Η Μέλιανη: Μύθος και Μνήμη πριν την Ιστορία
Λοιπόν, γύρω στο 120 μ.Χ., όταν ο αυτοκράτορας Αδριανός ίδρυσε την πόλη του, η ονομασία της Μέλιανης ως σύμβολο μυθικού στοιχείου, φαίνεται πως παρέμεινε αμετάβλητη. Και τότε γεννιέται εύλογα η σκέψη πως η Μέλιανη δεν ήταν δημιούργημα της ρωμαϊκής ισχύος, αλλά προϋπήρχε, όχι απλώς ως γεωγραφικός τόπος, αλλά ως ιερό αποτύπωμα, ένα μυθικό μνημείο χαραγμένο στο τοπίο, ίσως κρυμμένο μέσα σε πυκνά δάση ή περιτριγυρισμένο από μελιές. Ένας τόπος αφιερωμένος στη νύμφη Μελία και στις αρχέγονες μορφές της τοπικής παράδοσης.
Και είναι λογικό να υποθέσει κανείς πως ο αυτοκράτορας Αδριανός, γνωστός για τον σεβασμό του προς το παρελθόν, δεν θα παρέκαμπτε έναν τόπο με τόσο έντονα μυθικά στοιχεία όπως η Μελία. Αντιθέτως, είναι πιθανό να διείδε τη βαθιά σημασία του και, αντί να τον αποσιωπήσει, να τον ενσωμάτωσε, προσδίδοντάς του νέο κύρος και λαμπρότητα. Εκεί, στη σκιά της Μελίας, είτε ως Μέλιανη είτε ως Πέλανη, να ίδρυσε την Αδριανούπολη, με τρόπο που θα τιμούσε όχι μόνο τον ίδιο τον μύθο, αλλά και το όνομά του; Έχτισε, δηλαδή, τη νέα πόλη πάνω στο αποτύπωμα της παλαιάς, μετατρέποντας τη Μέλιανη σε σύμβολο μιας σύνθεσης του παλιού που υπηρετεί το νέο και έτσι απέδωσε ιστορικό βάρος στον τόπο, και ταυτόχρονα άφησε μέσα στο άγραφο, αλλά ισχυρό αρχείο της μνήμης, τα ίχνη ενός μύθου που, από τότε, δεν έπαψε να φέρει μαζί του και το δικό του όνομα;
Έτσι, η Μέλιανη φαίνεται να εντάσσεται αρμονικά στον ιστό των επτά τοπωνυμίων της Ρίζας, που απλώνεται στην ανατολική πλευρά της μεγάλης πεδιάδας της Δρόπολης, τον Πελάκον, τα Μπουράτα, την Εσοχή, το Γκριότι, την Αλατισιά, τη Ρίζα.
Όλα μαζί συνθέτουν ένα μεγάλο τοπικό κοσμολογικό αφήγημα, τον μύθο της μετάλλαξης του κόσμου, της μετάβασης από το Χάος στην Τάξη.
Ίσως, τελικά, η Μέλιανη να χτίστηκε σε δύο περιόδους: η πρώτη, για να τιμηθεί η Μελία και ό,τι εκείνη ενσάρκωνε για τους προαιώνιους κατοίκους της Ρίζας, η δεύτερη, όταν η παρουσία του Αδριανού πρόσθεσε σ' αυτόν τον τόπο τον λίθο της ρωμαϊκής εξουσίας, χωρίς όμως να σβήσει τον μύθο, αλλά αναδεικνύοντας το ιερό που ένωνε τον ουρανό με τη γη.
Για να επιβεβαιωθεί ή να απορριφθεί η εικασία μου αυτή, που βέβαια παραμένει απλώς μια εικασία, θα πρέπει να διερευνηθεί η ύπαρξη σχετικών στοιχείων στις πέτρινες ζωγραφιές και τα ψηφιδωτά της περιοχής, τα οποία ελπίζω να διασώζονται ακόμη στη Μέλιανη. Τότε, πριν από πενήντα ή εξήντα χρόνια, όταν ήμουν μικρό παιδί, γύρω στα επτά, οκτώ, ίσως και δέκα χρονών, είχα βρεθεί εκεί επιτόπου, τα κοιτούσα περισσότερο με θαυμασμό παρά με κατανόηση. Χάζευα τις μορφές, τα σχήματα, τα χρώματα. Δεν μπορούσα, φυσικά, να συνειδητοποιήσω τη σημασία τους.
Μετά από τόσα χρόνια, είναι πολύ πιθανό να έχουν καλυφθεί με χώμα ή να έχουν αλλοιωθεί από τη φθορά του χρόνου και να μην είναι πλέον ορατά. Κι όμως, αν διασωθεί κάποιο ίχνος τους, θα ήταν σημαντικό να αναλυθεί αν απεικονίζονται μορφές που σχετίζονται με τη νύμφη Μελία ή αν παρουσιάζονται ομοιότητες με άλλες γνωστές μορφές νυμφών.
Αν κάτι τέτοιο αποδειχθεί, τότε ίσως η Μέλιανη να μην ήταν απλώς ένας τοπικός οικισμός, αλλά να αποτελούσε μια τοπική εκδοχή ενός ιδιαίτερα σημαίνοντος χώρου, με ρόλο κοινωνικό, θρησκευτικό και, σε μεταγενέστερους χρόνους, ίσως και διοικητικό, στενά συνδεδεμένου με την ίδια την πόλη της Αδριανούπολης.
Η παρουσία της νύμφης Μελίας, της νύμφης των δασών, της ζωογόνου φύσης και της αρμονίας, θα μπορούσε να λειτουργεί ως σύμβολο αυτού του χώρου, υπογραμμίζοντας τον ιδιαίτερο ρόλο της Μέλιανης μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της Αδριανούπολης.
Άλλωστε, η συνύπαρξη των δύο αυτών τοπωνυμίων καταγράφεται ιστορικά στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, όπως μαρτυρά και η σχετική αναφορά: «...ην πόλις κτισθείσα τω 120 μ.Χ. υπό Αδριανού, ταύτης δε καταστραφείσης αναδείχθη τω 550 μ.Χ.». Η φράση αυτή αποτυπώνει την ιστορική συνέχεια, την καταστροφή και την αναγέννηση, όπου το νέο αναδύεται από τα ερείπια του παλιού και ίσως, σε αυτή την αναγέννηση, η Μέλιανη να διατήρησε μια μνήμη, μια παρουσία, ή έστω έναν υπαινιγμό του ιερού.
Είναι προφανές πως στο μέλλον θα υπάρξουν περισσότερες ευκαιρίες και ερευνητικές δυνατότητες, οι οποίες ενδέχεται να φέρουν στο φως ξεχασμένα μυστικά και να συμπληρώσουν την εικόνα του παρελθόντος, φωτίζοντας νέες, άγνωστες έως τώρα, πτυχές της τοπικής ιστορίας.
