Δεκαετία του 1930.
Ο καιρός των μεγάλων γυρισμών. Οι ξενιτεμένοι, ύστερα από χρόνια πολλά στα ξένα, έπαιρναν τον δρόμο της επιστροφής. Άλλος για να ξαναστήσει το σπίτι του, άλλος για ν' αγοράσει μούλκια, κάποιος να παντρέψει την αδερφή και, σαν να τελειώσει το χρέος του, πάλι πίσω στην ξενιτιά.
Μόλις το καραβάνι των γυρισμένων ξεπρόβαλε στον ορίζοντα, η είδηση πετούσε από στόμα σε στόμα, σαν άνεμος που προαναγγέλλει τη μπόρα. Το χωριό αναδευόταν, η περιέργεια πυροδοτούσε ψιθύρους και βλέμματα, τα μάτια ανυπομονούσαν να δουν τους «Αμερικάνους» τους κουστουμαρισμένους κλακαδόρους με τις μαύρες κοντούρες που γυάλιζαν σαν καθρέφτες, με τις γραβάτες δεμένες επάνω τους, λες και ήταν τα σημάδια τους.
Κι εκεί, στην αμαξά, οι τυχεροί συγγενείς πάλευαν με τις βαριές βαλίτσες, πολύχρωμες, πελώριες, γεμάτες δώρα, μυστικά κι έναν αέρα αλλιώτικο.
Άντρες και γυναίκες ξεχυνόντουσαν στους δρόμους, άλλες για το καλωσόρισμα, άλλοι να ρίξουν μια ματιά σ' εκείνους που πάλεψαν, πλούτισαν ή μαράζωσαν στα ξένα. Τα χέρια απλώνονταν, οι φωνές μπλέκονταν με γέλια και δάκρυα. Κι η γη, η παλιά, η γνώριμη, άνοιγε την αγκαλιά της να τους δεχτεί ξανά.
Έρχεται ο πλούσιος, ο «Αμερικάνος», ο λεφτάς, ο προκομμένος, ο άνθρωπος που κάνει το σόι του να φουσκώνει από περηφάνια, να σηκώνει το κεφάλι ψηλότερα από όλους.
Μια τέτοια Κυριακή, ήρθαν κι οι «Αμερικάνοι» στο κεφαλοχώρι του ορεινού Πωγωνιού, στην Πολύτσιανη. Και μαζί τους, ένας γάμος. Όχι ένας τυχαίος, μα ένας τρικούβερτος, αμερικάνικος γάμος, όπως τον διαλαλούσαν τότε. Ένας γάμος που θα τον ζήλευε ο κόσμος όλος.
Καλέσανε τους καλύτερους, τους πιο ξακουστούς μαγείρους του τόπου, να στήσουν τραπέζι που θα θυμόταν ο κόσμος για χρόνια. Και τα βιολιά, τα σπάνια, τα θρυλικά, που δεν τα 'έβρισκες εύκολα. Έπρεπε να ψάξεις μακριά, πέρα από τα σύνορα, εκεί που η μουσική είχε ρίζες βαθιές. Στο Δελβινάκι, στη Βήσσανη, στον Παρακάλαμο, στα Δολιανά...
Οι «Αμερικάνοι» δεν μπέρδευαν. Ξεχώριζαν. Με τα καλοσιδερωμένα τσακιστά κοστούμια τους, τις γραβάτες και τις μυτερές κοντούρες που γυάλιζαν στον ήλιο, με την αμερικάνικη κλακαδούρα καλοφορεμένη και τις τσέπες τους, φουσκωμένες από τις δολάρια που βιάζονταν να τα σκοράρουν στα ποιο φημισμένα βιολιά της Ηπείρου.
Κι ύστερα, τα βιολιά πήραν φωτιά. Ο γάμος ξεκίνησε. Η νύφη μπήκε στην κορφή του κύκλου και ο χορός άρχισε, όπως άρμοζε σε μια μέρα που θα 'μενε θρύλος.
Μα η νύφη δεν μπορούσε να ρίξει τα πόδια.
Μία, δύο, τα βιολιά προσπαθούσαν να την προσαρμόσουν στο ρυθμό, το κλαρίνο της φώναζε, οι συγγενείς έσπρωχναν διακριτικά, μα εκείνη... τίποτα. Τα πόδια της καρφωμένα στη γη, λες και τις κρατούσαν αλυσίδες.
Ο κόσμος άρχισε να μουρμουράει. «Δεν ξέρει το κλαρίνο να παίζει!» - ακούστηκε από μια γωνιά. «Τους πρόσβαλε τη νύφη!» - φώναξε κάποιος άλλος. Ένα κύμα δυσαρέσκειας φούσκωνε, έτοιμο να ξεσπάσει.
Άντε πάλι από την αρχή. Ο μεγάλος μάστορας του κλαρίνου πήρε βαθιά ανάσα. Κατέβασε και τα αηδόνια, έπαιξε σαν να 'χε μπροστά του βασιλιάδες. Ο αέρας γέμισε νότες που χόρευαν μόνες τους. Μα η νύφη... τίποτα.
Έγινε μεγάλη φασαρία. Θεωρούσαν πως το κλαρίνο δεν ήξερε να παίζει και τους ντρόπιασε τη νύφη και αυτή η ντροπή δεν ξεχνιόταν.
Τα πράγματα αγρίεψαν τόσο, που βγήκαν τα κουμπούρια να ξεπλύνουν την ντροπή.
Τον έσυραν μέσα.
-Παίξε Παφήλα! Χόρεψε την!
Ο κόσμος κρατούσε την ανάσα του. Το κλαρίνο γυάλισε στα χέρια του. Όλα κρέμονταν σε μία κλωστή.
Έπεσε στο χέρι του να σώσει τον γάμο αυτό, να σηκώσει τη νύφη, να χορέψει, γιατί τα Πισκοπιανά κλαρίνα με τον Κώτσιο Μαργαρίτη (Παφήλας), και τον Πίπη Κώτση (Φίλιππας Κώτσιας) δεν ήταν τυχαία και ούτε άγνωστα στην περιοχή αυτή. Ήταν εκείνα τα λίγα νεαρά παιδιά που τότε ξεκινούσαν και μάθαιναν το κλαρίνο, που έγιναν τα ξακουστά, γιατί έμαθαν και έκαναν τον κόσμο να μεθάει από τη μουσική τους με όσο μπορούσαν και τα κατάφερναν. Γάμοι, αρραβώνες, πανηγύρια χρόνια και χρόνια γλέντια στηριγμένα πάνω τους.
Ήθελε δεν ήθελε, ο Παφήλας έβγαλε το κλαρίνο, το 'έσφιξε στα χέρια του και φύσηξε τις πρώτες νότες. Νυφιάτικο. Με τις δικές του μοναδικές μονοδαχτυλιές, που κατάφερνε και έπαιζε, λες και λύθηκαν τα μάγια, ο χορός έστρωσε.
Η νύφη βρήκε τον ρυθμό, τα πόδια της επιτέλους υπάκουσαν. Ο κύκλος ζωντάνεψε, το γλέντι ξαναπήρε φωτιά. Και τα δολάρια... βροχή! Στη μπάλα (στο μέτωπο) του Παφήλα. Χαμός!
Κάποια στιγμή σε κάνα τέταρτο της ώρας που η μουσική είχε πιάσει κορυφή, ο Παφήλας είδε με την άκρη του ματιού του τον άλλο κλαριντζή. Εκείνον που πριν λίγο καθόταν στην άκρη, σιωπηλός, και παρακολουθούσε, σηκώθηκε, πλησίασε, και με ένα νεύμα του ζήτησε να του παραχωρήσει τη θέση.
Ο Παφήλας δεν είπε κουβέντα. Βγήκε στην άκρη και παρακολουθούσε το μάστορα.
Τώρα, ο μεγάλος μάστορας άλλαξε και το παιχνίδι του. Αφού διάβασε τον Παφήλα και τον τρόπο που τους χόρευε, από διπλοδαχτυλιές πέρασε σε βαριά, αυθεντικά, με τις δικές του πωγωνίσιες μονοδαχτυλιές. Και τότε... έγινε το έλα να δεις.
-Τώρα, ναι, μάστορα! Αυτό είναι κλαρίνο
Και τα δολάρια έπεφταν από παντού, σαν κουτσουπόφυλλα στον άνεμο.
Βγήκαμε στην άκρη -έλεγε ο Παφήλας - και τον απολαμβάναμε.
Στεκόταν εκεί, με το κλαρίνο να κελαηδάει, και εμείς... τι να λέμε τώρα; Μπροστά του δεν πιάναμε μία.
Σημείωση:( με την φράση, πέφτουν σαν κουτσουπόφυλλα, εννοούμε τα λεφτά που πέφτουν σαν φύλλα από το δέντρο που ευδοκιμεί στην περιοχή μας και την ονομασία «Κουτσουπιά» που οι καρποί της δεν τρώγονται και δεν έχουν καμία αξία όπως και τα φύλλα της)
Χρήστος Γιάννης
1986.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου