Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2025

Ένα ξεχασμένο προπολεμικό έθιμο των Νιονύμφων της Γλύνας

Ένα ξεχασμένο προπολεμικό έθιμο των Νιονύμφων της Γλύνας

       Όταν εμείς οι ερευνητές λαογράφοι ξεκινάμε να καταγράψουμε τα παραδοσιακά έθιμα, συχνά βιαζόμαστε να προλάβουμε τα "κλασικά", πώς ξεκινούσε η νύφη από το σπίτι, πώς τη στόλιζαν οι συγγενείς, το γιούκι της, ως έθιμο της προίκας, απ’ όπου κρινόταν η αρχοντιά και ο πλούτος της κοινωνικής της τάξης, ο κουμπάρος, ο Βλαμής, τα ζυμώματα και χίλιες δυο λεπτομέρειες που διασώζουν μια εποχή παλιά, ζωντανή ακόμα μέσα μας.

          Κι όμως, υπάρχουν και τα πιο αφανή, τα καθαρά τοπικά έθιμα, που δεν εντάσσονται στο γενικό πανελλήνιο πλαίσιο, αλλά επαναλαμβάνονταν κάθε χρόνο και κρατούσαν τον ιδιαίτερο παλμό του τόπου. 

       Ένα τέτοιο έθιμο, που ούτε κι εγώ ο ίδιος γνώριζα, αναδύθηκε μέσα από μια συζήτηση με έναν δάσκαλο και συγγραφέα από το Ορεινό Πωγωνίου.

       Καθώς κουβεντιάζαμε, μου έθεσε μια απορία αν γνώριζα τους στοίχους για ένα σατιρικό τραγούδι που όπως μου είπε, το τραγουδούσαν οι γυναίκες της Γλύνας στην κορυφή των Μπουράτων, εκεί ψηλά στις γκρόπες του Αϊ-Λιά, όπου οι Ορεινιώτες, διατηρούσαν μικρά χωραφάκια και καλλιεργούσαν τον δύσβατο τόπο τους. 

      Ο δάσκαλος ήταν όλος αγωνία και περιέργεια να μάθει τι έλεγαν, καθώς σατίριζαν με πονηρό χαμόγελο ένα παλιό περιστατικό που ένωνε τα δύο χωριά, κι αφορούσε και τον ίδιο.
     Ήταν η ιστορία αρχές του περασμένου αιώνα. με μια νύφη που πήραν απ’ τη Γλύνα και την έστειλαν στον θείο του, στο Ορεινό. Στιγμές που οι Γλυνιώτες δεν τις άφησαν χωρίς να τις σατηρίσουν και έγιναν τραγούδι, κι αυτό το τραγούδι έφερε μαζί του μνήμες και γέλιο, όπως τότε, όπως παλιά και αιτία της αποκάλυψης ενός ξεχασμένου έθιμο του χωριού. 

     Το τραγούδι αφορούσε μια νύφη από τη Γλύνα που λέγεται πως πήγαινε να παντρευτεί τον θείο του, μια μικρή περιπέτεια, τίποτα σπουδαίο, κατά τα φαινόμενα, που όμως πήρε έκταση και λίγο έλειψε να γίνει σκάνδαλο που θα χάλαγε τον γάμο. 

     Ο δάσκαλος, λοιπόν, ήθελε να μάθει τους στίχους του τραγουδιού που χόρευαν οι γυναίκες της Γλύνας και σατίριζαν το γεγονός.

          Εγώ, τους ήξερα ήδη αυτούς τους στίχους. Τους είχα συναντήσει όταν ερευνούσα λαογραφικά ίχνη του χωριού και τους είχα σημειώσει ως παράδειγμα τοπικής σάτιρας.

      Εκείνο που δεν ήξερα και δε θα το μάθαινα ποτέ αν δεν το είχα συζητήσει πρώτα με τον δάσκαλο και ύστερα με έναν μεγαλύτερό μου χωριανό που το είχε ακουστά, ήταν πως αυτές οι γυναίκες που τραγουδούσαν δεν ήταν απλώς οι γυναίκες της Γλύνας, όπως κι εγώ αρχικά υπέθεσα, αλλά οι Νιονύμφες της Γλύνας: ένα τιμητικό, σχεδόν τελετουργικό σχήμα, που εμφανιζόταν για να τιμήσει ένα δικό του, καθαρά τοπικό έθιμο. "Το έθιμο της άξιας νύφης του χωριού"

      Κάθε χρόνο, σε προκαθορισμένη Κυριακή, οι Νιονύμφες της Γλύνας ανέβαιναν στην κορυφή του βουνού για να κόψουν ξύλα. Παρά το γεγονός ότι γύρω από το χωριό υπήρχαν άφθονα ξύλα, το έθιμο όριζε την ανάβαση στο ψηλότερο σημείο. Δεν ήταν τυχαία αυτή η επιλογή· ήταν δοκιμασία. Ήταν ένας ανεπίσημος διαγωνισμός μεταξύ των νεόνυμφων γυναικών του χωριού. Εκείνη που θα κατέβαινε στο χωριό με το μεγαλύτερο ζάλωμα, δηλαδή το πιο βαρύ φορτίο ξύλων, αναγνωριζόταν ως η πιο άξια νύφη του χωριού.

       Η στιγμή της συνάντησης πάνω στις γκρόπες με τους Ορεινιώτες, η ανταλλαγή λόγου, το τραγούδι και τελικά ο χορός, όλα έπαιρναν μια τελετουργική μορφή. Το σατιρικό χορευτικό τραγούδι ήταν η κορύφωση της ημέρας, πείραγμα και τιμή μαζί, με τον ιδιαίτερο εκείνο τρόπο που μόνο τα χωριά μας ξέρουν να συνδυάζουν το γέλιο με τη βαθιά κοινωνική παρατήρηση.

    Να λοιπόν οι στίχοι εκείνου του τραγουδιού, όπως μου έχουν διασωθεί. Εδώ, έχω αλλάξει απλώς τα ονόματα, για λόγους που σχετίζονται με πιθανές παρεξηγήσεις που μπορεί να προκύψουν.

Λάλισε το πρωτορνίθι
Έφυγε του Κώτσιου η νύφη
Του Κωστάκη η θυγατέρα
Πέταξε τον πόρδο πέρα

      Πίσω από την αστειότητα κρύβεται μια δυναμική λαϊκή έκφραση, μια παράδοση που ενώνει το προσωπικό με το συλλογικό, το χιούμορ με την αξιολόγηση. Το έθιμο αυτό δεν ήταν απλώς ένα γεγονός, αλλά ένα καθιερωμένο και επαναλαμβανόμενο δρώμενο του χωριού. Ενίσχυε την αξία της «αξιάδας» της νύφης, μιας έννοιας που μετρούσε τη γυναίκα όχι μόνο για την εμφάνισή της ή τη σπιτική της επιμέλεια, αλλά για τη δύναμη, την πρωτοβουλία, την κοινωνική της παρουσία. 

      Όλες οι νύφες ήταν άξιες, αλλά κάποια, εκείνη που θα ξεχώριζε στον χρόνο, στη δύναμη, στο βάρος του ζαλώματος, προτερούσε από τις άλλες. 
 Δεν κρινόταν, επιβραβευόταν. 
      Σε έναν τόπο που η γυναίκα κουβαλούσε το σπίτι, την προίκα, τη γη και το ψωμί στις πλάτες της, το ζάλωμα των ξύλων δεν ήταν βάρος, ήταν τίτλος τιμής.

       Το έθιμο της ξυλοκοπής από τις Νιονύμφες της Γλύνας, φαινομενικά μια απλή συλλογή καυσόξυλων, αποκτά άλλο βάθος όταν ιδωθεί μέσα από το πρίσμα της εποχής. 

     Ήταν μια τελετουργία ένταξης των νέων γυναικών στην κοινότητα, μια άτυπη αλλά ουσιαστική απόδειξη της σωματικής και ηθικής τους αντοχής. Στο ανελέητο περιβάλλον της ορεινής Ηπείρου, όπου η ζωή απαιτούσε κόπο, ευρηματικότητα και καρτερία, οι νεόνυμφες έπρεπε να δείξουν πως μπορούσαν να αντεπεξέλθουν, όχι μόνο ως σύζυγοι, αλλά και ως ισότιμα μέλη ενός συλλογικού βίου. 

      Η ανάβαση στο βουνό, η δημόσια παρουσία, η σάτιρα, ο χορός και το ζάλωμα δεν ήταν απλώς τελετουργικά, ήταν μια δημόσια δοκιμασία χαρακτήρα, που συνδύαζε σωματική δύναμη, κοινωνική αποδοχή και συμβολική ώσμωση με τη φύση και την κοινότητα.

     Στην κορυφή του βουνού, η γυναίκα δεν ήταν πια μόνο  «Νιονύμφη», αλλά φορέας παράδοσης, θάρρους και συλλογικής μνήμης. 

     Ένα ξέχασμα τέτοιων εθίμων δεν είναι απλώς απώλεια υλικής μνήμης, αλλά φτωχοποίηση του ίδιου του νοήματος της λαϊκής ζωής.


Χρήστος Γιάννης

20.6.2025



Κυριακή 1 Ιουνίου 2025

Απ’ τη Θράκη στην Αθήνα και από εκεί στη Δρόπολη: Η Μπαϊντούσκα που Έγινε Κατιούσκα

Οι Χοροί που Ταξίδεψαν και τα Νερά που Τραγούδησαν

   Η Μπαϊντούσκα, είναι ο χορός που ταξίδεψε από την Θράκη στα στενά της Αθήνας και από εκεί στη Δρόπολη, έγινε ένας τόπος συνάντησης του παλιού Θρακιώτικου και νέου της Δρόπολης. 
    Ένα σύμβολο πως οι ρίζες δεν κόβονται, μόνο μεταλλάσσονται και χορεύονται στα μέτρα και στους ρυθμούς που αντέχει η ψυχή των νέων.

Λίγο ιστορία: 
   
    Στα χρόνια της μεγάλης ξενιτιάς, γύρω στο 1914 και το 1915, πολλοί νέοι από τα χωριά μας, γεμάτοι φτώχεια αλλά και όνειρα, πήραν τον δρόμο της ξενιτιάς. Ήταν μια εποχή που τα σύνορα άλλαζαν και μια νέα ελπίδα για αλλαγή γεννιόταν. Η ελπίδα αυτή τούς ώθησε να φύγουν, με σκοπό να επιστρέψουν κάποτε, να αγοράσουν χωράφια και να χτίσουν σπίτια.
    Οι αγάδες, τρομοκρατημένοι από τις γεωπολιτικές μεταβολές και τη νέα εποχή που ακόμη δεν είχε ξεκαθαρίσει πλήρως, έσπευδαν να πουλήσουν  σπίτια και χωράφια. Εκείνη την κρίσιμη στιγμή, αρκετοί από τους ξενιτεμένους μας, είτε είχαν βρεθεί στην Αθήνα είτε στην Κωνσταντινούπολη, γύρισαν με ένα καλό κομπόδεμα  και βρήκαν την ευκαιρία που περίμεναν: αγόρασαν γη και έχτισαν νέα σπίτια στον τόπο τους.
       Εκεί, στα σκοτεινά τους υπόγεια των φτωχικών συνοικιών, έπλεκαν τον ιστό μιας νέας ζωής.         Δούλευαν ασταμάτητα, σε παντοπωλεία ανάμεσα σε οικοδομές και εργοστάσια, σταύλους, χωράφια, και μικρά μαγαζιά, ακόμα και οικιακοί, μα μέσα στην καρδιά τους κρατούσαν έναν θησαυρό, την αγάπη και παράδοση του τόπου τους.

    Η Αθήνα εκείνη την εποχή ήταν σαν μια μικρή Ελλάδα. Θράκη, Μακεδονία, Μάνη, Αιγαίο Ήπειρος, νησιά Ιονίου,  ενώνονταν σ’ ένα πολύχρωμο μωσαϊκό ανθρώπων και ήχων. Τα καφενεία στα σωκάκια της Πλάκας,  στα στενά της Κουμουνδούρου, στου Ψυρρή, τα στενά της Νεάπολης, έγιναν ταπεινά στέκια γλεντζιέδων σηνάμα και  σχολεία χορού και μουσικής. Εκεί, οι νέοι της Δρόπολης γνώριζαν για πρώτη φορά νέους χορούς και τραγούδια, που τα μάθαιναν με ζήλο για να τα επιδείξουν στα χωριά τους, όταν θα γύριζαν.     Ήταν για αυτούς μια επίδειξη γνώσης και δεξιοτεχνίας, που αποκόμιζαν ως προκομμένοι ξενιτεμένοι.

    Σε αυτά τα στέκια ήρθαν σε επαφή και με τον χορό Μπαϊντούσκα. Έναν χορό ζωηρό, θρακιώτικης καταγωγής, που κυρίως μιλούσε με το σώμα, τα πόδια και τους ώμους. Τους έκανε εντύπωση και τον επέλεξαν ως τον καταλληλότερο χορό για να εμφανιστούν μπροστά στους χωριανούς, ως ξενιτεμένοι μιας άλλης κοινωνίας. Ήθελαν να τους θαυμάσουν. Προπάντων επειδή ο χορός απαιτούσε δεξιοτεχνία. Έρωτας με την πρώτη ματιά. Κάθε φορά που επέστρεφαν για γάμους ή πανηγύρια, τον μετέφεραν σαν λάβαρο, ένα σημάδι της αστικής τους λεβεντιάς και της νέας τους ταυτότητας.

    Όμως, η Μπαϊντούσκα της Θράκης δεν ήταν ποτέ ίδια με την εκδοχή που μετέφεραν στη Δρόπολη. Οι παλιοί μουσικοί, σκαλισμένοι στα αργά, μελαγχολικά ζυγιά του Πωγωνίου, δεν μπορούσαν να πιάσουν το ζωντανό πνεύμα του χορού. Τα πρώτα τοπικά κλαρίνα μόλις είχαν κάνει την εμφάνισή τους στη Ρίζα. Οι μελωδίες τους ήταν λιτές και μονοφωνικές. Κλαρίνο,λαούτο, βιολί και φωνή, ύμνος στην πολυφωνία και τον παρατεταμένο θρήνο του "βάρε, βάρε....βαριά μάστορα"

    Έτσι, λογικά μετά το 1925–30, όταν τα τοπικά κλαρίνα άρχισαν σιγά σιγά να παίρνουν τη σκυτάλη αντικαθιστώντας την παλαιότερη πολυφωνική μουσική παράδοση και να επηρεάζουν τη διασκέδαση του τόπου, η Μπαϊντούσκα δεν έφτασε στη Δρόπολη αυτούσια. Πέρασε μέσα από το φίλτρο των ντόπιων αισθημάτων και ρυθμών, και μαζί με τις παραλλαγές του χορού ήρθαν και οι παραλλαγές στην ονομασία του.  Από Μπαϊντούσκα την πρόφεραν Κατιούσκα και έτσι έμεινε. Δεν είναι τοπικός χορός. Εισαγόμενος και αυτός, μετά το 1920, μαζί με τα Ζαγορίσια και Τσιάμικα που έφεραν οι Λυραίοι από το Ορεινό στην Άνω Επισκοπή, τότε που έκαναν την εμφάνισή τους στην περιοχή και τα πρώτα τοπικά κλαρίνα και άλλαξαν τη διασκέδαση στα γλέντια και στους γάμους, απομακρύνοντας σιγά σιγά το πολυφωνικό στοιχείο.

    Η Κατιούσκα είναι  με βήματα που τόνιζαν τη δύναμη του σώματος και λιγότερο την ευλυγισία. Έγινε χορός επίδειξης και ανδρισμού. Ήταν η γλώσσα των νέων που ήθελαν να πουν: -έχουμε φύγει, έχουμε ζήσει την πόλη, ξέρουμε. Στους χορούς αυτούς τα κορίτσια και οι γυναίκες δεν είχαν θέση. Ήταν υπόθεση των αντρών, η σκηνή της λεβεντιάς, της μονομαχίας και της φήμης.

       Με τα χρόνια ήρθαν κι άλλα. Τα μεταπολεμικά έργα άρχισαν να αλλάζουν την εικόνα του τόπου. Στα μέσα του αιώνα, ένα μικρό «θαύμα» φάνηκε να γίνεται πραγματικότητα: το νερό έφτασε σε ένα χωριό της Δρόπολης από το Λιμπόχοβο. Μια και μοναδική βρύση, στο κέντρο ενώς χωριού της Δρόπολης  έγινε "ανάσα ζωής". Ένα δώρο που κανείς δεν πίστευε πως θα γνώριζε ποτέ η διψασμένη Δρόπολη.

   Κι όπως συχνά συμβαίνει, μαζί με το νερό ήρθε και το τραγούδι.

    Ένα ενθουσιώδες άσμα γεννήθηκε εκείνες τις ημέρες, για να ευχαριστήσει το «αγαπημένο κόμμα» που τους χάρισε τη βρύση, το δώρο εκείνο που φάνταζε, στους διψασμένους, σαν πηγή ελπίδας. 

"Τόσα χρόνια καρτερούσες Δροπολίτισσα, νερό
για να πιεις και να δροσίζεις το στεγνό σου το λαιμό..."

Χορευτικό του οχτάχρονου σχολείου της Γλύνας σε λαογραφική εκδήλωση της περιοχής, 1982


    Το τραγούδι αυτό δημιουργήθηκε από κάποιον άγνωστο δάσκαλο, με λόγια παιδικά, μα «πλημμυρισμένα από παιδική χαρά και συγκίνηση», σ’ ένα οχτατάξιο σχολείο της Δρόπολης και μελοποιήθηκε πάνω στη γνώριμη μελωδία της «Κατιούσκας». Πολύ γρήγορα βρήκε τον ρυθμό του στις πρόβες των μαθητικών χορευτικών συγκροτημάτων σχεδόν όλων των οχτατάξιων σχολείων, όπου τα νέα τραγούδια που «στοίχιζαν» για πολιτιστικές εμφανίσεις, χορεύονταν σχεδόν όλα στη μελωδία της Κατιούσκας.

    Εκεί, ανάμεσα σε παπούτσια που χτυπούσαν ρυθμικά το χώμα και φωνές που ενώνονταν σε αυτοσχέδιες χορωδίες, η πολιτική γινόταν τραγούδι, και το τραγούδι μετατρεπόταν σε ανάμνηση και ύμνο για το Κόμμα και τον Ενβέρη. Ακόμη και οι στίχοι της ίδιας της «Κατιούσκας» αφιερώθηκαν στο «Κόμμα το ακριβό», γιατί έφερε, λέει, μια βρύση στο τέλος ενός χωριού της Δρόπολης και το γεγονός αυτό έγινε τραγούδι και ύμνος.

    Από τότε, η «Κατιούσκα» έγινε η μελωδία που συνόδευε τα χορευτικά όλων των οχτατάξιων σχολείων της Δρόπολης. Ένας θρακιώτικος χορός που, με παράξενο τρόπο, ρίζωσε και άνθισε στα χώματα της Δρόπολης ως ύμνος της ελπίδας, της αλλαγής και μιας εποχής που ήθελε να δείξει πως «κάτι κινείται».

    Η μελωδία αυτή διαδόθηκε γρήγορα σε όλα τα οχτατάξια σχολεία της Δρόπολης και της Ρίζας μέσα από τις σχολικές πολιτιστικές εκδηλώσεις, ριζώνοντας βαθιά στην τοπική κοινότητα και μετασχηματιζόμενη σε συλλογικό ύμνο. Στο πνεύμα της εποχής, απέκτησε νέους στίχους και ιδεολογικές φόρμες, όλα αφιερωμένα στο «αγαπημένο Κόμμα», στον «θείο Ενβέρη», στη «νέα ευτυχισμένη ζωή», που παρουσιάζονταν ως δώρα του Κόμματος προς το σχολείο και την «ευτυχία» του λαού.

    Έτσι, μια μελωδία που δε γεννήθηκε στη Δρόπολη αλλά από αγωνία και δίψα, έγινε η φωνή του τόπου μέσα από δεκάδες νέα χορευτικά τραγούδια των οχτατάξιων σχολείων της Δρόπολης και της Ρίζας. Μια μελωδία που ανταποκρινόταν καλύτερα από κάθε άλλη στο ύφος των μικρών pionier, με τις τσιολιάτικες στολές και το κόκκινο μαντήλι στον λαιμό, που με χαρούμενες παιδικές κινήσεις εξέφραζαν την αγάπη τους για το Κόμμα μέσα από τα τραγούδια τους.

    Κάπως έτσι ξεκινούσαν και οι πρώτοι στίχοι της «Κατιούσκας» της Δρόπολης, που εξυμνούσαν το Κόμμα:

Τόσα χρόνια καρτερούσες, Δροπολίτισσα, νερό,
για να πιεις και να δροσίζεις το στεγνό σου το λαιμό.
Επέρασαν κυβερνήσεις, και μεγάλες και μικρές,
μα καμιά δε σου 'πε τι έχεις, Δροπολίτισσα, που κλαις.

Η κυβέρνηση του Ζώγκου ήταν όργανο κακό,
του αγά και του εμπόρου, τυρανούσε το λαό.
Η κυβέρνηση μας τώρα, με το Κόμμα αρχηγό,
αποφάσισε να φέρει το νερό στη Δρόπολη.

(…) κλπ.


 

Όπως κάθε χορός έχει τον πρωταγωνιστή του, έτσι και ο χορός της Κατιούσκα ρίζωσε και στη Γλύνα και βρήκε τον δικό της χορευτή που ξεχόριζε.
   
Οι κωλοτούμπες του Γκώγκου που έγιναν θρύλος και έκαναν την Κατιούσκα ξεχωριστή και οι Γλυνιώτες την ονόμασαν «Η Κατιούσκα του Γκώγκου»

    

    Ο κάθε χορός σε κάθε χωριό, έχει και τον δικό του πρωταγωνιστή 
Δεν χρειάζεται να βλέπεις ποιος χορεύει Από μακρινό σοκάκι ακούς πως ξεκινά το κλαρίνο και αμέσως καταλαβαίνεις ποιος έχει το χορό Όπως και η Κατιούσκα στη Γλύνα ξεχόριζε ο Γκώγκος Στη Γλύνα εκείνα τα χρόνια περίπου τη δεκαετία του 1960 και  1970 αν άκουγες πως παίζει Κατιούσκα καταλάβαινες: Παίρνει χορό ο Γκώγκος. Ο Γιώργος Γκώγκος, που ήρθε από τη Σωτήρα στη Γλύνα ως βοηθός μάγειρας στο ιαματικό νοσοκομείο νεφρών. Κι όταν το κράτος τού παραχώρησε το σπίτι ενός χωριανού που το Κόμμα τον είχε στείλει  στην εξορία, ρίζωσε και έγινε κι αυτός Γλυνιώτης.

           Στους χορούς αυτούς η φιγούρα του Γκώγκου με τις κωλοτούμπες του και τις τολμηρές κινήσεις του ήταν ο βασιλιάς της βραδιάς. Όλοι περίμεναν τη σειρά του χορού να χορέψει ο Γκώγκος με το εξαιρετικό, το διαφορετικό, το ενδιαφέρον του στυλ. Μα με ποιον; Εννοείται, με την Κατιούσκα που είχε γίνει ο δικός του χορός, το καύχημά του. Ένας ζωντανός θρύλος, που με πάθος και θράσος έγραφε ιστορία πάνω στο χορό. Το βλέμμα του, γεμάτο έπαρση, έψαχνε πάντα το χειροκρότημα, τη ζεστή επιβεβαίωση πως, παρά τις δυσκολίες, η ζωή ήταν δική του και ο χορός το πεδίο της ελευθερίας του.

    Τον έχω μπροστά στα μάτια μου, Μολονότι όλα του τα χρόνια εργαζόταν και μαγείρευε τα πιο ωραία και νόστιμα φαγητά δίπλα μαζί σε έμπειρους μάγειρους όπως τον Γιάννη Κόκα, Βασίλη Λιούζη, Γιώργο Βενέτη, Τάση Χούτα, Σπύρο Κόντη, πάντα κρατούσε σταθερά τα κιλά του και τη σιλουέτα

    Τις ελεύθερες ώρες, μετά το οχτάωρό του πάνω στις κατσαρόλες που προετοίμαζε τα φαγητά των αρρώστων του νοσοκομείου, ο Γκώγκος ασχολούνταν με τα κολιτήρια του ακούγοντας πλάκες γραμμοφώνου στο δικό του γραμμόφωνο. Τότε το χωριό είχαν γραμμόφωνα μόνο οι δύο Γιώργηδες: ο Γιώργος Τέλιος και ο Γιώργος Γκώγκος

    Τον θυμάμαι ένα βράδυ που  είχαν φωνάξει τον Σιώμο Μάντη σε γλέντι στην αυλή του νοσοκομείου, στο ένα από τα τρία του χτίρια σε αυτό που κοιμούνταν οι άντρες. Συνήθως εκτός από τους αρρώστους μαζευόταν εκεί και το χωριό. Οι άρρωστοι ήταν οι ίδιοι που έρχονταν κάθε χρόνο και προσπαθούσαν να έρθουν και τον ίδιο μήνα σαν παρέα που περνούσαν μαζί με τους χωριανούς τις είκοσι μία μέρες της θεραπείας τους με το ιαματικό νερό της Γλύνας. Ήταν και αυτοί σε ένα κομμάτι του χρόνου τους Γλυνιώτες

        Μόλις το κλαρίνο ξεκίνησε να παίζει την Κατιούσκα, όλοι στρέφονταν προς τον πρώτο χορευτή. Ποιον άλλο; Τον Γκώγκο, που τον χόρευε εξαιρετικά, με δικές του κινήσεις και τρεις-τέσσερις κωλοτούμπες στη μέση του χορού, που έκαναν όλο το σόου. Καθώς κάπως αργούσε να τις κάνει, ο κόσμος του έβαζε τις φωνές, πριν ακόμα προλάβει να κάνει τον πρώτο κύκλο. Οι παρευρισκόμενοι άρχιζαν να φωνάζουν:

«Κωλοτούμπα, κωλοτούμπα, Γκώγκο!»

Δεν του έκανε αμέσως το χατίρι, κι όσο περνούσε ο χρόνος, οι φωνές όλο και μεγάλωναν, κι άκουγες από όλους:

«Κωλοτούμπα, κωλοτούμπα!»

ΤΟ ΦΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΣΤΑΥΡΟ ΣΤΟ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΣΤΟ ΒΟΥΛΙΑΡΑΤΙ

      ΤΟ ΦΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΣΤΑΥΡΟ ΣΤΟ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΣΤΟ ΒΟΥΛΙΑΡΑΤΙ        Το Βουλιαράτι είναι ξακουστό χωριό και γνωστό πως  έχ...