ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΟΥ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΥ ΚΟΚΟΡΑ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΑΠΟ ΑΝΑΓΚΗ, ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΩΣ ΑΣΤΕΙΟ ΚΑΙ ΚΑΤΕΛΗΞΕ ΣΕ ΕΘΙΜΟ ΩΣ ΜΕΖΕΣ ΤΟΥ ΚΟΥΜΠΑΡΟΥ
Ιστορίες για παλιά έθιμα ακούσαμε από πολλούς, αλλά εκείνες που μας διηγήθηκαν το 1984 ο Γιώργος Μπατζέλης από τη Γλύνα είχε μια ξεχωριστή μαγεία όπως και αυτή, μια ιστορία, τόσο παλιά που ούτε ο ίδιος γνώριζε τον ακριβή χρόνο και τον τόπο της, για ένα έθιμο που γεννήθηκε όχι από παράδοση, αλλά από ανάγκη .
Με την υπομονή μας εξηγούσε γιατί το νερό που φέρνει η νύφη την Πέμπτη για να ραντίσει τον γαμπρό πρέπει να είναι «άκριτο» και ποιο μυστικό κρύβεται σε αυτή την κίνηση. Μας αποκάλυψε το νόημα του μoνού αριθμού εκείνων που πηγαίνουν να πάρουν τη νύφη, τη συμβολική του αξία, και γιατί οι συμπέθεροι που πάνε να πάρουν τη νύφη, πρέπει να κλέψουν κάτι από το τραπέζι, ένα αντικείμενο, ένα μικρό φυλαχτό της στιγμής, ένα σημάδι πως πέρασαν και πως το έθιμο ολοκληρώνεται και πολλά άλλα έθιμα που χάθηκαν στο χρόνο.
Μας μίλησε για πολλά έθιμα, άλλα τα είχε ζήσει ο ίδιος, άλλα τα είχε ακούσει από στόμα σε στόμα και τα μετέφερε όπως ακριβώς τα άκουσε.
Και όσο μας μιλούσε, τα παλιά έθιμα έπαιρναν ζωή, γίνονταν κάτι περισσότερο από απλές πράξεις· γίνονταν ψίθυροι μιας παράδοσης που έδεναν το παρελθόν με το παρόν, κρατώντας άσβεστη τη φλόγα των ανθρώπων που τα ακολουθούσαν.
Ένα από αυτά, που μας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, ήταν το έθιμο του μεθυσμένου κόκορα στους αρραβώνες.
Ήταν μια εποχή όπου οι αρραβώνες δεν ήταν απλές τυπικές τελετές· ήταν γιορτές, γεμάτες τραγούδια, γέλια και ρακί που έρρεε άφθονο. Τα τραπέζια ήταν φορτωμένα με μεζέδες, τα τραγούδια δεν σταματούσαν ούτε στιγμή, και η ρακί γινόταν χαρά που κυλούσε στις ψυχές τους.
Κάποια στιγμή τα μεσάνυχτα, καθώς η διασκέδαση συνεχιζόταν ασταμάτητα, ο νοικοκύρης βρέθηκε σε δύσκολη θέση. Τα φαγητό λιγόστευε, και οι καλεσμένοι, μεθυσμένοι από το γλέντι, δεν έδειχναν καμία διάθεση να φύγουν. Ο ιδρώτας άρχισε να κυλά στο μέτωπό του, το πώς θα κρατούσε ικανοποιημένους τους καλεσμένους.
Τότε, τα γκαρσόνια, νεαροί με γρήγορα πόδια και ακόμα πιο γρήγορο μυαλό, πρωτοστάτησαν σαν αληθινοί ήρωες της βραδιάς με μια ιδέα που έμελλε να γίνει έθιμο.
Το να είσαι γκαρσόνι σε τέτοιες περιστάσεις δεν ήταν απλή δουλειά. Δεν αρκούσε να σερβίρεις το φαγητό και το ποτό. Έπρεπε να είσαι ξύπνιος, έτοιμος, να ξέρεις να διαχειρίζεσαι τις καταστάσεις και κυρίως να αντιμετωπίζεις τα πειράγματα των συμπεθέρων. Τότε, όλα ήταν ένα παιχνίδι εξυπνάδας και περηφάνιας. Ο καθένας ήθελε να δείξει πως είναι πιο ευφυής, πιο σβέλτος, ποιο έξυπνος, ποιος ανώτερος.
Και κάπως έτσι, μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα, γεννήθηκαν έθιμα αλλόκοτα και σπαρταριστά, όπως εκείνο με τον μεθυσμένο κόκορα. Ένα έθιμο που ξεκίνησε από μια στιγμή αμηχανίας και εξελίχθηκε σε παράδοση, τόσο παλιά που κανείς δεν θυμόταν πώς ακριβώς γεννήθηκε μόνο ότι κάθε φορά που επαναλαμβανόταν, χάριζε γέλια.
Το κουτσομπολιό ήταν ανέκαθεν ένα από τα πιο απολαυστικά μέσα πληροφόρησης.
Καθώς ο αρραβώνας εξελισσόταν και η νύχτα είχε προχωρήσει, τα γκαρσόνια πρόσεξαν κάτι ανησυχητικό: τα αποθέματα λιγόστευαν. Το ρακί σχεδόν τελείωνε, το φαγητό εξαντλούνταν, και το γλέντι φαινόταν πως θα κρατούσε περισσότερο.
Άρχισαν οι πονοκέφαλοι. Κανείς δεν ήθελε να δει τη χαρά να κόβεται απότομα, ούτε να βρεθεί ο νοικοκύρης στη δύσκολη θέση να μην έχει να προσφέρει στους καλεσμένους του. Τα γκαρσόνια, πανέξυπνα και συνηθισμένα να βρίσκουν λύσεις σε κάθε απρόοπτο, έβαλαν το μυαλό τους να δουλέψει. Ένα σωρό ιδέες πέρασαν από το νου τους, μα καμία δεν φαινόταν ικανή να λύσει το πρόβλημά τους.
Κι εκεί, ξαφνικά, ένας από αυτούς θυμήθηκε την παλιά παράδοση: ο αρραβώνας λήγει μόλις λαλήσει ο κόκορας. Αυτό ήταν το σημάδι πως η γιορτή τελείωσε, πως ο κουμπάρος μπορεί να ανακοινώσει τη λήξη και οι καλεσμένοι, ένας ένας, να αρχίσουν να αποχωρήσουν για να ετοιμαστούν για τις δουλίτσες της επόμενης μέρας.
Άρα, η λύση ήταν ξεκάθαρη μπροστά τους: έπρεπε πάση θυσία να κάνουν τον κόκορα να λαλήσει πριν από την ώρα του. Μα πώς; Τα γκαρσόνια αντάλλαξαν βλέμματα, σκέφτηκαν, υπολόγιζαν. Και τότε, κάποιος χαμογέλασε πονηρά. Είχε στο νου τη λύση μπροστά του:
Ήταν μια στιγμή πανικού, αλλά και ευρηματικότητας. Τα γκαρσόνια, αποφασισμένα να σώσουν την κατάσταση, έριξαν κλεφτές ματιές ο ένας στον άλλον και δίχως δεύτερη σκέψη κατευθύνθηκαν προς το κοτέτσι, έπιασαν ένα κόκορα και άρχισαν να τον ποτίζουν ρακί.
Δεν πέρασε πολλή ώρα και ο κόκορας άρχισε να παραπατά, τα φτερά του χαλάρωσαν, και ξαφνικά, σαν να ξύπνησε από βαθύ μεθύσι, άρχισε να λαλεί με όλη τη δύναμη του.
Ο κουμπάρος, ακούγοντάς τον, πίστεψε πως ξημέρωνε. Ανακοίνωσε με σοβαρό ύφος τη λήξη του αρραβώνα, και οι καλεσμένοι, ανυποψίαστοι για την πλεκτάνη, σηκώθηκαν να φύγουν.
Όμως, η επόμενη μέρα έφερε μαζί της και την αποκάλυψη του αστείου. Η είδηση του μεθυσμένου κόκορα ταξίδεψε γρήγορα από ράχη σε ράχη, από χωριό σε χωριό, και έγινε αντικείμενο συζήτησης και γέλιου. Τα γκαρσόνια, υπερήφανα για την εφευρετικότητά τους, δεν άργησαν να διαφημίζουν το περιστατικό τους ως η ποιο έξυπνη εφεύρεση τους.
Έτσι, σε κάποιον επόμενο αρραβώνα, ένας γκαρσόνι, θέλοντας να σπάσει πλάκα με τον κουμπάρο, επανέλαβε το ίδιο τέχνασμα. Μπροστά στα μάτια όλων, έφερε έναν κόκορα, τον πότιζε γενναιόδωρα ρακί και περίμενε το αναπόφευκτο. Όταν το πουλερικό ζαλισμένο άρχισε να λαλεί, οι καλεσμένοι ξέσπασαν σε γέλια.
- Σήκω, κουμπάρε, ξημέρωσε! – αστειεύονταν τα γκαρσόνια.
Ο κουμπάρος θέλοντας και αυτός να συνεχίσει το αστείο, λέει στο γκαρσόνι:
-Δεν σηκώνομαι από το τραπέζι αν δεν μου τηγανίσετε αυτόν τον κόκορα και μου τον φέρετε μεζέ μόλις ξημερώσει -όπως και έγινε
Από τότε, σε κάθε αρραβώνα η πράξη αυτή έγινε το καύχημα των γκαρσόνων και επαναλαμβάνονταν σε όλους τους αρραβώνες.
Από ανάγκη, ο μεθυσμένος κόκορας κατέληξε σε έθιμο ως μεζές του κουμπάρου που προμηνύει και την λήξη του αρραβώνα.
Η μέθη του κόκορα που και που επαναεμανιζονταν στη Βραχογοραντζή κάπου εκεί το 1964-5 ακόμα και την δεκαετία του 1980
Υποθέταμε πως εκείνη ήταν η τελευταία γουλιά από το παρελθόν, ως η τελευταία φορά που το έθιμο του μεθυσμένου κόκορα αναβίωσε στα χωριά της Ρίζας.
Όπως φαίνεται, το έθιμο του μεθυσμένου κόκορα στη Βραχογοραντζή, που αναβίωνε σπάνια που και που, τελευταία δεν αναβίωνε πλέον στους αρραβώνες, αλλά στα πιστρόφια, όπου ο αριθμός των συμμετεχόντων ήταν πιο περιορισμένος σε σχέση με τον αρραβώνα και είχε πολύ συγγενικό χαρακτήρα, μέσα στην πιο κοντική συγγένεια της συμπεθεριάς. Η στιγμή αυτή πρόσφερε γέλιο και χιούμορ, και οι όμορφες συγγενικές στιγμές γίνονταν ακόμα πιο χαρούμενες.
________________________________________________________________
Η περιγραφή παρατίθεται ακριβώς όπως μας διηγήθηκε ο Γιώργος Μπατζέλης από τη Γλύνα το 1984, χωρίς να προσδιορίσει τον ακριβή χρόνο και τον τόπο.
Καταγραφή της ομολογίας και η σύνταξη του κειμένου από τον Χρήστο Γιάννη.
Γλύνα 1984
τελευταία σύνταξη 15.2.2025
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου