– Αχ, ρε παιδιά! Να ‘ταν εχτές ο Τάσσος Χαλκιάς σε γάμο, να μεθούσε, να ξεχνούσε το κλαρίνο του δίπλα στο ποτάμι, να το ‘παιρνε το ρεύμα και να το ‘φερνε εδώ… Να το ‘βρισκα εγώ!
Τα γέλια ξέσπασαν σαν κύμα. Τα πειράγματα άρχισαν:
– Θες και του Τάσου, ανάθεμά σε… δε θες ένα οποιοδήποτε, αλλά έχεις και προτιμήσεις!
– Ναι, ρε παιδιά… Του Τάσσου ακούγεται γλυκά. Αυτό αξίζει…
Μα που τέτοια τύχη. Το ποτάμι, σταθερό στη μοίρα του, δεν έφερνε κλαρίνα, μόνο άδεια μπουκάλια πορτοκαλάδας και ξεριζωμένα κούτσουρα, αφημένα σαν τα απομεινάρια μιας άλλης εποχής, που μόνο στις ψυχές μας ζούσε ακέραιη, σαν ακοίμητη φλόγα μέσα στη νύχτα.
– Αχ, ρε παιδιά! Να ‘ταν εχτές ο Τάσσος Χαλκιάς σε γάμο, να μεθούσε, να ξεχνούσε το κλαρίνο του δίπλα στο ποτάμι, να το ‘παιρνε το ρεύμα και να το ‘φερνε εδώ… Να το ‘βρισκα εγώ!
Τα γέλια ξέσπασαν σαν κύμα. Τα πειράγματα άρχισαν:
– Θες και του Τάσου, ανάθεμά σε… δε θες ένα οποιοδήποτε, αλλά έχεις και προτιμήσεις!
– Ναι, ρε παιδιά… Του Τάσσου ακούγεται γλυκά. Αυτό αξίζει…
Μα που τέτοια τύχη. Το ποτάμι, σταθερό στη μοίρα του, δεν έφερνε κλαρίνα, μόνο άδεια μπουκάλια πορτοκαλάδας και ξεριζωμένα κούτσουρα, αφημένα σαν τα απομεινάρια μιας άλλης εποχής, που μόνο στις ψυχές μας ζούσε ακέραιη, σαν ακοίμητη φλόγα μέσα στη νύχτα.
Χρήστος Γιάννης Αθήνα,
18 Νοεμβρίου 2017
Τελευταία σύνταξη 17.2.2025
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου