Ένα ξεχασμένο προπολεμικό έθιμο των Νιονύμφων της Γλύνας
Όταν εμείς οι ερευνητές λαογράφοι ξεκινάμε να καταγράψουμε τα παραδοσιακά έθιμα, συχνά βιαζόμαστε να προλάβουμε τα "κλασικά", πώς ξεκινούσε η νύφη από το σπίτι, πώς τη στόλιζαν οι συγγενείς, το γιούκι της, ως έθιμο της προίκας, απ’ όπου κρινόταν η αρχοντιά και ο πλούτος της κοινωνικής της τάξης, ο κουμπάρος, ο Βλαμής, τα ζυμώματα και χίλιες δυο λεπτομέρειες που διασώζουν μια εποχή παλιά, ζωντανή ακόμα μέσα μας.
Κι όμως, υπάρχουν και τα πιο αφανή, τα καθαρά τοπικά έθιμα, που δεν εντάσσονται στο γενικό πανελλήνιο πλαίσιο, αλλά επαναλαμβάνονταν κάθε χρόνο και κρατούσαν τον ιδιαίτερο παλμό του τόπου.
Ένα τέτοιο έθιμο, που ούτε κι εγώ ο ίδιος γνώριζα, αναδύθηκε μέσα από μια συζήτηση με έναν δάσκαλο και συγγραφέα από το Ορεινό Πωγωνίου.
Καθώς κουβεντιάζαμε, μου έθεσε μια απορία αν γνώριζα τους στοίχους για ένα σατιρικό τραγούδι που όπως μου είπε, το τραγουδούσαν οι γυναίκες της Γλύνας στην κορυφή των Μπουράτων, εκεί ψηλά στις γκρόπες του Αϊ-Λιά, όπου οι Ορεινιώτες, διατηρούσαν μικρά χωραφάκια και καλλιεργούσαν τον δύσβατο τόπο τους.
Το τραγούδι αφορούσε μια νύφη από τη Γλύνα που λέγεται πως πήγαινε να παντρευτεί τον θείο του, μια μικρή περιπέτεια, τίποτα σπουδαίο, κατά τα φαινόμενα, που όμως πήρε έκταση και λίγο έλειψε να γίνει σκάνδαλο που θα χάλαγε τον γάμο.
Ο δάσκαλος, λοιπόν, ήθελε να μάθει τους στίχους του τραγουδιού που χόρευαν οι γυναίκες της Γλύνας και σατίριζαν το γεγονός.
Εγώ, τους ήξερα ήδη αυτούς τους στίχους. Τους είχα συναντήσει όταν ερευνούσα λαογραφικά ίχνη του χωριού και τους είχα σημειώσει ως παράδειγμα τοπικής σάτιρας.
Εκείνο που δεν ήξερα και δε θα το μάθαινα ποτέ αν δεν το είχα συζητήσει πρώτα με τον δάσκαλο και ύστερα με έναν μεγαλύτερό μου χωριανό που το είχε ακουστά, ήταν πως αυτές οι γυναίκες που τραγουδούσαν δεν ήταν απλώς οι γυναίκες της Γλύνας, όπως κι εγώ αρχικά υπέθεσα, αλλά οι Νιονύμφες της Γλύνας: ένα τιμητικό, σχεδόν τελετουργικό σχήμα, που εμφανιζόταν για να τιμήσει ένα δικό του, καθαρά τοπικό έθιμο. "Το έθιμο της άξιας νύφης του χωριού"
Κάθε χρόνο, σε προκαθορισμένη Κυριακή, οι Νιονύμφες της Γλύνας ανέβαιναν στην κορυφή του βουνού για να κόψουν ξύλα. Παρά το γεγονός ότι γύρω από το χωριό υπήρχαν άφθονα ξύλα, το έθιμο όριζε την ανάβαση στο ψηλότερο σημείο. Δεν ήταν τυχαία αυτή η επιλογή· ήταν δοκιμασία. Ήταν ένας ανεπίσημος διαγωνισμός μεταξύ των νεόνυμφων γυναικών του χωριού. Εκείνη που θα κατέβαινε στο χωριό με το μεγαλύτερο ζάλωμα, δηλαδή το πιο βαρύ φορτίο ξύλων, αναγνωριζόταν ως η πιο άξια νύφη του χωριού.
Η στιγμή της συνάντησης πάνω στις γκρόπες με τους Ορεινιώτες, η ανταλλαγή λόγου, το τραγούδι και τελικά ο χορός, όλα έπαιρναν μια τελετουργική μορφή. Το σατιρικό χορευτικό τραγούδι ήταν η κορύφωση της ημέρας, πείραγμα και τιμή μαζί, με τον ιδιαίτερο εκείνο τρόπο που μόνο τα χωριά μας ξέρουν να συνδυάζουν το γέλιο με τη βαθιά κοινωνική παρατήρηση.
Να λοιπόν οι στίχοι εκείνου του τραγουδιού, όπως μου έχουν διασωθεί. Εδώ, έχω αλλάξει απλώς τα ονόματα, για λόγους που σχετίζονται με πιθανές παρεξηγήσεις που μπορεί να προκύψουν.
Λάλισε το πρωτορνίθι
Έφυγε του Κώτσιου η νύφη
Του Κωστάκη η θυγατέρα
Πέταξε τον πόρδο πέρα
Πίσω από την αστειότητα κρύβεται μια δυναμική λαϊκή έκφραση, μια παράδοση που ενώνει το προσωπικό με το συλλογικό, το χιούμορ με την αξιολόγηση. Το έθιμο αυτό δεν ήταν απλώς ένα γεγονός, αλλά ένα καθιερωμένο και επαναλαμβανόμενο δρώμενο του χωριού. Ενίσχυε την αξία της «αξιάδας» της νύφης, μιας έννοιας που μετρούσε τη γυναίκα όχι μόνο για την εμφάνισή της ή τη σπιτική της επιμέλεια, αλλά για τη δύναμη, την πρωτοβουλία, την κοινωνική της παρουσία.
Το έθιμο της ξυλοκοπής από τις Νιονύμφες της Γλύνας, φαινομενικά μια απλή συλλογή καυσόξυλων, αποκτά άλλο βάθος όταν ιδωθεί μέσα από το πρίσμα της εποχής.
Ήταν μια τελετουργία ένταξης των νέων γυναικών στην κοινότητα, μια άτυπη αλλά ουσιαστική απόδειξη της σωματικής και ηθικής τους αντοχής. Στο ανελέητο περιβάλλον της ορεινής Ηπείρου, όπου η ζωή απαιτούσε κόπο, ευρηματικότητα και καρτερία, οι νεόνυμφες έπρεπε να δείξουν πως μπορούσαν να αντεπεξέλθουν, όχι μόνο ως σύζυγοι, αλλά και ως ισότιμα μέλη ενός συλλογικού βίου.
Η ανάβαση στο βουνό, η δημόσια παρουσία, η σάτιρα, ο χορός και το ζάλωμα δεν ήταν απλώς τελετουργικά, ήταν μια δημόσια δοκιμασία χαρακτήρα, που συνδύαζε σωματική δύναμη, κοινωνική αποδοχή και συμβολική ώσμωση με τη φύση και την κοινότητα.
Στην κορυφή του βουνού, η γυναίκα δεν ήταν πια μόνο «Νιονύμφη», αλλά φορέας παράδοσης, θάρρους και συλλογικής μνήμης.
Ένα ξέχασμα τέτοιων εθίμων δεν είναι απλώς απώλεια υλικής μνήμης, αλλά φτωχοποίηση του ίδιου του νοήματος της λαϊκής ζωής.
Χρήστος Γιάννης
20.6.2025