Η ταυτοποίηση, φυσικά, ανήκει στους αρχαιολόγους. Μόνον η αρχαιολογική έρευνα μπορεί να απαντήσει με ασφάλεια στο ερώτημα αν η Μέλιανη υπήρξε ξεχωριστή πόλη ή αν αποτελούσε απλώς μια προέκταση, έναν συνοικισμό ή και έναν ειδικό λειτουργικό τομέα της ίδιας της Αδριανούπολης ή αλλιώς, της αρχαίας Δρυϊνουπόλεως.
Τα ερείπια που σώζονται ακόμη και σήμερα στέκουν εκεί σαν αδιάψευστοι μάρτυρες μιας εποχής περασμένης, μα όχι ξεχασμένης.
Αν πράγματι ταυτίζονται με τη χρονολογία της ίδρυσης της Αδριανούπολης, «…ην πόλις κτισθείσα τω 120 μ.Χ. υπό Αδριανού, ταύτης δε καταστραφείσης αναδείχθη τω 550 μ.Χ.» τότε ίσως να βρισκόμαστε μπροστά σε έναν αρχαιολογικό κόμβο όπου η παλαιά πόλη μεταμορφώνεται ή αναγεννάται με νέες ονομασίες, νέα σχήματα, αλλά με συνεχιζόμενη μνήμη.
Η Μέλιανη, σε αυτό το πλαίσιο, δεν θα είναι απλώς ένας χαμένος τόπος, αλλά ένας κρίκος στην ιστορική αλυσίδα που συνδέει τις μυθικές μνήμες των νυμφών με τις ιστορικές καταγραφές της ρωμαϊκής εποχής. Μια γέφυρα ανάμεσα στο φυσικό και το πολιτισμικό, στο ιερό και το κοινωνικό, στον μύθο και την αρχαιολογία.
ΑΠΟ ΤΥΧΑΙΕΣ ΓΕΩΡΓΙΚΕΣ ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ
Αρχαία ευρήματα στην περιοχή της Ρίζας
Τη δεκαετία του 1970, κατά την εκτέλεση έργων για το άνοιγμα του καναλιού που συνέδεε τις δύο τεχνητές λίμνες της Γλύνας με τη Βράχογοραντζή, αποκαλύφθηκαν τεράστιες πέτρες, οι οποίες πιθανόν να ανήκουν σε προχριστιανικές εποχές.
Οι ανασκαφές και τα έργα με βαρέα μηχανήματα έφεραν στο φως αυτά τα πετρώματα, που ενδέχεται να αποτελούν τμήμα αρχαίων μνημείων ή κατασκευών.
Το 1972, κατά τη διάρκεια αγροτικών εργασιών, ανακαλύφθηκε το άγαλμα του Προμηθέα στη θέση «Μπάμπα» της Γλύνας. Το άγαλμα παραδόθηκε αμέσως στις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες από τον δάσκαλο Θανάση Κυρίτση, ο οποίος το αναγνώρισε ως παράσταση του Προμηθέα.
Επιπλέον, σύμφωνα με τον Γιώργο Γκίκα, και άλλα αρχαία αντικείμενα βρέθηκαν στα Χάνια της Επισκοπής.
Παρά τη σημασία αυτών των ευρημάτων, η πλειονότητά τους είτε δεν έχει μελετηθεί διεξοδικά από τους αρχαιολόγους, είτε δεν έχει δημοσιοποιηθεί επίσημα η ερμηνεία και ο προσδιορισμός τους. Τα περισσότερα από αυτά προέκυψαν από τυχαίες γεωργικές εργασίες και όχι από συστηματική ανασκαφή, γεγονός που δυσχεραίνει την ακριβή τοποθέτησή τους στο ιστορικό πλαίσιο.
Ένα ακόμη μεγάλο μυστήριο παραμένει άλυτο στην περιοχή της Άνω Επισκοπής, όπου στον κάμπο εντοπίστηκαν μαρμάρινα τμήματα που φαίνεται να ανήκουν σε σαρκοφάγο ίσως προαρχαίων ελληνικών χρόνων. Αυτά τα ευρήματα ενισχύουν την πεποίθηση ότι η περιοχή κρύβει ακόμα πολλά μυστικά και θησαυρούς που περιμένουν την αποκάλυψή τους.
Αν και η ανακάλυψη αυτών των μνημείων υποδηλώνει την ύπαρξη σημαντικού αρχαιολογικού πλούτου, η ακριβής χρονολόγηση και η ιστορική τους ταυτοποίηση παραμένουν ζητήματα που απαιτούν περαιτέρω μελέτη.
Η ανατολική περιοχή της κοιλάδας διέθετε άφθονο νερό και φυσικούς πόρους, με δρυς που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες των κατοίκων, αφού το ξύλο τους χρησιμοποιούνταν για καύση και παραγωγή πρώτων υλών.
Η παρουσία αυτών των στοιχείων υπογραμμίζει τη στρατηγική και πολιτιστική σημασία της περιοχής κατά την αρχαιότητα.
Η πλήρης κατανόηση και αποκάλυψη των ιστορικών πτυχών της περιοχής είναι ζήτημα που ανήκει στους ειδικούς αρχαιολόγους, οι οποίοι θα μπορέσουν να αναλύσουν διεξοδικά τα ευρήματα και να τα εντάξουν στο ευρύτερο πολιτισμικό και ιστορικό πλαίσιο.
ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΥΘΟΥΣ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Εκεί όπου κάποτε άνθισαν δύο αρχαίες πόλεις, η Δρυϊνούπολη, γνωστή και ως Αδριανούπολις κατά την εποχή του Αδριανού, και η Κλαυδιανή, επί της βασιλείας του Κλαυδίου, ξεδιπλώνεται σήμερα η αθέατη ιστορία της περιοχής.
Τα νέα θεμέλια νέων πόλεων πάνω σε παλαιότερα προ ελληνικά θρησκευτικά μυθικά μνημεία;
Διαβάζοντας τα έργα των Αραβαντινού, Ζώτου και Μυστακίδη, ανακύπτει ένα σημαντικό ερώτημα:
Ποια ήταν αυτή η πόλη, της οποίας η ακριβής γεωγραφική θέση δεν αναφέρεται με σαφήνεια, ενώ ο λαός διατήρησε και μετέφερε μόνο την πληροφορία, χωρίς να την κατονομάσει, περνώντας την στην επόμενη γενιά με την εξής διατύπωση:
«Από το Ραδάτες ως τη Βράχογοραντζή υπήρχε μια μεγάλη άγνωστη αρχαία πόλη που καταστράφηκε από πολέμους…»
Ο Αραβαντινός γράφει σχετικά:
«…η επισκοπή αυτής αξία μετά την ερίμωση της μετέθη εις το Αργυρόκαστρον…»
Η Δρυϊνούπολις ή Αδριανούπολις, λοιπόν, πού βρισκόταν;
Σύμφωνα με την περιγραφή του Αραβαντινού, τον Ζώτο και τον Μυστακίδη, η επισκοπή που μεταφέρθηκε στο Γαρδή εκείνη την εποχή είναι η Επισκοπή Τεγάτες.
Έτσι, μπορούμε να συμπεράνουμε πως ο Αραβαντινός αναφέρεται στην επισκοπή της πόλης Δρυϊνούπολις ή Αδριανούπολις, η οποία, μετά την καταστροφή της, μετέφερε την έδρα της στο Γαρδή.
Η πόλη αυτή, γνωστή ως Δρυϊνούπολις ή Αδριανούπολις, φαίνεται να ταυτίζεται με την αρχαία εκείνη πολιτεία που η τοπική προφορική παράδοση διατήρησε στη μνήμη, λέγοντας πως «παλιά, από το Ραδάτες ως τη Βράχογοραντζή, υπήρχε μια μεγάλη πόλη που καταστράφηκε από πολέμους και διενέξεις».
Ωστόσο, το ζήτημα περιπλέκεται, καθώς στην περιοχή αναφέρονται δύο πόλεις, η Δρυϊνούπολις και η Κλαυδιανή, γεγονός που δεν επιτρέπει μια σαφή ταύτιση, εάν αυτή δεν επιβεβαιωθεί με ασφάλεια από τα αρχαιολογικά ευρήματα.
Παράλληλα, το αμφιθέατρο των Σωφρατίκων έρχεται να προσθέσει νέα ερωτηματικά στην ιστορία, καθώς μέχρι στιγμής δεν έχει ταυτιστεί αν σχετίζεται με τη Δρυϊνούπολη ή με άλλη πόλη της περιοχής. Ενδεχομένως να πρόκειται για έργα της ίδιας εποχής, ενδέχεται όμως και να ανήκουν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Αν και στο θέατρο των Σωφρατίκων έχουν ήδη πραγματοποιηθεί ανασκαφές, τα στοιχεία που έχουν προκύψει δεν έχουν δημοσιευθεί πλήρως, αφήνοντας ασαφές αν πρόκειται για κατασκευή προελληνικών ή ρωμαϊκών χρόνων.
Έτσι, η αβεβαιότητα παραμένει. Ωστόσο, ο χρόνος και η πρόοδος της επιστημονικής έρευνας και τεχνολογίας αναμένεται να δώσουν απαντήσεις.
Είναι βέβαιο πως οι μελλοντικές μελέτες, σε συνδυασμό με την αποκάλυψη νέων γραπτών ή αρχαιολογικών τεκμηρίων, αλλά και με τη ραγδαία πρόοδο της σύγχρονης τεχνολογίας, η οποία φαίνεται να εξελίσσεται με ταχύ ρυθμό σε όλες τις επιστήμες, θα επιταχύνουν τον χρόνο των αποκαλύψεων.
Η τεχνολογία, καθώς πλέον θα βρίσκεται στα χέρια του κοινού, δεν θα αφήνει περιθώρια απόκρυψης στοιχείων για προπαγανδιστικούς σκοπούς, ενώ θα συντελέσει στο να έρθουν στο φως και τυχόν σκόπιμες διαστρεβλώσεις του παρελθόντος. Έτσι, θα φωτιστούν σταδιακά τα ερωτήματα που μέχρι σήμερα παραμένουν αναπάντητα.
Άρα, τα λίγα σωζόμενα κείμενα αναφέρουν μόνο ότι η επισκοπή που μνημονεύεται είναι η Επισκοπή Τεγάτες Δρυϊνούπολις, η οποία αποτελούσε τμήμα της πόλης, γνωστής επίσης ως Αδριανούπολις, χωρίς να προσδιορίζουν συγκεκριμένο χώρο. Μέχρι σήμερα δεν έχουν πραγματοποιηθεί ανασκαφές για να επιβεβαιωθεί η τοποθεσία της, αν και παλιά κτίσματα έχουν βρεθεί και ανασκαφτεί στο Αμφιθέατρο Σωφρατικών, το οποίο θεωρείται πιθανό να ταυτίζεται με τη Δρυϊνούπολη.
Μετά της Δρυϊνούπολις (ή Δρυνόπολις) της αρχαίας πόλης της Ηπείρου, η οποία άκμασε κυρίως κατά τη ρωμαϊκή εποχή, και ιδίως κατά τη βασιλεία του αυτοκράτορα Αδριανού (117–138 μ.Χ.), ο οποίος θεωρείται και ιδρυτής ή μεγάλος αναμορφωτής της πόλης. Σε κάποιες πηγές αναφέρεται και με το όνομα Αδριανούπολις, καθώς πιθανόν να ανασυστάθηκε ή αναβαθμίστηκε προς τιμήν του, πιθανόν να καταστράφηκε ή να ερημώθηκε σταδιακά κατά τους αιώνες μετά τον 5ο μ.Χ., λόγω επιδρομών και των ευρύτερων αλλαγών της εποχής στην περιοχή εμφανήζεται η
Κλαυδιανή Η Πόλη του Αυτοκράτορα Κλαυδίου
Αν και στη λαϊκή παράδοση η
Κλαυδιανή τοποθετείται σε μικρά τμήματα, διασκορπισμένα σε μεγάλη απόσταση, από
το Ραδάτες έως και τη Νεπράβιστα, στο ρίζωμα κάτω από τις ράχες της περιοχής, η
πόλη αυτή φέρεται να διέθετε πολλά αποσπασματικά στρατιωτικά τμήματα,
εγκατεστημένα σε διάσπαρτα σημεία.
Τέτοια στοιχεία όμως δεν έχουν ακόμη επιβεβαιωθεί με ιστορικά δεδομένα. Το αναφέρουμε απλώς ως καταγραφή της λαϊκής πληροφορίας, την οποία συγκεντρώσαμε και προωθούμε ως πηγή προς περαιτέρω έρευνα από τις επόμενες γενιές, που θα έχουν περισσότερες δυνατότητες και ευκαιρίες να τη διερευνήσουν μέσω επίσημων καταγραφών ή ανασκαφών, αν ποτέ προκύψουν.
Η Κλαυδιανή (ή Κλαυδιανή Πόλις) ήταν αρχαία πόλη στην περιοχή της σημερινής Ηπείρου, η οποία πήρε το όνομά της από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Κλαύδιο (41–54 μ.Χ.). Η ίδρυσή της ή η αναδιοργάνωσή της τοποθετείται στην περίοδο της βασιλείας του, δηλαδή στον 1ο αιώνα μ.Χ..
Η πόλη πιθανώς λειτουργούσε ως διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο, ενισχύοντας την παρουσία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου και στα Βαλκάνια. Η θέση της στην επικράτεια εξυπηρετούσε τη διατήρηση της τάξης και την οργάνωση των τοπικών πληθυσμών.
Η Κλαυδιανή άνθισε κυρίως τον 1ο και 2ο αιώνα μ.Χ., αλλά όπως και άλλες πόλεις της περιοχής, η ύπαρξή της φθίνει πιθανόν κατά τη μετάβαση στην ύστερη αρχαιότητα, λόγω των πολιτικών και κοινωνικών αναταράξεων της εποχής.
Εκτιμώμενη περίοδος καταστροφής:
Η καταστροφή της Κλαυδιανής τοποθετείται κυρίως στον 6ο-7ο αιώνα μ.Χ., όταν οι επιδρομές των Σλάβων και των Αβάρων προκάλεσαν σημαντική αναστάτωση και ερήμωση πολλών πόλεων και οικισμών στην περιοχή της Βαλκανικής, μεταξύ αυτών και της Κλαυδιανής.
Παρότι δεν έχουμε ακριβή χρονολογία, η πτώση της Κλαυδιανής εντάσσεται σ’ αυτήν την ευρύτερη περίοδο των μεγάλων μετακινήσεων και αλλαγών που σφράγισαν την ύστερη αρχαιότητα στη Βαλκανική.
ΤΕΓΑΤΕΣ
Φημολογείται στη λαϊκή παράδοση πως ο χώρος αυτός αποτελούσε οικόπεδο της Αγίας Σοφίας, και ότι εντός του τεγάζονταν Σαράντα Εκκλησίες της Επισκοπής Δρυϊνουπόλεως, η οποία ακμάζει από τον 4ο έως τον 6ο αιώνα μ.Χ., γνωρίζοντας ιδιαίτερη άνθηση κατά την ύστερη αρχαιότητα και την πρώιμη βυζαντινή περίοδο.
Αν και η πληροφορία αυτή δεν έχει τεκμηριωθεί από αρχαιολογικές ή ιστορικές πηγές, καταγράφεται ως σημαντικό τεκμήριο της τοπικής μνήμης και διασώζεται στη συλλογική συνείδηση των κατοίκων της περιοχής.
Σύμφωνα με την ίδια παράδοση, οι εκκλησίες αυτές καταστράφηκαν σε μεταγενέστερους αιώνες, όταν ο χώρος παραχωρήθηκε σε Οθωμανούς αγάδες, οι οποίοι, κατά τα λεγόμενα των κατοίκων της περιοχής, προέβησαν στην πλήρη καταστροφή τους.
Η ονομασία «Τεγάτες» προκαλεί ιδιαίτερη προσοχή στην περιοχή των Ριζών και ενισχύει την ανάγκη για περαιτέρω έρευνες.
Δεν τίθεται ζήτημα για την ελληνικότητα της λέξης, καθώς από μόνη της «μιλάει» ελληνικά.
Με το πέρασμα των αιώνων, η λέξη «Τεγάτες» παραμορφώθηκε σε «Τεγάτες» ή «Τεγκάτες», φαινόμενο που παρατηρείται σε πολλές τοπωνυμίες της περιοχής, λόγω των ξένων γλωσσικών επιρροών που έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους στο τοπικό ιδίωμα.
Η παρουσία αυτής της ονομασίας στην ιστορική παράδοση, καθώς και η σύνδεσή της με συγκεκριμένες τοπικές περιοχές, δημιουργούν ένα ενδιαφέρον ερευνητικό πεδίο για την αναζήτηση των γεωγραφικών και ιστορικών στοιχείων που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν την ακριβή θέση και τη σημασία της πόλης ή της επισκοπής αυτής στην αρχαιότητα.
Τα στοιχεία αυτά μπορεί να φωτίσουν άγνωστες πτυχές της ιστορίας της περιοχής και να συμβάλουν στην καλύτερη κατανόηση της εξέλιξης της τοπικής κοινωνίας και του πολιτισμού.
Ως σήμερα, λίγα είναι τα ιστορικά στοιχεία για την ονομασία αυτή από τους παλαιούς ιστορικούς, και συνήθως αυτά αναφέρονται χωρίς τις λεπτομέρειες και τη ζωντάνια που προσδίδει η λαϊκή παράδοση της περιοχής.
Αυτή η έλλειψη πληροφοριών δημιουργεί ένα σημαντικό κενό γνώσης, που αναδεικνύει την αναγκαιότητα της περαιτέρω ανασκαφής και μελέτης, με στόχο την αποκάλυψη των κρυφών και χαμένων πλευρών της ιστορίας αυτής.
Τεγάτες: Η Έδρα της Επισκοπής Δρυϊνουπόλεως
Ιστορικά κείμενα αναφέρουν την ύπαρξη ενός χωριού με την ονομασία «Τεγάτες», το οποίο φαίνεται πως αποτέλεσε την έδρα της Επισκοπής Δρυϊνουπόλεως από την εποχή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού έως και την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Η σημασία αυτής της περιοχής ενισχύεται από το γεγονός ότι η Επισκοπή Δρυϊνουπόλεως είχε την έδρα της στους Τεγάτες, καθιστώντας την έναν σημαντικό θρησκευτικό και διοικητικό κόμβο κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής περιόδου.
Ωστόσο, με τη μεταφορά της Επισκοπής από τους Τεγάτες, τα ίχνη της αρχικής έδρας χάνονται σταδιακά. Στη συνέχεια, στην ίδια περίπου περιοχή, εμφανίζεται το σημερινό χωριό Ραδάτες.
Η έλλειψη επαρκών στοιχείων για τους Τεγάτες αφήνει μια αίσθηση μυστηρίου γύρω από τη θέση και τη σημασία της πόλης αυτής, ενώ παράλληλα ενισχύει την ανάγκη για αναζήτηση των χαμένων κομματιών της τοπικής ιστορίας και του πολιτισμού που συνδέονται με την περιοχή.
Τα κενά αυτά, όμως, έρχονται να τα συμπληρώσουν οι πληροφορίες που έχει διασώσει η λαϊκή παράδοση, προσφέροντας πολύτιμα δεδομένα και σημαντικές κατευθύνσεις για την κατανόηση αυτής της ξεχασμένης ιστορίας.
Μέσα από τις φήμες, τα τοπικά διηγήματα και τις αφηγήσεις των παλαιότερων, αντλούμε στοιχεία που, παρότι δεν τεκμηριώνονται πάντα με επιστημονικό τρόπο, διατηρούν τη ζωντανή σύνδεση με το παρελθόν και παρέχουν χρήσιμες ενδείξεις για τις ιστορικές διαδρομές και την εξέλιξη της περιοχής.
Αυτές οι προφορικές μαρτυρίες αποτελούν γέφυρα ανάμεσα στη λησμονημένη ιστορία και την προσπάθεια ανασύνθεσής της, φωτίζοντας πτυχές που συχνά παραμένουν έξω από τα επίσημα αρχεία και τις γραπτές πηγές.
Η λαϊκή παράδοση αναφέρει ότι στον συγκεκριμένο χώρο υπήρχαν σαράντα εκκλησίες περιτριγυρισμένες από τοίχο, όμως μέχρι σήμερα αυτές δεν έχουν ανακαλυφθεί και δεν υπάρχουν επίσημες αρχαιολογικές μαρτυρίες που να επιβεβαιώνουν την ύπαρξή τους.
Επιπλέον, η πληροφορία ότι ο χώρος ενδεχομένως ανήκε στην Αγία Σοφία παραμένει αδιευκρίνιστη, καθώς δεν έχει επιβεβαιωθεί από ιστορικές ή αρχαιολογικές πηγές.
Οι ιστορικές πηγές αναφέρουν τη μετακόμιση της Επισκοπής Δρυϊνούπολης στη Γαρδή, και φαίνεται πως οι Τεγάτες καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της μετακίνησης.
Από την ανάλυση των στοιχείων, προκύπτει η εκτίμηση ότι οι Τεγάτες δεν ήταν απλώς ένα μικρό χωριό, αλλά πιθανότατα μια εκτεταμένη περιοχή που στέγαζε τις σαράντα εκκλησίες της Επισκοπής Δρυϊνούπολης, η οποία εκτεινόταν από την πηγή του Μάντζιφα στην Παναγία της Ελεούσας (Πιλακού ή Πελακού, δηλαδή Πελασγικόν, κοντά στο σημερινό όρος Μπουράτα) μέχρι τα νότια σύνορα του Ραδατιού με το Αργυροχώρι.
Η χρονική περίοδος κατά την οποία η Επισκοπή Δρυϊνούπολης μετακόμισε και οι Τεγάτες καταστράφηκαν φαίνεται να συμπίπτει με την εξαφάνιση του ονόματος και των στοιχείων της πόλης από τη μνήμη της τοπικής κοινωνίας.
Η εμφάνιση των Τούρκων στην περιοχή και η κυριαρχία των αγάδων φαίνεται να επιτάχυναν την καταστροφή των εκκλησιών αυτών, οι οποίες, σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, υπήρχαν στον συγκεκριμένο χώρο και παρέμειναν κατεστραμμένες από τότε, αφήνοντας μόνο ίχνη στις φήμες και τις αφηγήσεις της τοπικής κοινότητας.
Η καταστροφή και η εγκατάλειψη της περιοχής συνέβαλαν στην αργή εξαφάνιση των ιστορικών και πολιτισμικών στοιχείων που την χαρακτήριζαν, δημιουργώντας ένα σκοτεινό κενό στο παρελθόν, το οποίο αναζητεί ακόμη απαντήσεις μέσω της λαϊκής μνήμης και της ιστορικής έρευνας.
Η τελευταία καταστροφή, που έπληξε ακόμη και τα λιγοστά απομεινάρια αρχαίων κτισμάτων σε πολλές περιοχές όπως και στον χώρο των Τεγάτων, συνέβη τη δεκαετία του 1970. Τότε, με το σύνθημα «Να μετατρέψουμε τα βουνά σε καρπερούς κάμπους», εξαφανίστηκαν και τα τελευταία ίχνη από τα θεμέλια των παλαιών αυτών εκκλησιών, στην πλαγιά από την Παναγία της Επισκοπής έως και πέρα, κοντά στα σύνορα με το Αργυροχώρι.
Ήταν μια θλιβερή καταστροφή, εκτελεσμένη κατ’ εντολή της άθεης κομμουνιστικής κυβέρνησης, η οποία εκείνη την εποχή δεν δίστασε να αφανίσει ό,τι πολύτιμο αρχαιολογικό εύρημα είχε απομείνει.
Όσα δεν έσωσε η λαϊκή πληροφορία, τα σώζει η ονομασία
Η λέξη «Τεγάτες» ή «Τεγκάτες», όπως συνηθίζεται να λέγεται στην περιοχή, φαίνεται να κρύβει μέσα της σημαντικά στοιχεία για την ιστορία και την ταυτότητα του τόπου. Παρά την έλλειψη πλήρων ιστορικών στοιχείων για την ύπαρξη ή την ακριβή θέση του χωριού, η ίδια η ονομασία φέρει μια αφηγηματική δύναμη, καταγράφοντας όσα η λαϊκή παράδοση δεν κατόρθωσε να διατηρήσει ζωντανά.
Η αναφορά στις «σαράντα εκκλησίες» υποδηλώνει την ύπαρξη μιας περιοχής με πλούσια θρησκευτική κληρονομιά, που αναδεικνύει τη σημασία του τόπου στην τοπική κοινωνία, καθώς και τον ρόλο του ως κέντρο λατρείας και πολιτισμού, ενώ η λαϊκή παράδοση θέλει το χωριό να ήταν κάποτε «οικόπεδο της Αγίας Σοφίας» που συνδέει την περιοχή με την Κωνσταντινούπολη και τη σπουδαία θρησκευτική κληρονομιά της, προσδίδοντας στην ονομασία «Τεγάτες» μια ιστορική διάσταση που παραπέμπει σε σημαντικούς θρησκευτικούς χώρους και ιερά.
Παρότι αυτά, τα στοιχεία που δεν έχουν καταγραφεί επισήμως στις ιστορικές πηγές, διασώζονται μέσα από την τοπική παράδοση και την ονοματολογία, δείχνοντας την ισχύ της γλώσσας ως φορέα μνήμης και ιστορίας του τόπου.
Η λέξη «Τεγάτες» φαίνεται να προέρχεται από το αρχαίο «τέγος», που σημαίνει στέγη ή στέγαση.
Η έννοια του όρου «(Σ)τεγάτες» μπορεί να σχετίζεται με τη στέγαση ή τον χώρο όπου βρίσκονταν οι σαράντα εκκλησίες της Επισκοπής Δρυϊνούπολης, οι οποίες πιθανώς να υπήρχαν εντός του οικοπέδου που ανήκε στην Αγία Σοφία, αν και αυτή η υπόθεση δεν έχει επιβεβαιωθεί ακόμα από επίσημες πηγές.
Ο Ευάγγελος Μαντουλίδης, στο «Ετυμολογικό Λεξικό Αρχαίας Ελληνικής» (σελ. 215), αναφέρει:
Τέγος, - εος, τό - σκεπή, δωμάτιο. Αντί στέγος τοῦ στέγω, με πολλά παράγωγα.
Αυτή η ετυμολογία προσφέρει ένα βασικό κλειδί για την κατανόηση της ονομασίας, που δεν είναι απλώς τυχαία, αλλά άμεσα συνδεδεμένη με την έννοια της «στέγης», δηλαδή του τόπου όπου «στεγάζονται» σημαντικά ιστορικά και θρησκευτικά μνημεία και κοινότητες.
Η Σπηλιά της Ελεούσας: Μια Θεολογική και Πολιτιστική Κληρονομιά στην Καρδιά της Παράδοσης
Σύμφωνα με τις αφηγήσεις των γεροντότερων, λίγο πάνω από τον Ναό της Παναγίας της Ελεούσας, στην ομώνυμη σπηλιά του ασκητή, κατά περιόδους καταστροφών της περιοχής, κρύφτηκε και διασώθηκε η εικόνα της Παναγίας της Ελεούσας.
Το γεγονός αυτό προσδίδει στη σπηλιά έναν ιδιαίτερο ιερό και μυστηριακό χαρακτήρα, ενισχύοντας τη θρησκευτική και πολιτιστική σημασία της περιοχής.
Η σπηλιά, που βρίσκεται στον λάκκο πάνω από τον Ναό, είναι γνωστή στους ντόπιους με την ονομασία «Ελεούσα».
Η λέξη αυτή φέρει βαθιά θρησκευτική σημασία, καθώς αποτελεί τίτλο της Θεοτόκου, που εκφράζει την έννοια του ελέους και της συμπόνοιας.
Η σπηλιά του ασκητή, στο λάκκο της Ελεούσης Πιλακού πάνω από τον Ναό της Παναγίας Θεοτόκου Επισκοπής, που την πληροφορία αυτή, την έσωσαν και την μολογούνε οι Πισκοπιανοί.
Η ύπαρξη μιας σπηλιάς με τέτοιο όνομα λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στη φυσική πραγματικότητα και την πνευματική κληρονομιά της περιοχής, ενισχύοντας την πίστη και τη λατρεία των κατοίκων.
Κατά την τοπική παράδοση, η σπηλιά αυτή ήταν τόπος ασκητισμού, όπου έζησε ένας ασκητής.
Η σύνδεση αυτή προσδίδει στο χώρο μια ατμόσφαιρα πνευματικής αναζήτησης και αυτοσυγκέντρωσης, που αποτελεί σημαντικό στοιχείο της τοπικής θρησκευτικής ταυτότητας.
Η σπηλιά της Ελεούσας, με το θρησκευτικό και πολιτιστικό της φορτίο, φωτίζει την έντονη σχέση των κατοίκων με τον τόπο τους και αποτυπώνει τη βαθιά σύνδεση με τη θρησκευτική παράδοση που διατηρείται μέχρι σήμερα.
Μετά την καταστροφή των Τεγάτων, στην ίδια περιοχή αναδεικνύεται το μνημείο της σπηλιάς της Ελεούσας Πυλακού.
Υποθέτουμε ότι ο ασκητής που κατάφυγε εκεί, στον απόκρυφο λάκκο του βράχου, βρήκε το πιο ασφαλές καταφύγιο· και σε αυτό το κρυφό σπήλαιο έκρυψαν την εικόνα της Παναγίας της Ελεούσας, προκειμένου να τη σώσουν από την καταστροφή.
Πιθανότατα, όλα αυτά συνέβησαν αμέσως μετά την πτώση της Αδριανούπολης και την οριστική εξαφάνιση των Τεγάτων: τότε που η ερειπωμένη Επισκοπή και οι καταστραφείσες εκκλησίες άφηναν τα ιερά τους απομεινάρια στους ντόπιους, ώσπου ο ασκητής αναζήτησε μέσα στη σιωπή της σπηλιάς τον μοναδικό ασφαλή χώρο διάσωσης.
Η Παναγία Ελεούσα στην Εκκλησιαστική και Βυζαντινή Παράδοση
Κατά την εκκλησιαστική και βυζαντινή ιστορία της εικόνας, ο εικονογραφικός τύπος της Παναγίας Ελεούσας (ή «Ελεούσα») εμφανίζεται ήδη από τον 6ο αιώνα μ.Χ. Οι πρώτες γνωστές απεικονίσεις της εντοπίζονται στη βυζαντινή τέχνη και μαρτυρούν όχι μόνο την παλαιότητα, αλλά και τη θεολογική βαρύτητα του συγκεκριμένου τύπου.
Η Παναγία Ελεούσα απεικονίζεται να κρατά με στοργή στην αγκαλιά της τον Χριστό, ενώ Εκείνος ακουμπά απαλά το πρόσωπό του στο δικό της.
Η στάση αυτή αποπνέει έντονο συναισθηματισμό και εκφράζει έναν πνευματικό δεσμό ανάμεσα στη Μητέρα και τον Υιό, μεταφέροντας μηνύματα αγάπης, τρυφερότητας και θείας οικειότητας.
Με βάση αυτή τη χρονολογική και εικονογραφική παράδοση, η εικόνα της Παναγίας Ελεούσας της Επισκοπής μπορεί εύλογα να συσχετιστεί με τις πρώιμες εμφανίσεις του τύπου.
Τα σωζόμενα στοιχεία που έχουν βρεθεί στον ναό της Παναγίας Επισκοπής, σε συνδυασμό με ιστορικές αναφορές, ενισχύουν την άποψη ότι η εκκλησία χρονολογείται ήδη από τον 6ο αιώνα, κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού.
Συνεπώς, η εικόνα της Παναγίας Ελεούσας που σχετίζεται με τον συγκεκριμένο ναό είναι πιθανό να ανάγεται στην ίδια εποχή, αντανακλώντας τις πρώιμες φάσεις της βυζαντινής εικονογραφικής παράδοσης.
Κύρια σημεία:
Ο όρος "Ελεούσα" προέρχεται από το "ελεήμων" δείχνει την Παναγία ως γεμάτη έλεος και μητρική στοργή.
Μετά την καταστροφή αυτή, στην ίδια θέση όπου βρισκόταν ο παλαιότερος προχριστιανικός ναός (κατά την παράδοση γύρω στο 619 μ.Χ.), αναφέρουν πως επί Ιουστινιανού χτίστηκε ο νέος ναός της Γέννησης της Παναγίας, γνωστός ως Ελεούσα της Επισκοπής. Η σπηλιά του ασκητή, η «Σπηλιά του Πυλακού», βρίσκεται λίγο ψηλότερα από τον ναό της Παναγίας της Επισκοπής και διατήρησε τον χαρακτήρα της ως σημείο αναφοράς και λατρείας για τους κατοίκους. Μέσα στην «Πυλακού», η οποία ονομάστηκε έτσι από τον ασκητή (πυλ-ακός = γέροντας πλακός, π. χ. «πελασγικόν»), η πίστη έβρισκε καταφύγιο στα δύσκολα χρόνια των επιδρομών και των καταστροφών.
Παρά τις επανειλημμένες εχθρικές επιδρομές, ο ντόπιος λαός κατόρθωσε να διασώσει τα μνημεία και τις εικόνες της Παναγίας, που σήμερα μαρτυρούν αδιάψευστα τη διαχρονική θρησκευτική παράδοση της περιοχής.
Σε παλαιά κείμενα, όπως του Νικόλα Μυστακίδη, στους Τεγάτες αναφέρεται ρητά και η τοποθεσία «Πιλακού Ελεούσης», «Πιλακού» λοιπόν, κατά τον τοπικό λόγο, σήμαινε τον παλιό γέροντα (πελακός), τον ασκητή της σπηλιάς, και συνδέθηκε συμβολικά με το ιερό βουνό που φύλαγε την εικόνα της Ελεούσας.
Η Παναγία Ελεούσας Γενέσιο της Θεοτόκου της Επισκοπής
Στην Παναγία αναφέρεται επίσης ο τίτλος «Ελεούσα», ένας από τους περίπου πεντακόσιους συμβολισμούς που η Παναγία έχει λάβει από τον λαό σε διάφορα σημεία του κόσμου.
Η ονομασία «Ελεούσα» ενισχύει τον ρόλο της Θεοτόκου ως προστάτιδας και ελεήτριας, υπογραμμίζοντας τη φιλανθρωπία και το έλεός της. Αυτή η θεολογική διάσταση συναντά άρρηκτα το τοπικό μυστήριο της σπηλιάς, όπου σύμφωνα με την παράδοση, έμεινε κρυμμένη η ιερή εικόνα της Παναγίας της Ελεούσας, διασωζόμενη από τις καταστροφές.
Έτσι, η σπηλιά δεν αποτελεί απλώς φυσικό καταφύγιο, αλλά και ζωντανό σύμβολο της ελεημοσύνης της Θεοτόκου, που, ακόμη και στα πιο ζοφερά χρόνια, φύλαγε την παρουσία της μέσα σε βράχους και σκοτάδι, και προστάτευε τους πιστούς της.
Οι ιστορικοί αναφέρουν ότι ο Αλέξιος Κομνηνός, αυτοκράτορας του Βυζαντίου, προίκισε την Παναγία της Επισκοπής και του Λαμπόβου με φλουριά, μια κίνηση που υπογραμμίζει τη σημασία και την ευλάβεια με την οποία αντιμετωπίζονταν αυτές οι δύο Παναγίες, ακόμη και από τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Η Παναγία του Λαμπόβου του Τίμιου Σταυρού και η Παναγία της Επισκοπής στον ιερό χώρο των Τεγάτων, αναδεικνύουν όχι μόνο τον θρησκευτικό τους ρόλο αλλά και τη σύνδεσή τους με την ιστορική διαδρομή της περιοχής των Ριζών.
Δε θέλω να εισέλθω στην ιδιότητα των αρχαιολόγων, καθώς αυτοί είναι οι ειδικοί που επιβεβαιώνουν τα ιστορικά στοιχεία.
Ωστόσο, κατά τη δική μου εκτίμηση, χωρίς να είμαι ειδικός, συμπεραίνω πως η Παναγία της Επισκοπής είναι χτισμένη σε δύο διαφορετικές περιόδους και έχει ανακαινιστεί σε διάφορες εποχές λόγω φθοράς. Ωστόσο, αν και η λαϊκή αυτή πληροφορία, αναφερόμενη στις εκκλησίες της Παναγίας, αναφέρει ότι χτίστηκαν επί Κομνηνού, πιθανότατα έχει χαθεί από τη μνήμη του λαού ότι, τουλάχιστον η Παναγία Επισκοπής και ο Λαμπόβος, χρονολογούνται επί Ιουστινιανού και επεκτάθηκαν επί Κομνηνού.
Η πρώτη φάση της Παναγίας της Ελεούσας Επισκοπής τοποθετείται στην εποχή του Ιουστινιανού. Το νότιο τμήμα του ναού, το οποίο φαίνεται να έχει οικοδομηθεί πάνω σε προχριστιανικό τέμενος, παρουσιάζει διαφορετικά αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά από τα υπόλοιπα μέρη του.
Είναι γνωστό πως οι ναοί της Παναγίας συχνά ανεγείρονταν πάνω σε παλαιότερα ιερά της Αθηνάς ή της Δήμητρας, στο πλαίσιο μιας μετατόπισης του ιερού από την αρχαία στη χριστιανική λατρεία.
Το ύφος αυτής της σκαλιστής πέτρας παραπέμπει ισχυρά στην παλαιοχριστιανική ή πρώιμη βυζαντινή περίοδο, δηλαδή περίπου 4ος–7ος αιώνας μ.Χ.. Συγκεκριμένα:
Οι ρόδακες και τα επαναλαμβανόμενα γεωμετρικά μοτίβα είναι χαρακτηριστικά της παλαιοχριστιανικής διακοσμητικής γλυπτικής που βρίσκουμε σε τέμπλα, επιτύμβιες πλάκες, κιβώρια και μαρμάρινα στοιχεία ναών εκείνης της περιόδου.
Η τεχνική και η πυκνότητα της διακόσμησης είναι επίσης συμβατές με πρώιμα χριστιανικά εργαστήρια, κυρίως σε περιοχές όπως η Εύβοια, η Αργολίδα, τα νησιά του Αιγαίου και η Κρήτη.
Γι’ αυτό και είναι εύλογο να πιθανολογηθεί ότι ο ναός οικοδομήθηκε πάνω σε έναν από τους δύο αυτούς προχριστιανικούς ναούς που προϋπήρχαν στην περιοχή.
__________________________________
Κατά τον Ιωάννης Βιταλιώτης, Ερευνητής στο Κέντρο
Έρευνας της Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Τέχνης της Ακαδημίας Αθηνών:
«Αναφορικά με τον ναό της Επισκοπής Δροπόλεως, όπως είναι
γνωστός στην αρχαιολογική βιβλιογραφία, αυτός μπορεί να χρονολογηθεί, στην
παρούσα μορφή, στους μετά εικονομαχικούς χρόνους, γύρω στον 10ο αιώνα.
Κάποιες σημαντικές υστεροβυζαντινές προσθήκες στη βόρεια πλευρά, μπορούν να
τοποθετηθούν στον 14ο αιώνα. Ορισμένες τοιχογραφίες ανάγονται στον ύστερο 15ο αιώνα.
Η μία επιγραφή είναι από τον Χριστό
Παντοκράτορα και αποτελεί συμφυρμό δύο διαφορετικών ευαγγελικών χωρίων, Κατά
Ιωάννην 7,24, Κατά Ματθαίον 6,14: ΜΗ ΚΡΙΝΕΤΑΙ ΚΞΑΤ ΟΨΗΝ ΑΛΛΑ ΤΗΝ ΔΙΚΑΙΑΝ ΚΡΙΣΗΝ
ΚΡΙΝΑΤΑΙ Κ(αί) ΕΑΝ ΑΦΗΤΕ ΤΑ ΠΑΡΑΠΤΟΜΑΤΑ ΤΟΙΣ ΑΝ(θρώποις)..
Η δεύτερη επιγραφή μνημονεύει τη
νέα τοιχογραφηση του ναού με πρωτοβουλία του επισκόπου Συμεών, η οποία
ολοκληρώθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου του έτους 7019 (βυζαντινή χρονολογία, από
κτίσεως κόσμου, αφαιρούμε το 5509, αφού είναι Σεπτέμβριος, δηλαδή ο πρώτος
μήνας του βυζαντινού έτους, και μας δίνει το έτος 1510). Και αυτή η επιγραφή
είναι δημοσιευμένη. Προφανώς στις αρχές του 16ου αιώνα έγιναν σημαντικές
ανακαινιστικές εργασίες στον ναό, κάτι που υποδηλώνει μία βελτίωση της
κατάστασης στην ευρύτερη περιοχή για τους χριστιανικούς πληθυσμούς. Φυσικά,
βρισκόμαστε ήδη στην Τουρκοκρατία, που για την περιφέρεια Αργυροκάστρου ξεκινά
κάπου στα 1430...»
Ιωάννης Βιταλιώτης
Ερευνητής στο Κέντρο Έρευνας της Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Τέχνης της Ακαδημίας Αθηνών__________________________________
Αν και εδώ δεν έχω σκοπό να αναφερθώ εκτενώς σε αυτό το κομμάτι, το αναφέρω μόνο και μόνο ως ιστορικό χρονικό του Ναού, για τον οποίο έχουν γίνει ειδικές μελέτες από ειδικούς, και ήδη έχουν ανακοινωθεί πολλές σχετικές σκέψεις.

Η Παναγία Γενέσιο της Θεοτόκου της Επισκοπής γιορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου, ημερομηνία αφιερωμένη στη γέννηση της Θεοτόκου, που αποτελεί σημείο αναφοράς και σημαντική εορτή στη χριστιανική παράδοση.
Το γεγονός ότι λίγο πάνω από τον Ναό, στη σπηλιά του ασκητή, βρέθηκε κρυμμένη η εικόνα της Παναγίας της Ελεούσας ενισχύει τον θρησκευτικό και πολιτιστικό χαρακτήρα της περιοχής και η Παναγία Γενέσιο της Θεοτόκου της Επισκοπής ειναι η Παναγία Ελεούσας της Γενέσιο της Θεοτόκου.
Τα κυπαρίσσια που στέκονται ακόμη εκεί, στην Παναγία, φυτεύτηκαν το 1963 από τον παπά Γεώργιο Ζάρο, από τους Βουλιαράτες, ο οποίος εκείνη την εποχή λειτουργούσε τις εκκλησίες της Ρίζας — από τη Βράχογοραντζή έως και τους Ραδάτες
Ίσως στο μέλλον ανακαλυφθούν κείμενα και μελέτες που η θα επιβεβαιώσουν ή θα ανατρέψουν αυτή την άποψη, ρίχνοντας νέο φως στην ιστορική και θρησκευτική σημασία του τόπου.
Καθώς ο επισκέπτης θα δροσίζεται σε μια από τις βρύσες της Ρίζας, θα ακούσεις τον ψίθυρο του νερού που κυλάει στους πρόποδες των Μπουράτων. Αυτός ο τόπος δεν είναι απλά μια διαδρομή για τα πόδια, ούτε μόνο το γάργαρο νερό που αναβλύζει από τα έγκατά του. Είναι μια ζωντανή αφήγηση της δημιουργίας και της αναγέννησης του κόσμου.
Εδώ, στα εφτά μυθικά τοπωνύμια, το Πελακόν, που αργότερα έγινε Μπουράτα, η Εσοχή, όπου οι θεοί άνοιξαν με την οργή τους τα Τέβμπη, η Μέλιανη της νύμφης Μελίας που φέρνει το αίμα της γης και του ουρανού, το σκοτεινό Γκριότι που φυλά τις κρυφές σκιές, την Αλατισιά που όλα μαζί καθαγιάζουν το νέο κόσμο, η Ρίζα με βαθιά ριζωμένη γη ο ιερός τόπος της θεϊκής παρουσίας που καταγράφεται ο μύθος της οργής των θεών και της ανατροπής.
Η Δρινουπόλη και η Αδριανούπολη, που την χτίσανε και την καταστρέψανε, η σπηλιά της Ελεούσας που φύλαξε τα ιερά του τόπου και το προσκύνημα στην Παναγία Ελεούσης της Επισκοπής, οι Τεγάτες που χάθηκαν και αυτοί, όλα μαζί συνθέτουν ένα ιερό γεωγραφικό παζλ, μια παράδοση που αντιστέκεται στον χρόνο και στην αλαζονεία της ιστορίας.
Η Ρίζα δεν είναι απλώς τόπος, είναι ένα ζωντανό σύμβολο της αλλαγής του παλιού κόσμου από το Χάος στην Τάξη.
Οι ρίζες της είναι βαθύτερες από κάθε προσπάθεια ιστορικής παρέμβασης.
Και όποιος τη διασχίσει ακούει το αρχέγονο ψίθυρο του παγκόσμιου μύθου να ψιθυρίζει πως:
Από το χάος αναδύθηκε μια νέα τάξη, και η γη αυτή, αιώνια και ιερή, σφύζει από τη σοφία και τη μνήμη όλων των εποχών. Εδώ, όπου ο Θεός φύτεψε τη Ρίζα της νέας τάξης, οι δυνάμεις του παρελθόντος και του μέλλοντος συνυφαίνονται, δημιουργώντας έναν κόσμο που αναγεννάται αδιάκοπα μέσα από την καταστροφή και τη δημιουργία.