Η ΟΥΡΑ ΣΤΟ ΣΗΜΠΕΘΕΡΟ
Αναμνήσεις από γάμους της δεκαετίας του 1970-90
Η δεκαετία του 1970-1990 ήταν μια εποχή που ο γάμος, αν και είχε χάσει μεγάλο μέρος από τη θρησκευτική του επισημότητα, παρέμενε μια τελετή γεμάτη πάθος, ήχους και αρώματα. Ένα πανηγύρι ζωής, ριζωμένο στα έθιμα και τις συνήθειες των ανθρώπων, ένα μυστήριο γεμάτο από χρώματα, μουσικές και γεύσεις. Στα χωριά της Δερόπολης και της Ρίζας, ο γάμος δεν ήταν απλώς μια ένωση δύο ανθρώπων· ήταν μια «χαρά», μια μέρα ξεχωριστή, που αγκάλιαζε ολόκληρη την κοινότητα.
Όταν έφτανε η είδηση πως στο χωριό θα γινόταν γάμος, τα πρώτα ερωτήματα των συγγενών και των κατοίκων ήταν πάντα τα ίδια:
-Ποιος θα παίζει το κλαρίνο; Και ποιος θα είναι ο μάγειρας;
Η επιτυχία της γιορτής εξαρτιόταν από αυτούς. Ένας ικανός μάγειρας εγγυόταν φαγητό πλούσιο και χορταστικό, ένας σπουδαίος μουσικός έδινε τον ρυθμό στη χαρά. Αν ο μάγειρας είχε όνομα γνωστό κι έμπειρα χέρια, όλοι χαμογελούσαν.
- Θα φάμε καλά και θα περάσουμε ωραία!
Το Σάββατο βράδυ και το ξημέρωμα της Κυριακής, οι συγγενείς που βοηθούσαν στις προετοιμασίες απολάμβαναν ένα πιάτο πατσά, βρασμένο με υπομονή από τα εντόσθια των σφαχτών του γάμου. Άρωμα έντονο, δυνατή γεύση, μια προετοιμασία για το πανηγύρι που θα ακολουθούσε.
Γεύσεις και Αρώματα του Γάμου
Στα χωριά της Μαύρης Ρίζας, το γαμήλιο τραπέζι είχε μια αυστηρή, σχεδόν τελετουργική τάξη. Οι σαλάτες έμπαιναν πρώτες, συνοδεύοντας τη ρακί, για να προετοιμάσουν τον ουρανίσκο. Έπειτα, ακολουθούσαν δύο ή τρία κύρια πιάτα, πάντα με κρέας, σύμβολο αφθονίας και γλεντιού.
Το γιαούρτι, βελούδινο και στραγγισμένο, έδινε δροσιά. Το κοκκινιστό, πλούσιο σε μυρωδικά, γέμιζε τις γωνιές του δωματίου με αρώματα νοσταλγικά. Το πιλάφι με ρύζι, απλό και γενναιόδωρο, ήταν η καρδιά του γεύματος. Οι σαλάτες, πάντοτε φρέσκες, φτιαγμένες με τα προϊόντα της εποχής: πράσινη σαλάτα, ντομάτες και αγγούρια, χλωρά κρεμμύδια, βραστά φασόλια με ξύδι και ηλιέλαιο. Το ελαιόλαδο, πολύτιμο και σπάνιο, ανήκε μόνο στους τυχερούς.
Και τα τουρσιά, αυτά τα μικρά αλμυρά διαμάντια, φτιαγμένα από μελιτζάνες, πιπεριές και ντομάτες, έδιναν μια πινελιά έντασης σε κάθε μπουκιά. Οι σαλάτες τοποθετούνταν ανά τρεις ή τέσσερις, και μόλις άδειαζαν, γέμιζαν ξανά. Το τραπέζι έπρεπε να μένει γεμάτο, ήταν ο νόμος της φιλοξενίας.
Τα ψυγεία τότε ήταν λιγοστά. Όλα τα προϊόντα έρχονταν κατευθείαν από τους κήπους και τα κοπάδια, που για χρόνια ανήκαν στους συνεταιρισμούς. Όλα φρέσκα, όλα αυθεντικά.
Η Άφιξη της Νύφης: Ένα Μυστήριο Συγκίνησης
Όταν η νύφη παραδιδόταν στον γαμπρό, δεν ήταν απλή στιγμή. Ήταν μια ιεροτελεστία, ένα δρώμενο που κουβαλούσε αιώνες παράδοσης. Η συνοδεία της νύφης, πάντα με μονό αριθμό συγγενών, σημάδι γονιμότητας και ευημερίας την έφερνε στο κατώφλι μιας νέας ζωής. Αλλά οι γονείς της; Εκείνοι δεν βρίσκονταν ανάμεσα στην πομπή.
Εκείνοι εμφανίζονταν τα χαράματα, όταν η νύφη είχε ήδη εγκατασταθεί στο νέο της σπιτικό. Στα χέρια τους κρατούσαν έναν δίσκο με τηγανίτες. Ήταν το δώρο τους, η ευλογία τους, το αποχαιρετιστήριο χάδι τους στην κόρη που μεγάλωσαν. Πρώτα προσέφεραν στη νύφη και τον γαμπρό, ύστερα στους καλεσμένους. Στα παλιότερα χρόνια, τις τηγανίτες τις απολάμβανε πρώτος ο κουμπάρος, ως ένδειξη τιμής.
Στο τραπέζι των συγγενών της νύφης, δυο καρέκλες έμεναν άδειες. Προσεκτικά διατηρημένες, περίμεναν τη στιγμή που ο πατέρας και η μητέρα της θα έφταναν για να μοιραστούν, έστω για λίγο, τη χαρά που μόλις είχε γεννηθεί.
Η Υπέρτατη Τιμή: Η Ψημένη Ουρά στον Συμπέθερο
Όταν έφτανε ο πατέρας της νύφης, η στιγμή είχε βάρος. Σιωπηλά, με απόλυτο σεβασμό, τον οδηγούσαν στο τραπέζι του, όπου τον περίμενε το πιο ξεχωριστό έδεσμα: η ψημένη ουρά του σφαχτού. Ήταν η υπέρτατη τιμή, ένα γευστικό στέμμα που προοριζόταν μόνο για εκείνον.
Και τότε ξεκινούσαν τα πειράγματα.
-«Την ουρά σου φέρανε, συμπέθερε!» φώναζαν γελώντας οι καλεσμένοι.
Κι εκείνος, με το ύφος ανθρώπου που γνώριζε τη σοφία της παράδοσης, χαμογελούσε και αποκρινόταν:
- «Πού ξέρετε εσείς από γεύση του κρέατος...!»
Την επόμενη εβδομάδα, όταν η νύφη επισκεπτόταν για πρώτη φορά το πατρικό της, η ιστορία επαναλαμβανόταν. Μόνο που τώρα, ο πατέρας του γαμπρού ήταν εκείνος που απολάμβανε το πιάτο με την ουρά. Ένα παιχνίδι τιμής και γιορτής, ένας αέναος κύκλος φιλοξενίας, μια παράδοση που έδινε νόημα στο γλέντι.
Και μέσα σε όλα αυτά, η μουσική του κλαρίνου, τα ποτήρια που τσούγκριζαν, τα χαμόγελα που γίνονταν αναμνήσεις. Μια χαρά που, ακόμη κι αν τα χρόνια πέρασαν, παραμένει ζωντανή στις καρδιές εκείνων που τη βίωσαν.
Χρήστος Γιάννης
Αθήνα, 16 Φεβρουαρίου 2025
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου