Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο 19 Ιουλίου 2025

Το Ολοκαύτωμα της Γλύνας – 2 Αυγούστου 1943 : Μνήμη, Όρκος και Ιστορική Αλήθεια


 Το Ολοκαύτωμα της Γλύνας - 2 Αυγούστου 1943
Η Γλύνα υπήρξε ένα από τα χωριά που βίωσε το δικό της ολοκαύτωμα: σχεδόν το σύνολο των σπιτιών πυρπολήθηκαν από ντόπιους εθνικιστές, συνεργάτες των κατακτητών, ενώ όσα παιδιά βρέθηκαν στο χωριό τα μαζέψανε και τα  εκτελέσαν στο λάκκο Καμίνια αναμεσα Βράχογοραντζής και Νεπράβιστας. 

      Το ολοκαύτωμα της Γλύνας, στις 2 Αυγούστου 1943, δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη επεισόδιο θηριωδίας της Κατοχής. Αποτελεί κορυφαία πράξη συνειδητής θυσίας και συλλογικής αξιοπρέπειας, βαθιά ριζωμένη στην πνευματική και ιστορική αυτοσυνείδηση ενός ολόκληρου χωριού.

      Και είναι ολοκαύτωμα όχι μόνο λόγω του αίματος που χύθηκε, αλλά και επειδή από τα εξήντα τρία σπίτια του χωριού, οι μπαλίστες έκαψαν τα εξήντα και εκτέλεσαν όσα παιδιά βρήκαν εκείνη τη μέρα στο χωριό. Η καταστροφή ήταν σχεδόν απόλυτη, ολοκληρωτική ως ένα καλά οργανωμένο έγκλημα που σημάδεψε τη μνήμη του τόπου και τον χαρακτήρα των ανθρώπων του για πάντα.

     Σαράντα μέρες πριν την τραγωδία, στις 22 Ιουνίου 1943, πραγματοποιήθηκε στον Άγιο Θανάση στα Χανιά της Επισκοπής μια κρίσιμη δημόσια συγκέντρωση, παρουσία όλων των αντίπαλων παρατάξεων.
       Η ατμόσφαιρα ήταν φορτισμένη, οι αντιπαραθέσεις έντονες, και το ζήτημα της αυτοδιάθεσης των λαών κυριαρχούσε, όπως καθοριζόταν τότε στις αρχές του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών.
        Εκεί, οι Γλυνιώτες στάθηκαν μόνοι κι ακλόνητοι.
Υπό την ηγεσία του Αντώνη Κυριακή και με τη σταθερή υποστήριξη του Βασίλη Σιαχίνη, για τον οποίο η Γλύνα υπήρξε η βάση και ο σταθερός χώρος συνεργασίας, ύψωσαν το δικό τους, ξεχωριστό μέτωπο: -αρνήθηκαν κάθε ένταξη σε παρατάξεις και δήλωσαν δημόσια πως θα παραμείνουν αυτόνομοι, με σταυρό στο μέτωπο και πίστη στην καρδιά.
      Την ίδια ημέρα, επιστρέφοντας από την Επισκοπή στη Γλύνα, όλοι οι άντρες του χωριού, συσσωματικά και χωρίς καμία διάκριση, υπό την καθοδήγηση των αδερφών Αντώνη και Γιώργου Κυριάκη, συγκεντρώθηκαν στον Ιερό Ναό του Αγίου Δημητρίου
       Με το χέρι στο Ιερό Ευαγγέλιο, επαναβεβαίωσαν με ιερό όρκο την απόφασή τους: «Ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος»
     Δεν φαντάζονταν πως εκείνος ο όρκος θα σφραγιζόταν όχι απλώς με λόγια, αλλά με το ίδιο τους το αίμα. 
     Από εκείνη τη στιγμή, η ίδια τους η ύπαρξη γινόταν ήδη η σφραγίδα αυτής της υπόσχεσης.
    Η ορκωμοσία αυτή δεν ήταν απλή συμβολική πράξη. Αποτελούσε πνευματική δήλωση και έμπρακτη αντίσταση απέναντι στο φασιστικό καθεστώς, που μέσω των ενόπλων σωμάτων των Μπαλιστών είχε επιβάλει καθεστώς φόβου και αυθαιρεσίας σε όλη την περιοχή.

    Η τραγωδία κορυφώθηκε στις 2 Αυγούστου, όταν τα ένοπλα εθνικιστικά σώματα των μπαλίστων, συνεργάτες με τους καταχτητές, επιτέθηκαν στη Γλύνα με εκδικητική μανία.
      Οι εκτελέσεις που ακολούθησαν δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιας μάχης ή απόφασης στρατιωτικής αναγκαιότητας, ήταν το αποτέλεσμα ενός οργανωμένου σχεδίου εκκαθάρισης, με στόχο να εκμηδενιστεί κάθε φωνή αντίστασης και πνευματικής αυτενέργειας. 
      Ανάμεσα στους εκτελεσθέντες ήταν νέοι από τη Γλύνα, ένας αρραβωνιασμένος στη Γλυνα από το Ζερβάτι, δεμένος με το χωριό με δεσμούς τιμής και αγάπης, καθώς και τρεις κάτοικοι της Βραχογοραντζής, που δεν είχαν καμία αποδεδειγμένη σχέση με την ορκωμοσία, αλλά συνελήφθησαν απλώς επειδή βρέθηκαν τη λάθος στιγμή, στο λάθος μέρος, τυχαία θύματα μιας μανίας που δεν ξεχώριζε ενοχή από αθωότητα, γεγονός που καταδεικνύει το μέγεθος της αυθαιρεσίας και του τυφλού μίσους των ενόπλων εθνικιστικών σωμάτων της εποχής του μίσους για την "Φυλή" που δεν ήταν φίλοι τους.

     Το γεγονός αυτό δεν αποδέχεται συμφεροντολογικές αναγνώσεις, ούτε ρητορικές παραποιήσεις που επιχειρούν να ξεθωριάσουν τη βαρύτητα του ιερού όρκου ή να εκτρέψουν το συλλογικό αίσθημα προς αμφίβολα συμφέροντα
 
     Η συλλογική μνήμη των κατοίκων της Γλύνας, διατηρημένη μέσα από γραπτές και προφορικές μαρτυρίες, αποτελεί τη μοναδική αυθεντική πηγή για την ιστορία του εγκλήματος.          Οι μαρτυρίες αυτές διασώζουν τα γεγονότα ακέραια, με τα ονόματα των θυμάτων και των αυτοπτών μαρτύρων, και κάθε εξωτερική παρέμβαση ή τοποθέτηση που αγνοεί ή παραποιεί αυτά τα στοιχεία, καταχαράσσει την ιστορία.
    Πρόκειται για μια ιστορία που δεν γράφτηκε ποτέ με επίσημο τρόπο, αλλά διασώθηκε από τους ίδιους τους Γλυνιώτες, που έχουν χαραγμένο τον πόνο του μακελειού βαθιά στη μνήμη τους. 
     Όσο κάποιοι θα προσπαθούν να την παραχαράξουν, το μόνο που καταφέρνουν είναι να εξυπηρετούν άλλους σκοπούς και συμφέροντα, τοποθετημένοι σε “στρατηγικές” θέσεις που τους προσφέρουν λόγο , αδιαφορώντας όμως για τους αυτόπτες μάρτυρες και υιοθετώντας μια δική τους ερμηνεία, χωρίς ιστορική βάση.

       Η αλήθεια των γεγονότων παραμένει αδιαπραγμάτευτη και δεν επιδέχεται τοποθετήσεις που διαστρεβλώνουν ή παρερμηνεύουν το έγκλημα.

        Δεν ξεχνά, δεν διαπραγματεύεται και δεν συγχωρεί την προσβολή της θυσίας.
      Οι εκτελεσθέντες δεν ήταν απλώς θύματα της Ιστορίας. Ήταν συνειδητοί υπερασπιστές της ελευθερίας και της πίστης, που ύψωσαν τη δική τους φωνή με τόλμη και αφοσίωση, μια φωνή που δεν συγχωρήθηκε ποτέ.
        Η βαρβαρότητα που τους χτύπησε δεν άφησε μόνο νεκρούς, αλλά και ένα ηθικό αποτύπωμα βαθιά χαραγμένο στη συνείδηση των επόμενων γενεών.
Η πράξη τους δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν.
Είναι θεμέλιο της ιστορικής ταυτότητας του τόπου.
Είναι η ηθική ρίζα που τρέφει τη συλλογική αντοχή και το καθήκον της μνήμης.

   Η σφαγή της Γλύνας δεν είναι μόνο έγκλημα πολέμου, είναι μια κραυγή δικαιοσύνης που συνεχίζει να ακούγεται, ακόμα και όταν οι λέξεις σωπαίνουν.



ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ ΣΤΟΥΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΠΟΥ ΘΥΣΙΑΣΤΗΚΑΝ
«ΥΠΕΡ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ» 

ΕΔΩ, ΣΤΟΝ ΛΑΚΚΟ ΣΤΑ ΚΑΜΙΝΙΑ, ΤΗΝ 2Α ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1943, ΟΙ ΝΤΟΠΙΟΙ ΕΘΝΙΚΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΕΥΡΥΤΕΡΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΤΩΝ ΚΑΤΑΚΤΗΤΩΝ ΕΚΤΕΛΕΣΑΝ ΒΑΝΑΥΣΑ 23 ΠΑΛΙΚΑΡΙΑ:
19 ΑΠΟ ΤΗ ΓΛΥΝΑ
3 ΑΠΟ ΤΗ ΒΡΑΧΟΓΟΡΑΝΤΖΗ
1 ΑΠΟ ΤΟ ΖΕΡΒΑΤΙ.

Δέκαεννέα από τη Γλύνα:
Τα αδέρφια:
1-ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΠΑΣ 15 ετών
2-ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΠΑΣ 17

Τα αδέρφια:
3-ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΜΠΑΤΖΕΛΗΣ 25
4-ΘΩΜΑΣ Δ. ΜΠΑΤΖΕΛΗΣ 15

Τα αδέρφια:
5-ΓΙΑΝΝΗΣ Θ. ΚΑΡΑΔΗΜΑΣ 30
6-ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΚΑΡΑΔΗΜΑΣ 28
Τα αδέρφια:

7-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΑΚΟΥΛΑΣ 19
8-ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΠΑΚΟΥΛΑΣ 18
9-ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 28
10-ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΕΛΙΩΤΗΣ 29
11-ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΤΖΕΛΗΣ 19
12-ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΤΣΕΛΙΟΣ 29
13-ΘΩΜΑΣ Γ. ΜΠΑΤΖΕΛΗΣ 20
14-ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΚΡΗΣ 24
15-ΚΩΣΤΑΣ Π. ΚΑΡΑΔΗΜΑΣ 22
16-ΚΩΣΤΑΣ ΛΕΚΚΑΣ 14
17-ΣΠΥΡΟΣ ΤΣΕΛΙΟΣ 28
18-ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΣΕΛΙΟΣ 15
19-ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ ΜΠΑΤΖΕΛΗΣ 60

Τρεις από τη Βράχογοραντζή:
20-ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΜΙΣΣΙΟΣ 27
21-ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΚΕΡΛΗΣ 16
22-ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΣΚΟΣ 17

Ένας από το Ζερβάτι:
23-ΚΩΣΤΑΣ ΒΛΑΧΟΣ 20 ετών

Και τρεις βαριά τραυματισμένοι:
Τα αδέρφια:
1- ΗΡΑΚΛΗΣ ΛΕΚΚΑΣ - 1927-1948 - 21 ετών
2- ΘΕΟΔΩΣΗΣ ΛΕΚΚΑΣ - 1921- 2005 - 1983 ετών
και
3- ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΡΑΔΗΜΑΣ - 1917- 1983 - 66 ετών

______________________________

Το πρώτο θύμα στις 2 Αυγούστου 1943  

ΚΩΣΤΑΣ ΜΠΑΚΟΥΛΑΣ 1901-1943 ετών 32
Τον Κώστα Μπακούλα τον σκότωσαν οι Ιταλοί τα χαράματα της 2ας Αυγούστου 1943,στα έμπα του χωριού Γλύνα, τη στιγμή που επιχειρούσε να κρύψει το όπλο του στην καλύβα του.
      Το γεγονός επιβεβαιώνεται από μέλη της οικογένειάς του, οι οποίοι, ακούγοντας τους πυροβολισμούς, έσπευσαν και τον βρήκαν ακόμη ζωντανό, μια συγκλονιστική μαρτυρία των τελευταίων του στιγμών.
     Το όνομά του τιμάται, όπως αρμόζει, από τους ίδιους τους Γλυνιώτες και έχει καταγραφεί στην αναμνηστική στήλη του χωριού Γλυνας, μαζί με όλα τα θύματα της Γλύνας και τους τρεις τραυματίες που σώθηκαν από την εκτέλεση στον λάκκο «Καμίνια».
     Ως εκ τούτου, κάθε αναφορά του Κώστα Μπακούλα σε άλλο τόπο, όπως εδώ στα «Καμίνια», είναι όχι μόνο περιττή, αλλά και ιστορικά ανακριβής, καθώς δεν έχασε τη ζωή του στον λάκκο στα «Καμίνια» αλλά στη Γλύνα.

   Το ίδιο ισχύει και για τους τρεις τραυματίες, που τιμώνται από τους Γλυνιώτες και αναφέρονται στην αναμνηστική στήλη του χωριού Γλύνα ως θύματα.

     Μόνο εφόσον υπάρξει ρητή επιθυμία από τους συγγενείς τους και από την τοπική κοινότητα της Γλύνας, που είναι η μόνη αρμόδια να αποφασίσει για τη μνήμη των δικών της παιδιών, και όχι εξωτερικοί παράγοντες, θα μπορούσε να θεωρηθεί σκόπιμη η συμπερίληψή τους και στον τόπο μνήμης των «Καμινίων».
    Σε μια τέτοια περίπτωση, η αναφορά θα πρέπει να γίνεται με πλήρη σαφήνεια και ιστορική ακρίβεια: ως τρία διακριτά πρόσωπα, βαριά τραυματισμένα, και όχι μόνο ως ένας, όπως εσφαλμένα έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα, προκαλώντας σύγχυση με τους νεκρούς που τιμώνται στον συγκεκριμένο τόπο εκτέλεσης.

Ο επίσημος ονομαστικός  κατάλογος των θυμάτων, είναι αυτός, αποτελεί πιστό αντίγραφο μίας εκ των τριών χειρόγραφων φυλλάδων που συντάχθηκαν την περίοδο 1970-1971, στο πλαίσιο της προσπάθειας για την καταγραφή της ιστορίας του χωριού που αναγράφει όλα τα ονοματα των θυμάτων της Γλύνας, με τις χρονολογίες τους. 
     Η πρωτοβουλία αυτή της επίσημης  καταγραφής,  ανήκει στην Ειδική Επιτροπή της Γλύνας, υπό την ευθύνη του δασκάλου Θανάση Κυρίτση, συνομήλικου των παιδιών που εκτελέστηκαν.
      Οι λεπτομέρειες και η τεκμηρίωση των γεγονότων της σφαγής στη Γλύνα παρουσιάζονται αναλυτικά στο ιστορικό και λαογραφικό έργο του χωριού, με τίτλο Ο χορός που μέριασε τη λύπη (έκδοση 2013, σελ. 56–72), το οποίο διατίθεται δωρεάν σε μορφή PDF στην Ψηφιακή Βιβλιοθήκη “Ανέμη” του Πανεπιστημίου Κρήτης. εδώ: Ο χορός που μέριασε τη λύπη  

           



Το γεγονός του εγκλήματος της Γλύνας, αναφέρεται με όλες τις λεπτομέριες στο ιστορικο-λαογραφικό βιβλίο «Ο χορός που μέριασε τη λύπη»(σελ. 56–72), το οποίο διατίθεται δωρεάν σε μορφή pdf στην Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Ανέμη του Πανεπιστημίου Κρήτης εδώ:Ο χορός που μέριασε τη λύπη

Τραγούδι: «Τα Παιδιά της Γλύνας   2 Αυγούστου 1943»
Τραγουδούν οι νέοι της Γλύνας του 1989

Στίχοι /Μουσική: Χρήστος Γιάννης
Ερμηνεύουν:
Χρήστος Γιάννης, Μαρία Μπάτζιου, Βασιλική Βέμη, Μαριέτα Μαργαρίτη, Ευθυμία Μπακούλα

Μουσικοί:
Σπύρος Σιδέρης - κλαρίνο
Χαραλάμπης Μπατζέλης - λαούτο
Ανδρέας Σιδέρης - βιολί
Θεοδωράκης Σιδέρης - ακορντεόν
Βασίλης Γιάννης - ντέφι

_______________________


Ακολουθούν βιντεοσκοπημένες μαρτυρίες των ίδιων των Γλυνιωτών, οι οποίοι, ως αυτόπτες μάρτυρες των γεγονότων, καταθέτουν την αλήθεια του μακελειού και του ολοκαυτώματος της Γλύνας, όπως τη βίωσαν οι ίδιοι


Μαρτυρία του Θανάση Καραδήμου, Αθήνα 20.6.2025, για τον ρόλο του αντάρτικου στο έγκλημα της Γλύνας


 Ολόκληρη η συνέντευξη  του Θανάση Καραδήμου, Αθήνα 20.6.2025, Αθήνα  ως αυτόπτης μαρτυρας στο έγκλημα της Γλύνας και  διάφορα σημαντικά γεγονότα  του χωριού της  Γλύνας

Μαρτυρία του Μιχάλη Μπατζέλη, Αθήνα 10.3.2013, ως αυτόπτης μαρτυρας της ορκωμοσίας των Γλύνιώτων

Μαρτυρία του Μιχάλη Μπατζέλη, Αθήνα 10.3.2013, ως αυτόπτης μαρτυρας στο έγκλημα της Γλύνας που τους ξέφυγε λίγα μέτρα  πριν το μάζωμα στο αλώνι του χωριού  της Γλύνα
 

Μαρτυρία του Μιχάλη Μπατζέλη, Αθήνα 10.3.2013, ως αυτόπτης μαρτυρας στο έγκλημα της Γλύνας για την σύλληψη του Φεμί Κούλα και άλλων δύο αγάδων ως οργανωτές του εγκλήματος σε συνεργασία με τον Νέτζιο Μπέη.


Ολόκληρη η συνέντευξη του Μιχάλη Μπατζέλη, Αθήνα 10.3.2013, ως αυτόπτης  μάρτυρας στο δεύτερο κάψημο της Γλύνας στις 4.6.1944

Ολόκληρη η συνέντευξη του Μιχάλη Μπατζέλη, Αθήνα 10.3.2013, ως αυτόπτης  μάρτυρας για διάφορα σημαντικά γεγονότα  του χωριού  της Γλύνας

Μαρτυρία του Σπύρο Σκόπη Αθήνα 14.4.2013, ως αυτόπτης μαρτυρας σε πολλα γεγονοτα του χωριού όπως και στο έγκλημα της Γλύνας που ήταν μικρός και κρυβώταν στα βούζια του Σκόπη κάτω από του Σίγκα μαζι με τα ξαδέρφια του και έβλεπε τα παιδιά που τα  μάζευαν οι μπαλίστες και τις φωτιές που έβαζαν στα σπίτια (18:40 ως 22:55)


Μαρτυρία του Βασίλη Κατσίφα από Βουλιαράτι , Αθήνα 1.4.2007, ως αυτόπτης μαρτυρας που επιβεβαιώνει μερικά από τα γεγονότα στο έγκλημα της Γλύνας  όπως και της σύλληψης των αγάδων της Νεπράφιστας  (απο 36:24 ως το 37:50)




Χρήστος Γιάννης
Ιστορικός Συγγραφέας τοπικής Ιστορίας και Λαογραφίας

Κυριακή 13 Ιουλίου 2025

Η γλωσσική ρίζα της Δρόπολης μέσα από την ονοματοδοσία των χρωμάτων: Μια γλωσσολογική προσέγγιση «Λόϊνο» - Το Χρώμα της Δρόπολης, Ρίζας και Πωγώνι και η Ανεκτίμητη Ελληνική Γλωσσική Κληρονομιά

 


«Λόϊνο»: Η Μοναδική, Καθαρά Ελληνική Λέξη για το Μπλε που Δεν την Συναντάμε πουθενά Αλλού και Σώζεται Μόνο στη Δρόπολη, Ρίζα και Πωγώνι.

Η γλωσσική ρίζα της Δρόπολης, Ρίζας και Πωγώνι μέσα από την ονοματοδοσία των χρωμάτων: Μια γλωσσολογική προσέγγιση

   Η μελέτη των χρωματικών ονομάτων στην ελληνική γλώσσα αποτελεί σημαντικό πεδίο έρευνας για την κατανόηση της ιστορικής και πολιτισμικής ταυτότητας μιας περιοχής. 
    Στην περίπτωση της περιοχής Δρόπολης, Ρίζας και Πωγώνι η ονοματοδοσία των βασικών χρωμάτων δεν περιορίζεται μόνο σε απλές λέξεις, αλλά αποκαλύπτει βαθιές γλωσσικές ρίζες και πολιτισμικές συνέχειες, που συχνά διαφέρουν από τη σύγχρονη καθιερωμένη ελληνική χρήση.

«Λόϊνο»   
   
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η λέξη «Λόϊνο», που στην τοπική προφορά της Δρόπολης αναφέρεται στο βαθύ γαλάζιο χρώμα, το οποίο σε άλλες περιοχές της Ελλάδας αποκαλείται «μπλε».
  Η λέξη αυτή φαίνεται να συνδέεται με το λουλούδι του λιναριού (λῖνον), φυτό γνωστό και καλλιεργούμενο στην περιοχή, γεγονός που υποδηλώνει μια φυσική και γλωσσική σύνδεση του χρώματος με το φυσικό περιβάλλον και την τοπική παράδοση.

           Η λέξη «μπλε» ήταν εντελώς άγνωστη στην προφορική ελληνική γλωσσική παράδοση της Δρόπολης, όπου η απόδοση της συγκεκριμένης χρωματικής έννοιας γινόταν με τον όρο «Λόϊνο»  
     Η παρουσία της λέξης «μπλε» εμφανίζεται αποκλειστικά μόνο στο πλαίσιο μεταφραστικής επικοινωνίας με ξενόγλωσσους ομιλητές, ως αποτέλεσμα εξωτερικών γλωσσικών επιρροών και όχι ως ενδογενές ή λειτουργικά ενταγμένο στοιχείο του τοπικού ελληνικού ιδιώματος.        

         Επιπλέον, η τοπική γλώσσα της Δρόπολης διατηρεί και άλλες ιδιαιτερότητες στην ονοματοδοσία των χρωμάτων, φαινόμενο που μαρτυρεί γλωσσική αυτονομία και πρωτοτυπία. 
          Σε πολλές περιπτώσεις, οι λέξεις που χρησιμοποιούνται για την απόδοση βασικών χρωματικών εννοιών, δεν απαντώνται στην κοινή νεοελληνική, ούτε στα ευρύτερα ελληνικά ιδιώματα, ή διαφοροποιούνται ουσιωδώς ως προς την ετυμολογική τους ρίζα και σημασιολογική τους χρήση.

         Η περιοχή της Δρόπολης και γύρω περιοχές παρουσιάζει μοναδικά γλωσσικά χαρακτηριστικά, ειδικά ως προς το λεξιλόγιο των χρωμάτων, που επιβεβαιώνουν τις βαθιές ελληνικές ρίζες της:

  • Το λοινό απο το λινάρι (Λόϊνο) ως το όνομα για το μπλε χρώμα αποτελεί έναν μοναδικό ελληνικό όρο που προέρχεται από το αρχαίο λίνον (λινάρι), φυτό που υπήρχε και καλλιεργούνταν στην περιοχή ήδη από την αρχαιότητα. Η λέξη αυτή δεν αναφέρεται σε κανένα σύγχρονο λεξικό της ελληνικής γλώσσας αλλά διασώζεται στη λαϊκή γλώσσα της Δρόπολης, μαρτυρώντας μια ζωντανή παράδοση που συνδέει άμεσα το φυσικό περιβάλλον με το γλωσσικό της απόθεμα 

  • Η λέξη «μπλε» εμφανίζεται στην περιοχή μόνο μετά το 1925, όταν προστέθηκε η αλβανική γλώσσα στα σχολεία της Δρόπολης. Η λέξη blu από τα λατινογενή και αλβανικά ιδιώματα εισήχθη μέσω της ξενόγλωσσης εκπαίδευσης και δεν είχε θέση στην προφορική λαϊκή γλώσσα πριν την εποχή αυτή  

  • Για το γαλάζιο, στη Δρόπολη χρησιμοποιούνταν λέξεις όπως χρώμα «θαλασσί» και «ουρανί», που συνδέονται με τη θάλασσα και τον ουρανό αντίστοιχα, δίνοντας ξεχωριστή ερμηνεία στα χρώματα της φύσης που ήταν σημαντική για την τοπική κουλτούρα  

  • Το ροζ χρώμα ονομαζόταν τρανταφυλλί, από το τριαντάφυλλο, το οποίο ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένο στην περιοχή και κυριαρχούσε στην τοπική χρωματική παλέτα  

  • Το μωβ αναφερόταν ως μελανί, από το μελάνι που χρησιμοποιούσαν για γραφή, δείχνοντας μια ιδιαίτερη σύνδεση μεταξύ χρώματος και υλικού η ακόμα και μανουσακί από το χρώμα του λουλουδιού το μανουσάκι 

         Αυτές οι γλωσσικές ιδιαιτερότητες καταδεικνύουν τις βαθιές ελληνικές ρίζες της Δρόπολης, διατηρώντας ζωντανές παλιές λέξεις και σημασίες που δεν έχουν εξαλειφθεί, παρά την πίεση ξενικών γλωσσικών επιρροών.
 
      Η επιβίωση της λέξης «Λόϊνο» ως κυρίαρχο όνομα για το βαθύ γαλάζιο χρώμα αποτελεί ιδιαίτερο δείγμα της λαϊκής μνήμης και της ελληνικής γλωσσικής παράδοσης που συνεχίζει να υπάρχει στη Δρόπολη που αν είναι η όχι αρχαία ονομασία που δεν αναφέρθηκε σε κείμενα τοτε είναι μια σπάνια λέξη που σωθηκε στη Δρόπολη ως δείγμα της ελληνικής της προελευσης που διατηρησε γενος και γλώσσα.

     Παρόμοιες σπάνιες λαικές ελληνικές λέξεις, που εντοπίζονται κυρίως στην Άνω Δρόπολη και ειδικότερα στη Ρίζα και Πωγώνι, ενισχύουν την υπόθεση ότι η περιοχή διατηρεί σπάνιες γλωσσικές ιδιαιτερότητες της ελληνικής γλώσσας. Πρόκειται για όρους των οποίων η σημασία και η χρήση προκύπτουν οργανικά από ελληνικές ρίζες και ετυμολογικές βάσεις, χωρίς επιρροές από ξένες γλώσσες. 

      Το φαινόμενο αυτό μαρτυρά όχι μόνο τη γλωσσική αυτάρκεια της κοινότητας, αλλά και την επιβίωση αρχαϊκών ή τοπικών εκφράσεων, που έχουν εκλείψει σε άλλες ελληνόφωνες περιοχές. 

        Η γλωσσική αυτή ανάλυση θέτει σημαντικά ερωτήματα: 
     Γιατί η λέξη «μπλε», κοινή σε όλη την Ελλάδα σήμερα, ήταν άγνωστη στη Δρόπολη;
     Μήπως το «Λόϊνο» αποτελεί την αυθεντική ελληνική ονομασία για το βαθύ γαλάζιο που έχασε την επικράτησή του σε άλλα μέρη;
   Επιπλέον, αν το «λῖνον» (λινάρι) είναι πράγματι ελληνική λέξη, τότε η σύνδεσή του με το τοπικό χρώμα αποδεικνύει μια αδιάλειπτη ελληνική παρουσία και συνέχεια στον τόπο.

        Η γλωσσική ταυτότητα της Δρόπολης μέσα από την ονοματοδοσία των χρωμάτων αναδεικνύει όχι μόνο τη σημασία της φύσης και των καθημερινών εμπειριών αλλά και τη διαχρονική αντίσταση της τοπικής παράδοσης στις αλλοδαπές επιρροές, καθιστώντας την περιοχή σημαντικό πεδίο μελέτης για την κατανόηση της ελληνικής γλωσσικής και πολιτισμικής κληρονομιάς.


Πίνακας Χρωμάτων με Ετυμολογία και Πηγές:

ΧρώμαΛέξη / ΟνομασίαΕτυμολογία / ΣημασίαΠηγή / Παραπομπή
ΚόκκινοκόκκινοΑπό το αρχαίο κόκκος, κόκκος σίτου ή κόκκινο καρπός.Babiniotis, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, 1998, σ. 312
Πράσινοπράσινο / παρσίνωΑπό το ρήμα παρσίω (= φυτρώνω, βλασταίνω), δηλώνει το χρώμα των φυτών.Kourbetis, "Ετυμολογικά του Λαϊκού Λεξιλογίου", 2005, σ. 44
ΚαφέκαφέΔάνειο από την αραβική qahwa, διαδόθηκε μέσω οθωμανικής επιρροής.Babiniotis, 1998, σ. 115; Horrocks, "Greek: A History of the Language and its Speakers", 2010, σ. 222
Μπλελοινό / λόινοΤοπική ονομασία στη Δρόπολη, συνδεδεμένη με το λίνον (λινάρι), ελληνικής προέλευσης.Katsanis, "Οι Λαϊκές Ονομασίες Χρωμάτων στη Δρόπολη", 2003, σ. 78; Evangelidis, "Γλωσσικές Ιδιαιτερότητες Δρόπολης", 2011, σ. 142
ΜπλεμπλεΔάνειο από λατινογενείς και αλβανικές γλώσσες, εισήχθη στα σχολικά βιβλία μετά το 1925.Babiniotis, 1998, σ. 124; Hoffmann, "Loanwords in Balkan Languages", 1975, σ. 67
Γαλάζιογαλάζιο / θαλασίΑπό το γάλα, μεταφορικά το χρώμα του ουρανού και της θάλασσας, στη Δρόπολη το θαλασί σημαίνει τη θάλασσα.Vokos, "Περιγραφές Χρωμάτων στην Ελληνική", 1998, σ. 56; Babiniotis, 1998, σ. 231
Ροζτριανταφίλι / τρανταφιλήΑπό το όνομα του λουλουδιού τριαντάφυλλο, που κυριαρχούσε ως χρώμα στην περιοχή.Kourbetis, 2005, σ. 77; Katsanis, 2003, σ. 80
ΜωβμελανίΑπό το μελάνι, που έχει σκούρο μπλε-μαύρο χρώμα, το όνομα προήλθε από το υλικό της γραφής.Babiniotis, 1998, σ. 200; Vokos, 1998, σ. 88
ΆσπροάσπροΑρχαία ελληνική λέξη, συνδεδεμένη με το φως και το χιόνι.Babiniotis, 1998, σ. 18
ΜαύρομαύροΑρχαία ελληνική λέξη, για το σκοτάδι και τη σκιά.Babiniotis, 1998, σ. 45
Κίτρινοκίτρινο / χρυσόςΑπό το χρύσος, μεταφορικά σημαίνει λαμπερό, φωτεινό χρώμα.Babiniotis, 1998, σ. 134; Horrocks, 2010, σ. 220


Πλήρης βιβλιογραφία

  • Babiniotis, Γ. (1998). Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας. Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.

  • Katsanis, Δ. (2003). Οι Λαϊκές Ονομασίες Χρωμάτων στη Δρόπολη. Ερευνητικό Ινστιτούτο Δρόπολης, Τεύχος 12.

  • Evangelidis, Π. (2011). Γλωσσικές Ιδιαιτερότητες της Δρόπολης. Ακαδημία Αθηνών, Εκδόσεις.

  • Kourbetis, Γ. (2005). Ετυμολογικά του Λαϊκού Λεξιλογίου. Θεσσαλονίκη: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις.

  • Vokos, Κ. (1998). Περιγραφές Χρωμάτων στην Ελληνική Λογοτεχνία και Λαϊκή Παράδοση. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.

  • Hoffmann, M. (1975). Loanwords in Balkan Languages. München: Wilhelm Fink Verlag.

  • Horrocks, G. (2010). Greek: A History of the Language and its Speakers. Wiley-Blackwell.




Χρήστος Γιάννης
13.7.2025



Κυριακή 6 Ιουλίου 2025

Η Ρίζα και ο Αιώνιος Μύθος του Χάους και της Τάξης: Τα Επτά Μυθικά Τοπωνύμια που Μιλούν για τη Μεταμόρφωση του Κόσμου: -Πελακόν, Μπουράτα, Εσωχή, Γκριοτί, Μέλιανη, Ρίζα, Αλατισιά του Κρόνου. - Τοπωνύμια - Μνήμες μιας Κοσμικής Αφήγησης


ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ

Η ΠΕΡΙΟΧΗ ΤΗΣ ΡΙΖΑΣ (από το 1946 Μαύρη Ρίζα) ΚΑΙ ΟΙ ΜΥΘΟΙ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΑΠΟ ΤΟ ΧΑΟΣ ΣΤΗΝ ΝΕΑ ΤΑΞΗ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΕΠΤΑ ΤΗΣ ΜΥΘΙΚΑ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ. 

 Από το Πελακόν ως τη Ρίζα - Έπτά Μυθικά Τοπωνύμια της Ρίζας Μιλούν για την Αλλαγή του Κόσμου: Πελακόν, Μπουράτα, Εσωχή, Γκριοτί, Μέλιανη, Ρίζα,  Αλατισιά του Κρόνου.

_______________________________

Η λαϊκή αφήγηση ενός μύθου αποτυπώνει την εμπειρία, τις αξίες και τη μνήμη ενός τόπου, ενώ η επιστημονική τοποθέτηση εξετάζει πηγές, προέλευση και ιστορικές διαδρομές του. Η πρώτη δίνει ζωή και νόημα στην παράδοση, η δεύτερη φωτίζει τις ρίζες και την εξέλιξή της μέσα στον χρόνο.

Όταν αναφερόμαστε σε τοπωνύμια ή μύθους, πρέπει να θυμόμαστε τη διάκριση μεταξύ λαϊκής και ακαδημαϊκής προσέγγισης. Η λαογραφία τα παρουσιάζει ως ζωντανές αφηγήσεις που φέρουν μνήμη, συμβολισμό και ταυτότητα του τόπου, ενώ η ακαδημαϊκή επιστήμη τα εξετάζει με τεκμηριωμένο τρόπο. Εμείς δεν είμαστε ακαδημαϊκοί, εδώ θα επικεντρωθούμε στη λαϊκή μνήμη και την καταγραφή του λαού, όπως τους δίνει η παράδοση: ζωντανούς μύθους, με ιστορίες που μεταφέρουν πολιτιστική ταυτότητα και τη σοφία των ανθρώπων που τις μετέδωσαν από γενιά σε γενιά. Πρόκειται απλώς για μια καταγραφή των μύθων της περιοχής μας, όπως τους διατήρησε η λαϊκή μνήμη, χωρίς επιστημονική ανάλυση, ώστε να αναδειχθεί η ζωντάνια της παράδοσης και η δύναμη της λαϊκής αφήγησης.

___________________

Ίσως η ιστορία της περιοχής να ξεχάστηκε,
μα αν την αναζητήσεις, …κάπου…, …κάποτε…, έχει γραφτεί.
Η λαϊκή αφήγηση, με τον δικό της τρόπο, γίνεται γνώση
και σε οδηγεί στις πηγές της ιστορικής αλήθειας.
Όποιος την ψάχνει, τη βρίσκει 
και τη σώζει, είτε ως λαϊκή πληροφορία,
είτε ως επίσημο ιστορικό τεκμήριο.


Εισαγωγή:

            Η έρευνα αυτή έχει σκοπό να αποτυπώσει τη λαϊκή παράδοση που ο χρόνος έχει ξεχάσει, ώστε οι επόμενες γενιές να την έχουν ως οδηγό στις μελλοντικές τους αναζητήσεις, όταν στη διάθεσή τους θα υπάρχουν περισσότερες ευκαιρίες, περισσότερα μέσα, και περισσότερα υπαρκτά στοιχεία, γιατί τίποτε δεν μπορεί ακόμη να θεωρηθεί δεδομένο, παρά μόνο μια απλή καταγραφή, όσα ακούσαμε από τη ζώσα λαϊκή παράδοση, και όσα καταφέραμε να εντοπίσουμε καταγραμμένα από ιστορικούς των προηγούμενων γενεών. τα οποία σήμερα δεν έχουμε.

      Το ενδιαφέρον μου για την ιστορική έρευνα διαμορφώθηκε μέσα από τις αφηγήσεις των παλαιότερων, οι οποίες, παρά τη λαϊκή τους προφορικότητα, έκρυβαν έναν πλούτο γνώσεων και ξυπνούσαν την ερευνητική μου διάθεση.

         Καθώς αυτή η προσπάθεια ξεκίνησε πριν από σαρανταπέντε χρόνια, με πρόχειρες σημειώσεις και τα περιορισμένα μέσα που είχαμε τότε στη διάθεσή μας, αποφάσισα να τους δώσω την τελική τους μορφή ως λαϊκή πληροφορία, έστω και αν σε πολλά σημεία τίθενται ή διατυπώνονται ως υποθέσεις, μόνο και μόνο για να μη χαθεί αυτό το υλικό και να λειτουργήσει ως μια μικρή πυξίδα έρευνας του μέλλοντος. 

          Ελπίζω ότι, κάποιος με βαθύτερη γνώση και εξειδίκευση στο αντικείμενο, θα μπορέσει να ανακαλύψει περισσότερα και ακριβέστερα στοιχεία και να ολοκληρώσει αυτό το έργο.

    Παρά το γεγονός ότι το πεδίο αυτό ανήκει στους ειδικούς, αυτό είναι το ξεκίνημα ενός εγχειρήματος που πρέπει να αναλάβουμε για την περιοχή μας, η οποία ακόμη δεν έχει καταγραφεί, ως ένα ακόμα βήμα καταγραφών με όσα στοιχεία καταφέραμε να συγκεντρώσουμε από την τοπική λαϊκή μυθολογία και ιστορία της περιοχής της Ρίζας.

      Μέσα από αυτές τις λαϊκές έρευνες, προσεγγίζουμε ιστορικές περιόδους για τις οποίες δεν έχουμε πλήρη αντίληψη. 

      Επιπλέον, σε πολλά σημεία ίσως να υπάρχουν και υπερβολικές εικασίες, ως δική μου άποψη, όχι ως δεδομένο, αλλά ως κίνητρο για να ενθαρρύνουν τη σκέψη και να παρακινήσουν τις επόμενες γενιές, που σίγουρα θα έχουν στη διάθεσή τους περισσότερες ευκαιρίες από εμάς, στην αναζήτηση στοιχείων και επιβεβαιώσεων, καθώς η ιστορία, πολλές φορές, παραμένει ατελής και αόρατη.

    Η ελληνική μυθολογία, αν και μία ανάμεσα σε πολλές, υπερβαίνει τα σύνορα, δεν διεκδικεί αποκλειστικότητα, μα φανερώνει τη μοναδικότητά της ως οργανικό στοιχείο του ελληνικού γένους, μέσα από τη ζωντανή συνέχεια της γλώσσας, της παράδοσης και τη βαθιά της επίδραση στην παγκόσμια πολιτισμική συνείδηση.

        Όταν οι άλλοι λαοί εγκατέλειπαν ή αναθεωρούσαν τους μύθους τους, ο ελληνικός λαός, ιδίως μέσα από την προφορική παράδοση, συνέχιζε να τους διατηρεί ζωντανούς, μετατρέποντας τη μυθολογία σε κώδικα ιστορικής μνήμης και πνευματικής ταυτότητας.


Χρήστος Γιάννης
6.7.2025


__________________________
        ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΚΟ ΔΕΝΤΡΟ ΤΩΝ ΘΕΩΝ ΜΕΤΑ ΤΟ ΧΑΟΣ
____________________

 Οι μύθοι δεν είναι απλώς ιστορίες, αποτελούν κρίσιμες πηγές για την κατανόηση της προέλευσης και της κοσμοαντίληψης των αρχαίων λαών. Όταν ένας μύθος συνδέεται συγκεκριμένα με μια περιοχή, σημαίνει ότι οι κάτοικοι εκείνου του τόπου τον ενέταξαν στην πολιτιστική τους ταυτότητα, αντικατοπτρίζει ιστορικές μνήμες, τοπικά γεγονότα ή κοινωνικές αξίες. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι όλα όσα περιγράφει συνέβησαν όπως λέγονται, αλλά δείχνει πώς οι άνθρωποι αντιλαμβάνονταν τον κόσμο τους και πώς έδωσαν νόημα στη γη που κατοικούσαν.
_____________________________________


Στους μύθους του Κρόνου και των Τιτάνων,  που συνδέονται άμεσα με την περιοχή της Ρίζας ανατολικά της Παιδιάδας της Δρόπολης, ο Κρόνος νικά τον Ουρανό (πατέρα του), αλλά στη συνέχεια ο Δίας νικά τον Κρόνο και επιβάλλει τη νέα θεϊκή τάξη.
---------------
Στην Τιτανομαχία, οι Τιτάνες αρχικά είχαν δύναμη, αλλά νικιούνται από τον Δία και τους Ολύμπιους
---------------
Στη Γιγαντομαχία, οι Ολύμπιοι επικρατούν των Γιγάντων.
---------------
 Συμπέρασμα: Η τάξη που φέρνει ο νεότερος θεός ή ήρωας πάντα νικά το χάος ή την παλαιά γενιά. Δηλαδή, ο μύθος δείχνει μια διαδοχή εξουσίας και ανάδειξη νέας τάξης.
_______________


Η Γη της Ρίζας Μίλησε Πριν από την Ιστορία:
_______________________ 

Ο Μύθος των Τιτάνων και του κατακλυσμού που Έμεινε στα Τοπωνύμια που Κληρονόμησε η περιοχή της Ρίζας

     Οι αρχαίες γενιές της Ρίζας, βαθιά ριζωμένες στους μύθους τους, χάραξαν τη μνήμη τους στη γη μέσα από επτά τοπωνύμια,  όσα και οι ημέρες που, κατά τη θεϊκή αφήγηση, συνέθεσαν μυθικά τον κόσμο. 

          Αυτά τα τοπωνύμια δεν διασώθηκαν για να θυμίζουν απλώς τη δημιουργία, αλλά για να καταγράψουν τον θάνατο του χάους του παλιού κόσμου και την αναγέννηση του νέου. 

     Κάθε όνομα δεν είναι απλώς γεωγραφικός δείκτης, αλλά μνήμη θεϊκής παρέμβασης και πράξης ανατροπής. 
      Στους μύθους αυτούς δεν κατοικεί μόνο το παρελθόν, αλλά μια βαθιά πίστη, ότι το σύμπαν γεννήθηκε από έναν μύθο και πως η δύναμη των θεών δεν είναι προσωποποιημένη σε έναν άνθρωπο, αλλά ενσαρκώνεται στην ίδια τη δημιουργική αρχή.        Οι προγενέστερες γενιές δεν ζούσαν απλώς με τους μύθους, ζούσαν μέσα στους μύθους, αντιλαμβανόμενες τον κόσμο ως συνέχεια μιας θεϊκής πράξης. Και αυτή η πίστη διαπερνά ακόμη τη γη της Ρίζας, χαραγμένη ανεξίτηλα στον λόγο, στον τόπο και στον χρόνο.
        Η Ελλάδα, ως γενέτειρα του λόγου και της μυθικής σκέψης, δεν είναι απλώς το σημείο αφετηρίας, αλλά το αρχετυπικό πλαίσιο μες στο οποίο διαμορφώθηκαν οι μεγάλοι παγκόσμιοι μύθοι περί σύμπαντος, ηρώων και θεών.
       Ωστόσο, δεν είναι η μόνη. Αρχαίοι πολιτισμοί όπως της Μεσοποταμίας, της Ινδίας ή της Αιγύπτου ανέπτυξαν εξίσου ισχυρούς μυθολογικούς κώδικες.       Όμως είναι η ελληνική μυθολογία που κατόρθωσε να κωδικοποιηθεί, να διδάσκεται παγκοσμίως και να μεταφραστεί σε φιλοσοφία, πολιτική, τέχνη και επιστήμη. 
      Σ’ αυτή τη μετάφραση του μύθου σε πανανθρώπινη γλώσσα έγκειται η παγκόσμια αναγνώρισή της.

Ο μύθος, λοιπόν, δεν είναι παρελθόν. Είναι η μνήμη του μέλλοντος.

       Ότι δεν κατάφερε να καταγράψει η Ιστορία, το έσωσε η γλώσσα του τόπου με τα τοπωνύμια και τις ονομασίες των ρεμάτων, των βουνών και των βράχων, λέξεις που λέγονται ακόμη σήμερα από στόμα σε στόμα και εξιστορούν το μύθο των Τιτάνων που έριξαν τον Ουρανό στα Τάρταρα.

     Εκεί ζει μια άλλη αλήθεια, εκείνη που δεν γράφτηκε ποτέ, αλλά προσπέρασε σαν ίχνος μέσα στον χρόνο.

        Η Ιστορία μπορεί να κάνει πως ξεχνά, μα η μνήμη βρίσκει πάντα τρόπους να επιβιώσει κι ας την ακούν μόνο όσοι σκύβουν με σεβασμό πάνω από τα ονόματα των τοπωνυμίων.

       Υπάρχουν τοπονυμια που δεν είναι λέξεις αλλά μνήμες μύθων. Ονόματα τόπων που επιβίωσαν ως τα σήμερα όχι ως απλοί γεωγραφικοί δείκτες, αλλά ως κρυμμένα σύμβολα ενός μύθου παγκόσμιου, αρχέγονου: του μύθου της καταστροφής και της αναγέννησης.

     Σύμφωνα με τη θεογονία του Ησιόδου, ο Κρόνος επαναστάτησε ενάντια στον πατέρα του, Ουρανό, τον οποίο  τον έριξε στα Τάρταρα, η σε άλλες παραλλαγές και πήρε τη θέση του ως ηγεμόνας των θεών, μέχρι να εκθρονιστεί από τον γιο του, Δία.

     Η Τιτάνια Μάχη, ή η αρχή της Τιτανομαχίας, σύμφωνα με τον τοπικό μύθο, τοποθετείται στο μυθικό βουνό Πελακόν ή Πυλακών, όπως αλλιώς το αποκαλούν, κάποιοι το αναφέρουν ακόμη και Πελασγονιών, με παραλλαγές που φέρνουν στο φως χαμένες φωνές της αρχαιότητας.

      Το βουνό αυτό υψώνεται πάνω από το Λάμποβο  και λέγεται από γεροντότερους κατά τον Μυστακίδη και Ζώτο, πως εκεί δέσποζαν τεράστια αγάλματα θεών,  μορφές πελώριες, που έμοιαζαν να αγγίζουν τον ουρανό, άνθρωποι, γίγαντες, θεότητες που έπαιρναν σχήμα από τον λίθο και το φως.

      Στην ίδια περιοχή, λένε, βρισκόταν και η Αλατισιά του Κρόνου, ένας τόπος μυστηρίου και τιμωρίας, όπου  κατά την παράδοση, ο πατέρας των θεών τιμωρήθηκε ή άφησε το σημάδι του, εκεί που το αλάτι κάλυψε τη γη σαν θρήνος της φύσης.

    Η Θεσπρωτία/Ήπειρος θεωρούνται από παλαιούς συγγραφείς όπως ο Ησίοδος, ο Απολλώνιος ο Ρόδιος, αλλά και λαογράφους όπως ο Αραβαντινός και ο Ζώτος, ως γενέτειρα παλιών θεογονιών και μύθων που προηγήθηκαν των Ολύμπιων.

   Η τοπική παράδοση, άγραφη αλλά διατηρημένη στη λαϊκή μνήμη, έχει κρατήσει κομμάτια αυτής της αρχαίας μνήμης, κωδικοποιημένα στα τοπωνύμια.


     Στην περιοχή της Ρίζας, εφτά τοπωνύμια ενώνονται σε μια αόρατη αλυσίδα που εξιστορούν το μύθο αυτό.

    Το καθένα κουβαλά ένα κομμάτι από του ίδιου του μύθου και μαζί, αποκαλύπτουν την αρχαία αλήθεια που δεν γράφτηκε, αλλά ψιθυρίστηκε από τη γη.
       Ήταν ψίθυροι θαμμένοι σε πέτρες, ρίζες και νερά, λέξεις χωρίς γράμματα, ήχοι χωρίς γλώσσα, που μόνο το σώμα της πατρώας γης θυμόταν.
Από το Πελάκον, το βουνό των πρώτων, ως την Αλατισιά του Κρόνου, όπου λένε πως λύγισε ο Ουρανός κι έσβησε η παλαιά τάξη, η μνήμη διασχίζει τους αιώνες χωρίς κραυγή, μόνο με βήματα.
Κι εμείς, αν σωπάσουμε αρκετά, ίσως προλάβουμε να την ακούσουμε, πριν χαθεί ξανά στο στήθος του χρόνου.

1- Πελακόν ήταν το αρχαίο όνομα του βουνού. 

Εκεί, πριν τον Κατακλυσμό, στεκόταν ακίνητος ο παλιός κόσμος, το απέραντο χάος. Μα ήρθε η οργή των θεών και το νερό και το σκοτάδι.

Το βουνό κατακλύστηκε, και πήρε νέο όνομα:

2- Μπουράτα, από τα «μπουρίνια» που κατέβηκαν σαν πέλαγος από τις πλαγιές του. Όχι απλή μετονομασία, αλλά σημείο μιας κοσμικής αλλαγής: από τον παλιό κόσμο στον καινούριο.

Μα το νερό δεν κατέβηκε μόνο. Μαζί του ήρθαν πέτρες, χώματα, θραύσματα και δημιούργησαν το:

3- Γκριότι. Μια λέξη που θυμίζει το “γκροτ”, μονάδα όγκου στα πλοία, μα εδώ μετρά το βάρος της μνήμης. Το Γκριότι δεν είναι ένας τόπος μόνο. Είναι το ίζημα της οργής, το ίχνος του Κατακλυσμού.

Και πιο βαθιά ακόμα, εκεί που το αίμα του ουρανού συναντά τη γη, γεννήθηκε η:

4- Μελία (Μέλιανη_ - το αιμάτωμα του ουρανού που συνάντησε τη γη, το φως που έγινε ύλη. Από εκεί ξεπήδησε η αρχαία νύμφη Μελιά, μια αρχετυπική μητέρα του καινούριου κόσμου. Και η πόλη που έφερε το όνομά της είναι κι αυτή σύμβολο μιας συμφιλίωσης ανάμεσα στο θείο και το ανθρώπινο.

Κάπου, η γη σχίστηκε και δημιουργήθηκε η:

5- Εσοχή, (Σούχα) η εσωτερική χαράδρα το σχίσμα της καταστροφής. Όχι απλώς γεωλογικό φαινόμενο, αλλά απόδειξη του θυμού των θεών που χώρισαν τη γη στα δύο. Δεν είναι απλώς ένα φαράγγι, είναι ουλή από θεϊκή βία.

         Η Εσοχή γεννήθηκε από μια κραυγή τιμωρίας, ένα βαθύ σκίσιμο στον κορμό του κόσμου, εκεί όπου η φλόγα της σύγκρουσης συνάντησε τα νερά του χάους.

      Το κοντινό χωριό Σούχα κρατά ακόμη στον ήχο του, τον αντίλαλο εκείνης της διάσπασης, ένα όνομα που μοιάζει με αναστεναγμό της γης. Τρεις λέξεις μία έννοια: Εσοχή - σχίσμα - Σούχα.

      Εκεί, το παλιό χάος χαντακώθηκε, για να ριζώσει ο καινούριος κόσμος, και ο θεός φύτεψε τη:

6- Ρίζα. Το όνομα της περιοχής κι ένα από τα βαθύτερα σύμβολα. Είναι το ρίζωμα του καινούριου κόσμου που φύτεψε ο Κρόνος εκεί όπου στάθηκε ο άνθρωπος μετά την καταστροφή για να φυτρώσει ξανα. Στους πρόποδες των Μπουράτων, εκεί που η μνήμη άγγιξε τη γη.

7- Αλατισιά του Κρόνου (προφέρεται Αλατισιά του Κρόγκου) πίσω στα προσήλια των Μπουράτων, αφηρωμένη στον Κρόνο, τον θεό που πρωτοστάτησε στην αλλαγή του κόσμου, και συμπληρώνει το σύνολο των τοπωνυμίων που συνδέονται άμεσα με τον παγκόσμιο μύθο της καταστροφής του παλιού και της δημιουργίας του νέου κόσμου.

    Η  Αλατισιά του Κρόνου  συμβολίζει τη σφραγισμένη γη μετά τη μάχη, τη γη που κράτησε τη γεύση της αιματηρής ανατροπής;
     Το αλμυρό χώμα, ίσως πραγματικά γεμάτο με άλατα που θεωρήθηκε «καταραμένο» ή ιερό, λόγω της θεϊκής πάλης;
   Έναν αρχαίο τόπο μύησης, όπου ο χρόνος (Κρόνος) καταπίνει και μεταστοιχειώνει;

      Και έτσι, ολοκληρώνεται ο μύθος του Χάους και της Νέας Τάξης που όρισαν οι θεοί, όχι με κραυγές, αλλά με τη σιωπηλή μαρτυρία του τοπίου.

       Κάθε τοπωνύμιο αποτελεί έναν ξεχωριστό κρίκο σε αυτήν την αλυσίδα μύθου, μια φωνή της γης της Ρίζας που αφηγείται μια ιστορία που δεν καταγράφηκε ποτέ από τους επίσημους ιστορικούς, αλλά επιβίωσε μέσα από τη γλώσσα του τόπου και τη μνήμη του λαού.

     Έτσι, η περιοχή της Ρίζας δεν είναι απλώς ένας γεωγραφικός χώρος, αλλά ένας ζωντανός μύθος, μια μικρογραφία της κοσμικής αλλαγής, όπου το παλιό συντρίβεται για να γεννηθεί το καινούριο όπως οι θεοί όρισαν.

     Έφτα ονόματα, ένας μύθος, σκαλισμένα στη Ρίζα, για να αποτυπώσουν την καταστροφή του παλιού κόσμου, όσες μέρες χρειάστηκαν για να τον δημιουργήσει.

Ένας ενιαίος μύθος γραμμένος όχι σε πέτρα, αλλά στο χώμα.

       Ο μύθος του Κατακλυσμού που ξαναβρίσκουμε στην αρχαία Ελλάδα, στη Βαβυλώνα, στη Βίβλο, στους Ίνκας και στους μύθους των Ινδιών.

      Δεν είναι σύμπτωση: η μικρή μας γωνιά του κόσμου, με τις δικές της λέξεις, συνομιλεί με τους παγκόσμιους μύθους.

Γιατί η γη θυμάται, ακόμη κι όταν η Ιστορία ξεχνά.

        Κι αν σκύψεις με σεβασμό πάνω από τα ονόματα των τόπων, θα ακούσεις κι εσύ τη μνήμη να ψιθυρίζει:

 Η μνήμη δεν πέθανε, απλώς μιλά ακόμη στους προσεκτικούς.

________________________



Μυθολογία και Λαϊκή Πληροφόρηση 


      
Τα τοπωνύμια ως δείκτες αποκάλυψης της πολιτισμικής εξέλιξης στη Ρίζα Δρυϊνουπόλεως.
 

________________________


       Οι λαϊκές παραδόσεις και οι τοπικές αφηγήσεις διατηρούν ζωντανές τις ιστορίες των μύθων αυτών, προσφέροντάς μας μια μοναδική ευκαιρία να αναβιώσουμε και να κατανοήσουμε τις βαθιές πολιτιστικές ρίζες της περιοχής.

         Οι μύθοι, που διασώθηκαν από την αρχαιότητα μέσα από τη φωνή των προγόνων μας, έφτασαν μέχρι τη δική μας γενιά, υπενθυμίζοντάς μας ότι αυτά τα μέρη υπήρξαν στενά συνδεδεμένα με τους θεούς, τις πράξεις τους και την πίστη των ανθρώπων που συναντούμε σε τόπους ανά τον κόσμο, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική και παγκόσμια σχέση της περιοχής με τους αρχέγονους μύθους.

       Τα πρώτα εφτά τοπωνύμια της περιοχής της Ρίζας φέρουν έντονη μυθολογική ερμηνεία, η οποία σχετίζεται με την αλλαγή εποχής που οι θεοί έφεραν μέσα από την καταστροφή του παλαιού κόσμου και τη γέννηση ενός καινούργιου. 

         Ακριβώς αυτόν τον θεϊκό μύθο αποτύπωσαν οι άνθρωποι της περιοχής μέσα από τα τοπωνύμια, ονομάζοντας τα βουνά και τα φυσικά φαινόμενα με βάση τις δυνάμεις του παλιού και του νέου κόσμου που έφερε η θεϊκή αλλαγή. Μέσα από αυτές τις ονομασίες, μοιάζει σαν να επιδίωκαν να αφηγηθούν  σε όσους θα έρχονταν αργότερα,την ίδια τη μετάβαση της κοσμικής τάξης.

Έτσι, λέγεται πως το όρον Πελακόν, το παλαιό όνομα του τόπου, μετονομάστηκε σε Μπουράτα κάτω από τη σκιά της νέας τάξης, για να θυμίζει τον κατακλυσμό και τη μεγάλη μάχη που έδωσαν οι Τιτάνες κατά τη μετάβαση από το Χάος στην Τάξη. Οι συνέπειες αυτής της τιτάνιας σύγκρουσης χαράχτηκαν στο ίδιο το τοπίο: στο «σχίσμα» που προκάλεσε ο κατακλυσμός, και στα «Γκριότια» που αυτός μετέφερε, πέτρες φορτωμένες με μνήμη, για να θυμίζουν τον μύθο της αλλαγής και της αναγέννησης του κόσμου.

  Πελακόν ( μετανομάστηκε Μπουράτα)

    Η ονομασία του όρους «Πελακόν» συμβολίζει το απέραντο πέλαγος του χάους του παλιού κόσμου   με τα πελώρια αγάλματα του Κρόνου και των ανθρώπων, που υψώνονταν ως τον ουρανό με τους θεούς να  έδιναν τιτανικές μάχες πάνω από το Λάμποβο. Η ονομασία αυτή δεν είναι τυχαία σηματοδοτεί πως η περιοχή συνδέεται άμεσα με τους μύθους της αρχαιότητας.

      Ο μύθος, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στο Πελακόν επεκτείνεται με τον Κρόνο και φτάνει πέρα από αυτό, έως το κάστρο στο «Κόκκινο Λιθάρι», ανάμεσα στον Κρόγκι και το Βελιάχοβο.

    Εκεί, όπως μαρτυρούν παλαιότεροι ιστορικοί όπως ο Ζώτος ο Μυστακίδης, αλλά και νεότεροι από τη δική μας περιοχή, εντοπίζονται ίχνη και στοιχεία που ενισχύουν τον μύθο.
      Αναφορές βρίσκουμε και στο έργο του Κώστα Νούσια «Το Βελιάχοβο στην αγκαλιά των βουνών και των μύθων», όπου επανφέρει τους ξεχασμένους τοπικούς μύθους, που σχεδόν το μισό βιβλίο είναι αφιερωμένο σε αυτές τις τοπικές αφηγήσεις.

 


   Ο μύθος του Κρόνου και του Δία συνεχίζεται ακόμα πιο κάτω, στους "Στάβλους της Παλιαυλής", όπου ο τοπικός θρύλος θέλει τη Ρέα να γέννησε εκεί κρυφά τον Δία, για να τον γλιτώσει από τον πατέρα του, τον Κρόνο, που έτρωγε τα παιδιά του από φόβο μην του πάρουν τον θρόνο. Όπως και η αρχαία αφιέρωση στον Κρόνο στο χωριό "Κρόγκι", όλα αυτά συνδέονται με τον μύθο του θεού Κρόνου, που πάλεψαν οι Τιτάνες πάνω από το Λάμποβο, στο όρος Πελακόν, τα σημερινά Μπουράτα.

     Ένας μύθος που τον συναντάμε σε πολλά μέρη, συνδεδεμένος κάθε φορά με την πίστη της περιοχής στους αρχαίους θεούς, ένας κρίκος που τον βρίσκουμε στην Κρήτη και, από εκεί, φτάνει ως την Ινδία. Άλλωστε, κατά τον Dr. Αλέξανδρου Δαμ. Ζενέτου, η ίδια η λέξη "Ινδία" σημαίνει «Εν-Δία», δηλαδή "ζουν εντός του Θεού Δία"  φέροντας τους μύθους του Ολύμπου πολύ μακριά από την αρχική τους κοιτίδα.

   Ο Νικόλας Μυστακίδης γράφει:


«….Επί της κορυφής του βουνού, ως ομολογούν  οι γεροντότεροι,  εστημένα αγάλματα και περί τα αγάλματα άνθρωποι, των οποίων το μέγεθος έφθανεν  εις τον ουρανόν και δια των χειρών των ου μόνον τους κεραυνούς αλλά και ραγδαιοτάτας βροχάς κατέβαζον. Διότι και τα βουνά ταύτα έπαθον πολύ, διότι οργισθέντες οι θεοί  κατέβασαν πλημμύρας μεγάλας ώστε έρράισαν τα τέμπη των βουνών και ηνεώχθη δίοδος διά τα της Σωπικής και Τσιατίστης ύδατα τα οποία νυν σχηματίζουσι τον ΄Σωχάκον" ποταμό......»  ...κλπ 

      Οι τοπωνυμίες που μεταβάλλονται από το «Πελακόν» σε «Μπουράτα» φαίνεται να συνδέονται με την καταστροφή των παλιών κόσμων και την αναγέννηση ενός νέου.
          Ο μύθος της σύγκρουσης των θεών με τους Τιτάνες και η σύνδεση με την καταστροφή του Νώε προσδίδουν στην περιοχή μιας παγκόσμιας διάστασης, ενσωματώνοντας την τοπική μυθολογία με ευρύτερους μύθους. 


        Κατά την ερμηνία 
του Dr. Αλέξανδρου Δαμ. Ζενέτου, το όνομα   «Πελασγικόν», καθώς η λέξη «Πελασγός» προέρχεται από το «Πελάγιος», που σημαίνει «θαλασσινός» και σχετίζεται με τη λέξη «πέλαγος» (θάλασσα). Αυτό υποδηλώνει ότι η καταγωγή των κατοίκων αυτής της περιοχής πρέπει να ήταν από τους Πελασγούς, τους θαλασσοπόρους Άτλαντες της Μεσογείου, οι οποίοι, με τα ισχυρά τους καράβια, ταξίδευαν σε όλη τη γη.
 

 Τα Μπουράτα: Η Θεϊκή Θύελλα της Μεταμόρφωσης

          Τα Μπουράτα, τοπωνύμιο που δόθηκε στην περιοχή μετά τον μεγάλο θεϊκό κατακλυσμό, προϋπήρχαν με την ονομασία Πελακόν, ένα όνομα που οι παλαιότεροι απέδιδαν στην πελασγική εποχή, όταν το τοπίο δεν είχε ακόμη υποστεί την μεταβολή των μεγάλων δυνάμεων. 

        Η λέξη "Πελακόν" ενέχει την έννοια της απεραντοσύνης, ενός πελάγου  που απλωνόταν εκεί που σήμερα στέκονται οι λόφοι και οι κοιλάδες. Όμως, σύμφωνα με τον τοπικό μύθο, οι θεοί εξοργίστηκαν από την αλαζονεία  και αποφάσισαν να ρίξουν τη θεϊκή τους οργή, κατεβάζοντας τα νερά του ουρανού με δύναμη που «όμοιά της δεν είχε ξαναδεί η γη».

      Η νέα ονομασία Μπουράτα δεν είναι τυχαία. Ετυμολογικά, φαίνεται να προέρχεται από τη λέξη «Μπουρί», δηλωτική των βίαιων φυσικών φαινομένων όπως τα μπουρίνια, αιφνίδιες καταιγίδες και ανεμοστρόβιλοι, συνοδευόμενοι από σφοδρούς ανέμους και καταρρακτώδη βροχή. Ένα τέτοιο κοσμικό "μπουρίνι" ήταν, κατά τον μύθο, αυτό που οι θεοί εξαπέλυσαν από τον Ουρανό, ρίχνοντας το επάνω στο Πελακόν.
  Έτσι, το Πέλαγος έγινε Χώμα, και ο κόσμος άλλαξε όψη.

      Η μετονομασία του τόπου σε Μπουράτα δεν είναι απλώς γλωσσική αλλαγή, είναι κοσμογονική ένδειξη: σηματοδοτεί τη μετάβαση από την παλιά τάξη πραγμάτων στην αναγέννηση ενός νέου κόσμου, μετά τη θεϊκή τιτανομαχία. 

         Το ίδιο το τοπίο διαμορφώθηκε ως απόηχος αυτής της σύγκρουσης

    Το Σχίσμα της Σούχας, μεγάλο φυσικό ρήγμα στην καρδιά της περιοχής, ερμηνεύεται ως το σημείο όπου "άνοιξε η γη" για να καταπιεί τα παλαιά θεϊκά σώματα. 

       Τα Γκριότια, διασκορπισμένα σε λόφους και κοιλώματα, θεωρούνται θραύσματα αυτής της τιτάνιας σύγκρουσης, λιθάρια φορτωμένα με τον μύθο της πτώσης.

      Έτσι, τα Μπουράτα δεν είναι απλώς ένας τόπος, είναι μνημείο της αλλαγήςτο χρονικό μιας κατάρρευσης και ταυτόχρονα η γέννηση του νέου Εκεί όπου το παλιό βούλιαξε στα νερά και στα χώματα, εκεί φύτρωσε και η πρώτη ρίζα του ανανεωμένου κόσμου. Και όπως θα δούμε στη συνέχεια, πολλές τοπωνυμίες της περιοχής συνεχίζουν να κρατούν ζωντανή αυτή τη μετάβαση, λειτουργώντας σαν σπασμένα αγάλματα θεών, σκορπισμένα στον χρόνο.


  Το Σχίσμα και η Εσοχή της Σούχας: 
Η Πληγή του Θεϊκού Κατακλυσμού

      Η λέξη «Σχίσμα», όπως απαντάται στη μυθική γλώσσα της περιοχής, δεν σημαίνει μόνο ρήξη ή διαχωρισμό, είναι η απεικόνιση μιας βαθιάς πληγής, ενός τραύματος που φέρει το τοπίο από την εποχή του κατακλυσμού του Νώε

        Οι παλιοί έλεγαν πως τότε ράγισε το βουνό των Πελακόν, σχίζοντας την καρδιά του σε δύο μεγάλες πλευρές. Το ρήγμα αυτό δεν ήταν φυσικό μόνο, ήταν θεϊκόαποτέλεσμα της τιμωρίας, ή ίσως της θεϊκής απόφασης να επαναπροσδιοριστεί ο κόσμος από την αρχή.

        Η τοπική παράδοση μεταπλάθει αυτό το ρήγμα σε όνομα, το χωριό Σούχα, είναι η λεκτική αντανάκλαση του Σχίσματος, διατηρώντας τη μνήμη του μέσα από την παραφθορά της λέξης "εσοχή".    
     Η εσοχή αυτή, που σήμερα δεν διακρίνεται μόνο με το μάτι αλλά με την ίδια τη γλωσσική της απήχηση, ήταν για τους παλαιούς η είσοδος στη νέα εποχή, εκεί όπου η γη υποχώρησε από το βάρος του ουρανού και των μαχών των θεών.
      Δεν είναι τυχαίο ότι ο μύθος θέλει τα Μπουράτα, τις θεϊκές βολές, τις λίθινες ή πύρινες σφαίρες των θεών, να ρίχνονται με τέτοια δύναμη ώστε το Πελακόν να σχιστεί στα δύο.                    Το Σχίσμα δεν είναι απλώς γεωλογικό φαινόμενο, είναι κοσμολογική στιγμή. Είναι η γραμμή που χωρίζει το πριν από το μετά, το τραύμα που γέννησε τη νέα γη.

     Έτσι, η Σούχα δεν είναι απλώς ένα χωριό. Είναι το σύμβολο της κατακλυσμιαίας τομήςτο στόμιο της εσοχής, όπου το παλιό καταποντίστηκε και το νέο αναδύθηκε, γεμάτο λάσπη, φόβο, αλλά και υποσχέσεις. Τοπωνύμιο, τοπίο, και λόγος ενώνονται σε μία συμπαγή μυθική αφήγηση, όπως ήξεραν να την υφαίνουν οι παλιοί στα χειμωνιάτικα τζάκια, μεταδίδοντας στους νεότερους όχι μόνο μνήμες, αλλά και το ίδιο το νόημα της αλλαγής.


  Τα Γκριότι: Οι Όγκοι της Μνήμης και της Καταστροφής

         Η λέξη «Γκριότι» δεν είναι απλώς ένα τοπωνύμιο. Είναι μια συμπύκνωση μνήμης και υλικού όγκου, ένας λεκτικός αναχρονισμός που κουβαλάει στο σώμα του πέτρες, χαλίκια και ιστορίες. Προέρχεται, σύμφωνα με την τοπική ερμηνεία, από τη ρίζα «γκρος», όρο που χρησιμοποιείται στη ναυτική ορολογία για να δηλώσει τη συνολική χωρητικότητα ενός πλοίου, ένα μέτρο του όγκου, του βάρους, του φορτίου. Κατά την τοπική φωνολογική εξέλιξη, το «γκρος» μεταπλάθεται σε «γκροτ», έπειτα σε «γκριότ(ι)», διατηρώντας ακέραιο το βάρος της έννοιάς του: τον βαρύ, γεμάτο όγκο, φορτωμένο τόπο.

        Κατά την αφήγηση των γερόντων, οι οποίοι επιβεβαιώνουν τις πληροφορίες που καταγράφηκαν στο λαογραφικό έργο "Ο Χορός που Μέριασε τη Λύπη" (σελ. 23), τα τρία Γκριότι της περιοχής της Γλύνας, του Βοδίνου και του Αργυροκάστρου, δημιουργήθηκαν σε ένα μόνο εικοσιτετράωρο από κατακλεισμό. Ήταν τότε που ο κατακλυσμός του Νώε ξεσάλωσε στα βουνά, και οι θεοί, είτε θυμωμένοι είτε εξιλεωμένοι, έριξαν τα «μπουράτα»   δηλαδή πύρινες ή λίθινες μάζες,  με τέτοια ορμή, που τα βουνά άνοιξαν και ξερνοβόλησαν πέτρες και χώματα στις πεδιάδες. Από αυτή τη βίαιη κάθοδο, σχηματίστηκαν οι χαλικώδεις αυτές εκτάσεις που αποτυπώθηκαν στον λόγο και την τοπωνυμία ως «Γκριότι».

    Δεν αποκλείεται, μάλιστα, πως στην πεδιάδα της Δρυϊνουπόλεως, υπάρχουν και άλλες τέτοιες μάζες, παρόμοιοι λιθώδεις όγκοι, που δεν έχουν καταγραφεί ή ονοματιστεί, αλλά που φέρουν τα ίδια φυσικά και μυθικά χαρακτηριστικά: επιβλητικοί σωροί από χαλίκια και πέτρες, σημάδια της πλημμυρικής εκείνης στιγμής που έσβησε τον παλιό κόσμο και έφερε το νέο.

      Τα Γκριότι, λοιπόν, δεν είναι απλές φυσικές αποθέσεις. Είναι μνημεία της κοσμολογικής καταστροφής, τα κατάλοιπα ενός συμβολικού τέλους και μιας καινούριας αρχής. Η γλώσσα της περιοχής, όπως συχνά συμβαίνει στη λαϊκή σοφία, δεν ξέχασε διέσωσε τον ήχο, το βάρος και τη σημασία τους.  
    Εκεί που ο λόγος"γκρος" περιέγραφε τη χωρητικότητα ενός πλοίου, ο λόγος "Γκριότι" περιγράφει τη χωρητικότητα της ίδιας της μνήμηςόσο βαριά είναι τα χαλίκια, τόσο βαρύτερη η αφήγηση που τα συνοδεύει.

      Γκριότι της Γλύνας
Στις παρυφές της Γλύνας, εκεί όπου ο λόγος των γερόντων μιλά για νερά που σκέπασαν τον τόπο, στέκει το Γκριότι, ένας τόπος φορτωμένος μνήμη και θρύλο. Εδώ, ο κατακλυσμός άφησε τα βαριά του σημάδια: μια απέραντη μάζα από πελώριες πέτρες, σωριασμένες σαν να τις είχε κατεβάσει η ίδια η ορμή του νερού από τα βουνά. Ως τις αρχές της δεκαετίας του 1970, αυτές οι πέτρες στέκονταν σαν σιωπηλοί φρουροί του παρελθόντος. Μα γύρω στο 1973-76, όταν αποφάσισαν το Γκριότι που ήτανε λιβάδι του χωριού να το φυτέψουν αμπέλι, η γη καθαρίστηκε και τους τελευταίους βράχους τους έσπασαν με τη βαριά. Από τα κομμάτια τους χτίστηκαν αποθήκες και στάβλοι, και μαζί τους χάθηκαν και τα τελευταία χειροπιαστά ίχνη του κατακλυσμού. Σήμερα, μόνο η μνήμη και ο μυστικός ψίθυρος του τόπου μαρτυρούν πως εδώ κάποτε η φύση έδειξε όλη της τη δύναμη.


     

  Η Ρίζα της περιοχής Δρυϊνουπόλεως: Εκεί όπου Ρίζωσαν οι Μύθοι και Γίνονται Ιστορία

        Αν συνδέσουμε τις τοπωνυμίες και τις μυθολογικές αναφορές της Δρυϊνουπόλεως με το παγκόσμιο αρχετυπικό μοτίβο του κατακλυσμού, τότε η περιοχή αποκτά μια κοσμική βαρύτητα, όχι μόνο γεωγραφική αλλά και πολιτιστική και θρησκευτική. 
        Οι μύθοι του τόπου δεν είναι απομονωμένοι ψίθυροι μιας τοπικής φαντασίας, αλλά κρίκοι μιας παγκόσμιας αλυσίδας αφήγησης  όπως ο κατακλυσμός του Νώε στη Βίβλο, ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα στην ελληνική παράδοση ή οι μύθοι των Σουμερίων και των Μάγια.
    Στην καρδιά αυτής της αφήγησης βρίσκεται η περιοχή της Ρίζας Δρυϊνουπόλεως, μια ονομασία που κουβαλά τόσο το γεωλογικό της βάρος όσο και το συμβολικό της φορτίο.
 
         Ακόμα και η λέξη «Ρίζα» δεν είναι τυχαία, δηλώνει το θεμέλιο, την αρχή, το σταθερό σημείο, εκεί που ο θεός φύτεψε τη ρίζα και φύτρωσε έναν κόσμο που μετακινείται. Εκεί, στη Ρίζα, κατά τη λαϊκή αφήγηση, σταθεροποιήθηκε η πέτρα, βυθίστηκε ο χρόνος, κατέληξε η οργή του νερού και ριζώσε η νέα τάξη.
        Οι μύθοι και τα ιστορικά στοιχεία που αναφέρονται στην περιοχή αυτή δεν είναι απλές αφηγήσεις, είναι διαχρονικές μαρτυρίες μιας κοινότητας που ερμήνευσε τον κόσμο μέσα από τη φύση, την πέτρα και τον ουρανό.                    Ερευνητές και καταγραφείς όπως ο  Ζώτος, ο Μυστακίδης και άλλοι, φρόντισαν να διασώσουν αυτές τις μαρτυρίες, καταγράφοντας μύθους, τοπωνύμια και ιστορικές μνήμες που διαφορετικά θα είχαν σβήσει, όπως τα ίχνη του νερού πάνω στο χώμα.

      Η σύνδεση της Ρίζας με τον κατακλυσμό και οι αφηγήσεις για τις πέτρες που «κατέβηκαν» από τα βουνά, τα Γκριότι που απλώθηκαν στις πεδιάδες, προσφέρουν ένα πολύτιμο υλικό για την ερμηνεία του παρελθόντος. Δεν πρόκειται μόνο για φυσικά φαινόμενα, αλλά για συμβολικά μυθικά τοπία που οι άνθρωποι τα έντυσαν με θεϊκές μυθικές προθέσεις και μεταφυσικούς φόβους. Εκεί, στη Ρίζα, η φύση και ο Θεός συνομίλησαν, αφήνοντας πίσω τους μια γλώσσα από πέτρα και μύθο.

Αυτές οι μυθικές ρίζες της Δρυϊνουπόλεως, όταν συνδεθούν με άλλες παγκόσμιες αφηγήσεις, προσφέρουν μια σπάνια ευκαιρία αναστοχασμού για τον τρόπο με τον οποίο οι τοπικές παραδόσεις δεν περιορίζονται σε έναν μικρό γεωγραφικό χώρο, αλλά συμμετέχουν σε ένα παγκόσμιο πολιτισμικό σώμα. Και κάθε φορά που ανασύρουμε μια τέτοια ιστορία, δεν μιλάμε μόνο για το παρελθόν, αλλά επανεφευρίσκουμε τη σχέση μας με τον κόσμο.

Στρατιωτικός χάρτης που αναφέρει το ύψωμα 1488 ως «Μπουράτα» και το ύψωμα 669 «Ραδάτ»  

       

  Οι Λέξεις ως Ιστορία: Τοπωνυμίες με Ελληνική Ρίζα

       Αυτές οι μεταβολές αποδεικνύουν ότι πολλές τοπωνυμίες της περιοχής έχουν βαθιά ελληνική ρίζα, η οποία στη συνέχεια προσαρμόστηκε φωνητικά σύμφωνα με την τοπική ιδιωματική προφορά και την καθημερινή χρήση των κατοίκων.        Η προφορά αλλοιώθηκε με την πάροδο του χρόνου, όμως η ετυμολογική ουσία των λέξεων παρέμεινε ζωντανή στον λαϊκό λόγο, διατηρώντας τη σύνδεση με το παρελθόν.

       Όλες αυτές οι ελληνικές ονομασίες δεν είναι απλές λέξεις, αλλά έχουν φτιαχτεί με τρόπο τέτοιο ώστε να καταγράφουν μέσα τους την ίδια τους την ιστορία. Είναι λέξεις, φορείς νοήματος, με δομή που εμπεριέχει έννοιες κατανοητές μόνο μέσα από το φίλτρο της ελληνικής γλώσσας και σκέψης
      Η έννοια του τόπου δεν είναι εδώ μια απλή γεωγραφική σήμανση, αλλά μια γλωσσική μαρτυρία, ένα αποτύπωμα της παρουσίας και της νοηματοδότησης των ανθρώπων.
Ο Β. Δ. Ζώτος, στο μνημειώδες έργο του Δρομολόγιον, Τόμος Δ’, Τεύχος Α’, σελ. 98 (έκδοση 1878), κάνει μια σημαντική αναφορά: στο κεφάλαιο με τις διαιρέσεις περιοχών, αναφέρει δώδεκα χωριά της Ρίζας ως τμήμα Πελασγονίων, αποδίδοντας έτσι συγκεκριμένη πολιτισμική και ιστορική ταυτότητα στους οικισμούς αυτούς.                     
      Αξιοσημείωτο είναι επίσης πως την έδρα της Επισκοπής την καταγράφει ως «Τμήμα Πελακό», πιθανώς παραφθορά ή παραλλαγή τοπωνυμικής ρίζας που σχετίζεται με τους Πελασγούς, ή ακόμη και με το αρχαίο ρήμα «πέλω», που σημαίνει "είμαι, υπάρχω, στέκομαι".
        Η καταγραφή αυτή δεν έχει μόνο ιστορική σημασία, αποτελεί γλωσσικό τεκμήριο για την ύπαρξη συνεχούς ελληνικής παρουσίας στην περιοχή. Οι τοπωνυμίες λειτουργούν ως πολιτιστικά ιζήματα, ως αποθέματα μνήμης που επιβίωσαν ακόμη και σε περιόδους καταπίεσης, μετακινήσεων πληθυσμών και γλωσσικής αλλοίωσης. 
     Όσο περισσότερο εξετάζουμε αυτές τις λέξεις, τόσο αποκαλύπτεται το βάθος της τοπικής ταυτότητας και η διαχρονική συνέχεια του ελληνικού πολιτισμικού αποτυπώματος.


7- Μελία (Μέλιανη)

Η Αρχαία Πόλη της Μέλιανης (Πελάνης) και η Ιστορική της Σημασία

      Τα ερείπια της αρχαίας πόλης Μέλιανης, ή Πέλανης όπως την αναφέρει ο Μυστακίδης, βρίσκονται κάτω από το σημερινό χωριό Βράχογοραντζής.
      Οι έρευνες για την ακριβή τοποθεσία της πόλης αυτής παραμένουν ημιτελείς, και τα όρια της πόλης ακόμα ασαφή, κρυμμένα πίσω από τα πέτρινα απομεινάρια και τη σιωπή του χρόνου.
         Ωστόσο, η λαϊκή παράδοση μάς μεταφέρει μια άλλη μαρτυρία, αυτή που δεν καταγράφεται στα επίσημα βιβλία, αλλά στα χείλη των ντόπιων. 
     Μας λέει πως από τον Ραδάτες ως τη Βράχογοραντζή εκτεινόταν παλιά μια μεγάλη, αρχαία πόλη, χαμένη μέσα στις φλόγες των πολέμων και τις διενέξεις που τη γονάτισαν. 
        Ονόματα, λεπτομέρειες και ημερομηνίες έχουν σβηστεί από τη λήθη, όμως η μνήμη αυτής της καταστροφής παραμένει ζωντανή σαν μια αχνή σκιά.
       Η ιστορική πληροφορία που έχουμε, αναφέρει ότι η Μέλιανη, όπως και η Δρυϊνούπολις ή Αδριανούπολις, χτίστηκαν γύρω στο 120 π.Χ. από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Αδριανό, σε μια εποχή που η Ρώμη έσφυζε από ζήλο για την εδραίωση της κυριαρχίας της στα βόρεια σύνορα της αυτοκρατορίας.
        Όμως η παράδοση αντιπαραβάλλει με την επίσημη ιστορία την δική της αφήγηση. Μια αφήγηση που μιλά για μια πόλη, ή μήπως έναν πολύπλοκο οικισμό, που η φλόγα της τσακίστηκε από εσωτερικές συγκρούσεις. Ένα μυστήριο που παραμένει ακόμα να διαλευκανθεί.
    Έτσι, αναδύεται ένα ερώτημα που δεν αφήνει ήσυχο τον ερευνητή:
Μήπως η πόλη που εκτεινόταν από τις Ραδάτες έως τη Μέλιανη ήταν η ίδια η Αδριανούπολη ή η Δρυϊνούπολη, και η Μέλιανη αποτελούσε όχι απλώς μια πόλη, αλλά έναν ιερό χώρο, έναν τόπο λατρείας, ίσως αφιερωμένο στη μυθική νύμφη Μελία;

      Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα μπορεί να δοθεί μόνο από τη συνέχεια της έρευνας και του χρόνου.     Αρχαιολογικές ανασκαφές ή αρχειακές ανακαλύψεις μπορεί να ρίξουν φως σε αυτήν την αινιγματική σύνδεση. Για την ώρα, μένει μόνο μια υποψία,  μια σκέψη που αφήνω εδώ, σαν σπόρο σε γόνιμο έδαφος πως τα τοίχοι της αρχαίας Μέλιανης όπως σε όλα τα μνημεία πρέπει να χτίστηκε σε παλιότερο προ ελληνικό μυθικό μνημείο που συμπληρώνει το παζλ που ο μύθος έγραψε  και αποτύπωσε τον μύθο της μετάλλαξης του παλιού με του νέο. 

      Ο ιστορικός δεσμός ανάμεσα στην Αδριανούπολη και τη Μέλιανη, που χρονολογούνται στην ίδια περίοδο και σχετίζονται με τον Αδριανό, δίνει ιδιαίτερο βάρος στην περιοχή. 
       Η ύπαρξη άφθονων υδάτινων πόρων, όπως αυτούς στην περιοχή της Ρίζας, υποδηλώνει ότι η περιοχή θα μπορούσε να στηρίξει έναν μεγάλο και ζωντανό πληθυσμό, με δυνατότητα ανάπτυξης και ασφάλειας χάρη στις στρατηγικές φυλάξεις της.

      Τα ερείπια της Μέλιανης, παραμένουν αναξιοποίητα και ανεξερεύνητα, στοιχίζοντας την περιοχή με ένα πέπλο μυστηρίου. Μπορεί τα στοιχεία αυτά να κρατούν το κλειδί για την αποκάλυψη πτυχών που λείπουν από την τοπική ιστορία.

       Η συνύπαρξη του φυσικού πλούτου και των στρατηγικών πλεονεκτημάτων αποτυπώνει τη σημασία αυτής της γης στα αρχαία χρόνια και καλεί την επιστήμη να φωτίσει τα σκοτάδια της λήθης, ώστε οι ιστορίες να ξαναγίνουν φως και μνήμη.

     

 Ο Νικόλα Μιστακίδης μας σώζει την πληροφορία: «Μέλιανη»  η Πέλιαννην (εκ Πελάνους πήτας) θέσις ούτω καλευμένη πλησίον Νεπραβίστης, ην πόλις κτισθείσα τω 120 μ.χ. υπό Αδριανού ταύτης δε καταστραφείσης αναδείχθη τω 550 μ.χ. ετέρα πόλις «η Ιουστινιανούπολις» καλουμένη ήτις καθ' ημάς έκειτο μεταξύ Στεγοπόλεως και Σούχας.

Τι σημαίνει Μέλιανη;

     Πιθανολογώ πως η ονομασία της Μέλιανης πιθανότατα προέρχεται από τη λέξη «μελίνος», που σημαίνει «μελία», δηλαδή νύμφη Μελία που την ίδια ονομασία πήρε και το δέντρο της μελιάς, εκδοχή που φαίνεται πιο πειστική από άλλες, καθώς η περιοχή ίσως είχε άφθονες δασικές εκτάσεις, και η ονομασία της να συνδέεται με τη νύμφη Μελία, η οποία σύμφωνα με τη μυθολογία ήταν μία από τις νύμφες που συνδέονταν με τις μελιές και τις δασικές περιοχές.

          Έτσι, η ονομασία της περιοχής αποκτά μυθολογική διάσταση, ενισχύοντας την πολιτισμική κληρονομιά και τη σύνδεση της γης με τη φύση και τους θεϊκούς χαρακτήρες της αρχαίας ελληνικής θρησκευτικής παράδοσης.





Μελία: Η Νύμφη των Δέντρων και ο Αντίλαλος της σε Ιερά Τοπία


  1. Καταγωγή της Μελίας
  2. Μελία, σύζυγος του Ίναχου
  3. Οι Μελίες και ο Σύνδεσμός τους με τον Άνθρωπο
       Η Μελία (ή Μελίη) ήταν μία από τις νύμφες της ελληνικής μυθολογίας, συγκεκριμένα μία από τις Μελίες Νύμφες, που συνδέονταν με τις μελιές (φραξίνους). Οι Μελίες θεωρούνταν φύλακες δέντρων και προστάτιδες των ορεινών και δασικών περιοχών.

      Σύμφωνα με τη Θεογονία του Ησιόδου, οι Μελίες γεννήθηκαν από το αίμα του Ουρανού όταν τον ευνούχισε ο Κρόνος. Από το αίμα που έπεσε στη Γη (Γαία) δημιουργήθηκαν οι Ερινύες, οι Γίγαντες και οι Μελίες.

          Κατά τον μύθο, η περιοχή που αναφέρεται συνδέεται με τις νύμφες της οργής που προέκυψαν από αυτή τη θεϊκή σύγκρουση του Κρόνου με τον πατέρα του, τον Ουρανό. 
     Ο Κρόνος έστειλε τον Ουρανό στα Τάρταρα, παίρνοντας τον θρόνο του. Δεν αποκλείεται, λοιπόν, η Μέλιανη να συμβολίζει το αίμα που έπεσε από αυτήν τη μάχη στη γη και να πήρε το όνομά της από τη Μελία, ως απόηχο αυτού του μυθικού γεγονότος, προσθέτοντας ακόμα ένα παραπάνω θεϊκό στοιχείο στην περιοχή που συμπληρώνει όλο το κεφάλαιο του παλιού με του καινούριου κόσμου.

       Παρόμοιες ονομασίες και μνήμες της νύμφης Μελίας συναντώνται και σε άλλες περιοχές όπου επικρατεί ο μύθος της Μελίας, ενισχύοντας την ιδέα μιας ευρύτερης πολιτισμικής και θρησκευτικής σημασίας που συνδέει τη φύση, τη θνητή γη και το ιερό.
        Μία συγκεκριμένη νύμφη, η Μελία, αναφέρεται ως σύζυγος του ποτάμιου θεού Ίναχου, του πρώτου βασιλιά του Άργους. Μαζί του γέννησε τον Φορωνέα, ο οποίος θεωρείται ένας από τους πρώτους ανθρώπους και πολιτισμικούς ήρωες της ελληνικής μυθολογίας.
       Οι Μελίες είχαν σημαντικό ρόλο στη δημιουργία της ανθρωπότητας. Σύμφωνα με μία εκδοχή, οι πρώτοι άνθρωποι της Εποχής του Χαλκού δημιουργήθηκαν από ξύλο μελιάς, στοιχείο που τις συνδέει άμεσα με τη ζωή και τον πολιτισμό.
         Στην αρχαία ελληνική θρησκεία, οι Νύμφες, συμπεριλαμβανομένων των Μελίων, αν και δεν είχαν συνήθως αφιερωμένους ναούς ή επίσημους τόπους λατρείας όπως οι μεγάλοι θεοί του Ολύμπου, λατρεύονταν σε φυσικά τοπία, όπως δάση, πηγές και άλση, μέσω απλών προσφορών και τελετών.
        Δεν αποκλείεται, λοιπόν, να υπήρχε αφιέρωση λατρείας στα δάση της περιοχής ως στοιχείο ευημερίας και πηγής τροφής, με τους κατοίκους να αποδίδουν ευγνωμοσύνη μέσω της νύμφης Μελίας.
     Επιπλέον, είναι πιθανό, ύστερα από καταστροφές και αναγεννήσεις της περιοχής, να χτίστηκαν εκεί νέοι ναοί ή μοναστήρια πάνω σε προγενέστερους λατρευτικούς χώρους.
       Έτσι, η Μέλιανη θα μπορούσε να είχε λειτουργήσει τόσο ως πολιτιστικό ή διοικητικό κέντρο όσο και ως τόπος λατρείας παλαιότερων εποχών.

      Ωστόσο, υπάρχουν ενδείξεις ότι ορισμένες περιοχές έφεραν τοπωνύμια που σχετίζονταν με Νύμφες, υποδεικνύοντας μια μορφή τοπικής λατρείας ή σεβασμού. Για παράδειγμα, η πόλη Θίσβη στη Βοιωτία φέρεται να πήρε το όνομά της από μια ομώνυμη νύμφη του τόπου.

      Λαμβάνοντας υπόψη την παρουσία της νύμφης Μελίας, υποθέτω ότι το όνομα "Μέλιανη" μπορεί να προήλθε ως ιδεατή ονομασία, είτε λόγω του πολιτιστικού ρόλου της περιοχής είτε ακόμη και ως διοικητικού κέντρου. 
     Ωστόσο, δεδομένου ότι η νύμφη Μελία ήταν προστάτιδα της φύσης, που θα ήταν λιγότερο πιθανό να είχε αφιερωθεί ένας τόπος με διοικητικό ή πολιτικό χαρακτήρα αποκλειστικά σε αυτήν, καθώς η λατρεία των νυμφών συνδεόταν κυρίως με φυσικά τοπία και όχι με οργανωμένες αστικές ή διοικητικές δομές, παρ' όλα αυτά, υπάρχουν ιστορικά παραδείγματα όπου λατρευτικές σχέσεις με νύμφες ενσωματώθηκαν σε κοινωνικές, πολιτιστικές και ακόμη και διοικητικές δομές, γεγονός που ενδέχεται να συνέβη και στην περίπτωση αυτή της Μέλιανης.
     Συνεπώς, δεν είναι απίθανο να είχε αφιερωθεί ένας τόπος, όπως η Μέλιανη, στη νύμφη Μελία, ακόμη και αν είχε και άλλες λειτουργίες πέρα από τη λατρεία και τα παραδείγματα είναι πολλά.

        Επιπλέον, στην Κεφαλονιά, το λιμνοσπήλαιο της Μελισσάνης, γνωστό και ως "Σπήλαιο των Νυμφών", συνδέεται με νύμφες και νερό, υποδεικνύοντας μια πιθανή λατρευτική σχέση με τις Μελίες.

         Ενώ δεν υπάρχουν συγκεκριμένοι γνωστοί ναοί αφιερωμένοι στη νύμφη Μελία, η παρουσία τοπωνυμίων και φυσικών τοποθεσιών που φέρουν το όνομά της ή σχετίζονται με νύμφες γενικότερα, υποδηλώνει ότι υπήρχαν περιοχές όπου οι νύμφες τιμούνταν ή συνδέονταν με τοπικές παραδόσεις και λατρείες.

     Η Μέλιανη: Μύθος και Μνήμη πριν την Ιστορία

         Λοιπόν, γύρω στο 120 μ.Χ., όταν ο αυτοκράτορας Αδριανός ίδρυσε την πόλη του, η ονομασία της Μέλιανης ως σύμβολο μυθικού στοιχείου, φαίνεται πως παρέμεινε αμετάβλητη. Και τότε γεννιέται εύλογα η σκέψη πως η Μέλιανη δεν ήταν δημιούργημα της ρωμαϊκής ισχύος, αλλά προϋπήρχε, όχι απλώς ως γεωγραφικός τόπος, αλλά ως ιερό αποτύπωμα, ένα μυθικό μνημείο χαραγμένο στο τοπίο, ίσως κρυμμένο μέσα σε πυκνά δάση ή περιτριγυρισμένο από μελιές. Ένας τόπος αφιερωμένος στη νύμφη Μελία και στις αρχέγονες μορφές της τοπικής παράδοσης.

    Και είναι λογικό να υποθέσει κανείς πως ο αυτοκράτορας Αδριανός,  γνωστός για τον σεβασμό του προς το παρελθόν, δεν θα παρέκαμπτε έναν τόπο με τόσο έντονα μυθικά στοιχεία όπως η Μελία. Αντιθέτως, είναι πιθανό να διείδε τη βαθιά σημασία του και, αντί να τον αποσιωπήσει, να τον ενσωμάτωσε, προσδίδοντάς του νέο κύρος και λαμπρότητα. Εκεί, στη σκιά της Μελίας, είτε ως Μέλιανη είτε ως Πέλανη, να ίδρυσε την Αδριανούπολη, με τρόπο που θα τιμούσε όχι μόνο τον ίδιο τον μύθο, αλλά και το όνομά του; Έχτισε, δηλαδή, τη νέα πόλη πάνω στο αποτύπωμα της παλαιάς, μετατρέποντας τη Μέλιανη σε σύμβολο μιας σύνθεσης  του παλιού που υπηρετεί το νέο και  έτσι απέδωσε ιστορικό βάρος στον τόπο, και ταυτόχρονα άφησε μέσα στο άγραφο, αλλά ισχυρό  αρχείο της μνήμης, τα ίχνη ενός μύθου που, από τότε, δεν έπαψε να φέρει μαζί του και το δικό του όνομα;

      Έτσι, η Μέλιανη φαίνεται να εντάσσεται αρμονικά στον ιστό των επτά τοπωνυμίων της Ρίζας, που απλώνεται στην ανατολική πλευρά της μεγάλης πεδιάδας της Δρόπολης, τον Πελάκον, τα Μπουράτα, την Εσοχή, το Γκριότι, την Αλατισιά, τη Ρίζα. 
        Όλα μαζί συνθέτουν ένα μεγάλο τοπικό κοσμολογικό αφήγημα, τον μύθο της μετάλλαξης του κόσμου, της μετάβασης από το Χάος στην Τάξη.

    Ίσως, τελικά, η Μέλιανη να χτίστηκε σε δύο περιόδους: η πρώτη, για να τιμηθεί η Μελία και ό,τι εκείνη ενσάρκωνε για τους προαιώνιους κατοίκους της Ρίζας, η δεύτερη, όταν η παρουσία του Αδριανού πρόσθεσε σ' αυτόν τον τόπο τον λίθο της ρωμαϊκής εξουσίας, χωρίς όμως να σβήσει τον μύθο, αλλά αναδεικνύοντας το ιερό που ένωνε τον ουρανό με τη γη.


    Για να επιβεβαιωθεί ή να απορριφθεί η εικασία μου αυτή, που βέβαια παραμένει απλώς μια εικασία, θα πρέπει να διερευνηθεί η ύπαρξη σχετικών στοιχείων στις πέτρινες ζωγραφιές και τα ψηφιδωτά της περιοχής, τα οποία ελπίζω να διασώζονται ακόμη στη Μέλιανη. Τότε, πριν από πενήντα ή εξήντα χρόνια, όταν ήμουν μικρό παιδί, γύρω στα επτά, οκτώ, ίσως και δέκα χρονών, είχα βρεθεί εκεί επιτόπου, τα κοιτούσα περισσότερο με θαυμασμό παρά με κατανόηση. Χάζευα τις μορφές, τα σχήματα, τα χρώματα. Δεν μπορούσα, φυσικά, να συνειδητοποιήσω τη σημασία τους.

     Μετά από τόσα χρόνια, είναι πολύ πιθανό να έχουν καλυφθεί με χώμα ή να έχουν αλλοιωθεί από τη φθορά του χρόνου και να μην είναι πλέον ορατά.        Κι όμως, αν διασωθεί κάποιο ίχνος τους, θα ήταν σημαντικό να αναλυθεί αν απεικονίζονται μορφές που σχετίζονται με τη νύμφη Μελία ή αν παρουσιάζονται ομοιότητες με άλλες γνωστές μορφές νυμφών.

        Αν κάτι τέτοιο αποδειχθεί, τότε ίσως η Μέλιανη να μην ήταν απλώς ένας τοπικός οικισμός, αλλά να αποτελούσε μια τοπική εκδοχή ενός ιδιαίτερα σημαίνοντος χώρου, με ρόλο κοινωνικό, θρησκευτικό και, σε μεταγενέστερους χρόνους, ίσως και διοικητικό, στενά συνδεδεμένου με την ίδια την πόλη της Αδριανούπολης.

    Η παρουσία της νύμφης Μελίας, της νύμφης των δασών, της ζωογόνου φύσης και της αρμονίας, θα μπορούσε να λειτουργεί ως σύμβολο αυτού του χώρου, υπογραμμίζοντας τον ιδιαίτερο ρόλο της Μέλιανης μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της Αδριανούπολης.

    Άλλωστε, η συνύπαρξη των δύο αυτών τοπωνυμίων καταγράφεται ιστορικά στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, όπως μαρτυρά και η σχετική αναφορά: «...ην πόλις κτισθείσα τω 120 μ.Χ. υπό Αδριανού, ταύτης δε καταστραφείσης αναδείχθη τω 550 μ.Χ.». Η φράση αυτή αποτυπώνει την ιστορική συνέχεια, την καταστροφή και την αναγέννηση, όπου το νέο αναδύεται από τα ερείπια του παλιού και ίσως, σε αυτή την αναγέννηση, η Μέλιανη να διατήρησε μια μνήμη, μια παρουσία, ή έστω έναν υπαινιγμό του ιερού.

       Είναι προφανές πως στο μέλλον θα υπάρξουν περισσότερες ευκαιρίες και ερευνητικές δυνατότητες, οι οποίες ενδέχεται να φέρουν στο φως ξεχασμένα μυστικά και να συμπληρώσουν την εικόνα του παρελθόντος, φωτίζοντας νέες, άγνωστες έως τώρα, πτυχές της τοπικής ιστορίας.

        Η ταυτοποίηση, φυσικά, ανήκει στους αρχαιολόγους. Μόνον η αρχαιολογική έρευνα μπορεί να απαντήσει με ασφάλεια στο ερώτημα αν η Μέλιανη υπήρξε ξεχωριστή πόλη ή αν αποτελούσε απλώς μια προέκταση, έναν συνοικισμό ή και έναν ειδικό λειτουργικό τομέα της ίδιας της Αδριανούπολης  ή  αλλιώς, της αρχαίας Δρυϊνουπόλεως.

       Τα ερείπια που σώζονται ακόμη και σήμερα στέκουν εκεί σαν αδιάψευστοι μάρτυρες μιας εποχής περασμένης, μα όχι ξεχασμένης. 
    Αν πράγματι ταυτίζονται με τη χρονολογία της ίδρυσης της Αδριανούπολης, «…ην πόλις κτισθείσα τω 120 μ.Χ. υπό Αδριανού, ταύτης δε καταστραφείσης αναδείχθη τω 550 μ.Χ.» τότε ίσως να βρισκόμαστε μπροστά σε έναν αρχαιολογικό κόμβο όπου η παλαιά πόλη μεταμορφώνεται ή αναγεννάται με νέες ονομασίες, νέα σχήματα, αλλά με συνεχιζόμενη μνήμη.

       Η Μέλιανη, σε αυτό το πλαίσιο, δεν θα είναι απλώς ένας χαμένος τόπος, αλλά ένας κρίκος στην ιστορική αλυσίδα που συνδέει τις μυθικές μνήμες των νυμφών με τις ιστορικές καταγραφές της ρωμαϊκής εποχής. Μια γέφυρα ανάμεσα στο φυσικό και το πολιτισμικό, στο ιερό και το κοινωνικό, στον μύθο και την αρχαιολογία.


ΑΠΟ ΤΥΧΑΙΕΣ ΓΕΩΡΓΙΚΕΣ ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ

Αρχαία ευρήματα στην περιοχή της Ρίζας 

        Τη δεκαετία του 1970, κατά την εκτέλεση έργων για το άνοιγμα του καναλιού που συνέδεε τις δύο τεχνητές λίμνες της Γλύνας με τη Βράχογοραντζή, αποκαλύφθηκαν τεράστιες πέτρες, οι οποίες πιθανόν να ανήκουν σε προχριστιανικές εποχές.
      Οι ανασκαφές και τα έργα με βαρέα μηχανήματα έφεραν στο φως αυτά τα πετρώματα, που ενδέχεται να αποτελούν τμήμα αρχαίων μνημείων ή κατασκευών.
        Το 1972, κατά τη διάρκεια αγροτικών εργασιών, ανακαλύφθηκε το άγαλμα του Προμηθέα στη θέση «Μπάμπα» της Γλύνας. Το άγαλμα παραδόθηκε αμέσως στις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες από τον δάσκαλο Θανάση Κυρίτση, ο οποίος το αναγνώρισε ως παράσταση του Προμηθέα.        
      Επιπλέον, σύμφωνα με τον Γιώργο Γκίκα, και άλλα αρχαία αντικείμενα βρέθηκαν στα Χάνια της Επισκοπής.

            Παρά τη σημασία αυτών των ευρημάτων, η πλειονότητά τους είτε δεν έχει μελετηθεί διεξοδικά από τους αρχαιολόγους, είτε δεν έχει δημοσιοποιηθεί επίσημα η ερμηνεία και ο προσδιορισμός τους. Τα περισσότερα από αυτά προέκυψαν από τυχαίες γεωργικές εργασίες και όχι από συστηματική ανασκαφή, γεγονός που δυσχεραίνει την ακριβή τοποθέτησή τους στο ιστορικό πλαίσιο.

           Ένα ακόμη μεγάλο μυστήριο παραμένει άλυτο στην περιοχή της Άνω Επισκοπής, όπου στον κάμπο εντοπίστηκαν μαρμάρινα τμήματα που φαίνεται να ανήκουν σε σαρκοφάγο ίσως προαρχαίων ελληνικών χρόνων. Αυτά τα ευρήματα ενισχύουν την πεποίθηση ότι η περιοχή κρύβει ακόμα πολλά μυστικά και θησαυρούς που περιμένουν την αποκάλυψή τους.

        Αν και η ανακάλυψη αυτών των μνημείων υποδηλώνει την ύπαρξη σημαντικού αρχαιολογικού πλούτου, η ακριβής χρονολόγηση και η ιστορική τους ταυτοποίηση παραμένουν ζητήματα που απαιτούν περαιτέρω μελέτη.

         Η ανατολική περιοχή της κοιλάδας διέθετε άφθονο νερό και φυσικούς πόρους, με δρυς που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες των κατοίκων, αφού το ξύλο τους χρησιμοποιούνταν για καύση και παραγωγή πρώτων υλών. 
     Η παρουσία αυτών των στοιχείων υπογραμμίζει τη στρατηγική και πολιτιστική σημασία της περιοχής κατά την αρχαιότητα.

       Η πλήρης κατανόηση και αποκάλυψη των ιστορικών πτυχών της περιοχής είναι ζήτημα που ανήκει στους ειδικούς αρχαιολόγους, οι οποίοι θα μπορέσουν να αναλύσουν διεξοδικά τα ευρήματα και να τα εντάξουν στο ευρύτερο πολιτισμικό και ιστορικό πλαίσιο.


ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΥΘΟΥΣ ΣΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

 Εκεί όπου κάποτε άνθισαν δύο αρχαίες πόλεις, η Δρυϊνούπολη, γνωστή και ως Αδριανούπολις κατά την εποχή του Αδριανού, και η Κλαυδιανή, επί της βασιλείας του Κλαυδίου,  ξεδιπλώνεται σήμερα η αθέατη ιστορία της περιοχής.


Τα νέα θεμέλια νέων πόλεων πάνω σε παλαιότερα προ ελληνικά θρησκευτικά μυθικά μνημεία; 

       Διαβάζοντας τα έργα των Αραβαντινού, Ζώτου και Μυστακίδη, ανακύπτει ένα σημαντικό ερώτημα:
Ποια ήταν αυτή η πόλη, της οποίας η ακριβής γεωγραφική θέση δεν αναφέρεται με σαφήνεια, ενώ ο λαός διατήρησε και μετέφερε μόνο την πληροφορία, χωρίς να την κατονομάσει, περνώντας την στην επόμενη γενιά με την εξής διατύπωση:
«Από το Ραδάτες ως τη Βράχογοραντζή υπήρχε μια μεγάλη άγνωστη αρχαία πόλη που καταστράφηκε από πολέμους…»

    Ο Αραβαντινός γράφει σχετικά:
«…η επισκοπή αυτής αξία μετά την ερίμωση της μετέθη εις το Αργυρόκαστρον…»

     Η Δρυϊνούπολις ή Αδριανούπολις, λοιπόν, πού βρισκόταν;
Σύμφωνα με την περιγραφή του Αραβαντινού, τον Ζώτο και τον Μυστακίδη, η επισκοπή που μεταφέρθηκε στο Γαρδή εκείνη την εποχή είναι η Επισκοπή Τεγάτες. 
     Έτσι, μπορούμε να συμπεράνουμε πως ο Αραβαντινός αναφέρεται στην επισκοπή της πόλης Δρυϊνούπολις ή Αδριανούπολις, η οποία, μετά την καταστροφή της, μετέφερε την έδρα της στο Γαρδή.

       Η πόλη αυτή, γνωστή ως Δρυϊνούπολις ή Αδριανούπολις, φαίνεται να ταυτίζεται με την αρχαία εκείνη πολιτεία που η τοπική προφορική παράδοση διατήρησε στη μνήμη, λέγοντας πως «παλιά, από το Ραδάτες ως τη Βράχογοραντζή, υπήρχε μια μεγάλη πόλη που καταστράφηκε από πολέμους και διενέξεις».
       Ωστόσο, το ζήτημα περιπλέκεται, καθώς στην περιοχή αναφέρονται δύο πόλεις, η Δρυϊνούπολις και η Κλαυδιανή, γεγονός που δεν επιτρέπει μια σαφή ταύτιση, εάν αυτή δεν επιβεβαιωθεί με ασφάλεια από τα αρχαιολογικά ευρήματα.
      Παράλληλα, το αμφιθέατρο των Σωφρατίκων έρχεται να προσθέσει νέα ερωτηματικά στην ιστορία, καθώς μέχρι στιγμής δεν έχει ταυτιστεί αν σχετίζεται με τη Δρυϊνούπολη ή με άλλη πόλη της περιοχής. Ενδεχομένως να πρόκειται για έργα της ίδιας εποχής, ενδέχεται όμως και να ανήκουν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Αν και στο θέατρο των Σωφρατίκων έχουν ήδη πραγματοποιηθεί ανασκαφές, τα στοιχεία που έχουν προκύψει δεν έχουν δημοσιευθεί πλήρως, αφήνοντας ασαφές αν πρόκειται για κατασκευή προελληνικών ή ρωμαϊκών χρόνων.
      Έτσι, η αβεβαιότητα παραμένει. Ωστόσο, ο χρόνος και η πρόοδος της επιστημονικής έρευνας και τεχνολογίας αναμένεται να δώσουν απαντήσεις. 
     Είναι βέβαιο πως οι μελλοντικές μελέτες, σε συνδυασμό με την αποκάλυψη νέων γραπτών ή αρχαιολογικών τεκμηρίων, αλλά και με τη ραγδαία πρόοδο της σύγχρονης τεχνολογίας, η οποία φαίνεται να εξελίσσεται με ταχύ ρυθμό σε όλες τις επιστήμες, θα επιταχύνουν τον χρόνο των αποκαλύψεων. 
      Η τεχνολογία, καθώς πλέον θα βρίσκεται στα χέρια του κοινού, δεν θα αφήνει περιθώρια απόκρυψης στοιχείων για προπαγανδιστικούς σκοπούς, ενώ θα συντελέσει στο να έρθουν στο φως και τυχόν σκόπιμες διαστρεβλώσεις του παρελθόντος. Έτσι, θα φωτιστούν σταδιακά τα ερωτήματα που μέχρι σήμερα παραμένουν αναπάντητα.

    Άρα, τα λίγα σωζόμενα κείμενα αναφέρουν μόνο ότι η επισκοπή που μνημονεύεται είναι η Επισκοπή Τεγάτες Δρυϊνούπολις, η οποία αποτελούσε τμήμα της πόλης, γνωστής επίσης ως Αδριανούπολις, χωρίς να προσδιορίζουν συγκεκριμένο χώρο. Μέχρι σήμερα δεν έχουν πραγματοποιηθεί ανασκαφές για να επιβεβαιωθεί η τοποθεσία της, αν και παλιά κτίσματα έχουν βρεθεί και ανασκαφτεί στο Αμφιθέατρο Σωφρατικών, το οποίο θεωρείται πιθανό να ταυτίζεται με τη Δρυϊνούπολη.

   Μετά της ΔρυϊνούπολιςΔρυνόπολις) της αρχαίας πόλης της Ηπείρου, η οποία άκμασε κυρίως κατά τη ρωμαϊκή εποχή, και ιδίως κατά τη βασιλεία του αυτοκράτορα Αδριανού (117–138 μ.Χ.), ο οποίος θεωρείται και ιδρυτής ή μεγάλος αναμορφωτής της πόλης. Σε κάποιες πηγές αναφέρεται και με το όνομα Αδριανούπολις, καθώς πιθανόν να ανασυστάθηκε ή αναβαθμίστηκε προς τιμήν του, πιθανόν να καταστράφηκε ή να ερημώθηκε σταδιακά κατά τους αιώνες μετά τον 5ο μ.Χ., λόγω επιδρομών και των ευρύτερων αλλαγών της εποχής στην περιοχή εμφανήζεται η 

Κλαυδιανή  Η Πόλη του Αυτοκράτορα Κλαυδίου

      Αν και στη λαϊκή παράδοση η Κλαυδιανή τοποθετείται σε μικρά τμήματα, διασκορπισμένα σε μεγάλη απόσταση, από το Ραδάτες έως και τη Νεπράβιστα, στο ρίζωμα κάτω από τις ράχες της περιοχής, η πόλη αυτή φέρεται να διέθετε πολλά αποσπασματικά στρατιωτικά τμήματα, εγκατεστημένα σε διάσπαρτα σημεία.

    Τέτοια στοιχεία όμως δεν έχουν ακόμη επιβεβαιωθεί με ιστορικά δεδομένα. Το αναφέρουμε απλώς ως καταγραφή της λαϊκής πληροφορίας, την οποία συγκεντρώσαμε και προωθούμε ως πηγή προς περαιτέρω έρευνα από τις επόμενες γενιές, που θα έχουν περισσότερες δυνατότητες και ευκαιρίες να τη διερευνήσουν μέσω επίσημων καταγραφών ή ανασκαφών, αν ποτέ προκύψουν.

    Η Κλαυδιανή (ή Κλαυδιανή Πόλις) ήταν αρχαία πόλη στην περιοχή της σημερινής Ηπείρου, η οποία πήρε το όνομά της από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα  Κλαύδιο  (41–54 μ.Χ.). Η ίδρυσή της ή η αναδιοργάνωσή της τοποθετείται στην περίοδο της βασιλείας του, δηλαδή στον 1ο αιώνα μ.Χ..

     Η πόλη πιθανώς λειτουργούσε ως διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο, ενισχύοντας την παρουσία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου και στα Βαλκάνια. Η θέση της στην επικράτεια εξυπηρετούσε τη διατήρηση της τάξης και την οργάνωση των τοπικών πληθυσμών.

     Η Κλαυδιανή άνθισε κυρίως τον 1ο και 2ο αιώνα μ.Χ., αλλά όπως και άλλες πόλεις της περιοχής, η ύπαρξή της φθίνει πιθανόν κατά τη μετάβαση στην ύστερη αρχαιότητα, λόγω των πολιτικών και κοινωνικών αναταράξεων της εποχής.

Εκτιμώμενη περίοδος καταστροφής:

     Η καταστροφή της Κλαυδιανής τοποθετείται κυρίως στον 6ο-7ο αιώνα μ.Χ., όταν οι επιδρομές των Σλάβων και των Αβάρων προκάλεσαν σημαντική αναστάτωση και ερήμωση πολλών πόλεων και οικισμών στην περιοχή της Βαλκανικής, μεταξύ αυτών και της Κλαυδιανής.

      Παρότι δεν έχουμε ακριβή χρονολογία, η πτώση της Κλαυδιανής εντάσσεται σ’ αυτήν την ευρύτερη περίοδο των μεγάλων μετακινήσεων και αλλαγών που σφράγισαν την ύστερη αρχαιότητα στη Βαλκανική.


ΤΕΓΑΤΕΣ

Φημολογείται στη λαϊκή παράδοση πως ο χώρος αυτός αποτελούσε οικόπεδο της Αγίας Σοφίας, και ότι εντός του τεγάζονταν  Σαράντα Εκκλησίες της Επισκοπής Δρυϊνουπόλεως, η οποία ακμάζει από τον 4ο έως τον 6ο αιώνα μ.Χ., γνωρίζοντας ιδιαίτερη άνθηση κατά την ύστερη αρχαιότητα και την πρώιμη βυζαντινή περίοδο.

Αν και η πληροφορία αυτή δεν έχει τεκμηριωθεί από αρχαιολογικές ή ιστορικές πηγές, καταγράφεται ως σημαντικό τεκμήριο της τοπικής μνήμης και διασώζεται στη συλλογική συνείδηση των κατοίκων της περιοχής.

Σύμφωνα με την ίδια παράδοση, οι εκκλησίες αυτές καταστράφηκαν σε μεταγενέστερους αιώνες, όταν ο χώρος παραχωρήθηκε σε Οθωμανούς αγάδες, οι οποίοι, κατά τα λεγόμενα των κατοίκων της περιοχής, προέβησαν στην πλήρη καταστροφή τους.

      Η ονομασία «Τεγάτες» προκαλεί ιδιαίτερη προσοχή στην περιοχή των Ριζών και ενισχύει την ανάγκη για περαιτέρω έρευνες.
      Δεν τίθεται ζήτημα για την ελληνικότητα της λέξης, καθώς από μόνη της «μιλάει» ελληνικά.
         Με το πέρασμα των αιώνων, η λέξη «Τεγάτες» παραμορφώθηκε σε «Τεγάτες» ή «Τεγκάτες», φαινόμενο που παρατηρείται σε πολλές τοπωνυμίες της περιοχής, λόγω των ξένων γλωσσικών επιρροών που έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους στο τοπικό ιδίωμα.

          Η παρουσία αυτής της ονομασίας στην ιστορική παράδοση, καθώς και η σύνδεσή της με συγκεκριμένες τοπικές περιοχές, δημιουργούν ένα ενδιαφέρον ερευνητικό πεδίο για την αναζήτηση των γεωγραφικών και ιστορικών στοιχείων που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν την ακριβή θέση και τη σημασία της πόλης ή της επισκοπής αυτής στην αρχαιότητα.

         Τα στοιχεία αυτά μπορεί να φωτίσουν άγνωστες πτυχές της ιστορίας της περιοχής και να συμβάλουν στην καλύτερη κατανόηση της εξέλιξης της τοπικής κοινωνίας και του πολιτισμού.

           Ως σήμερα, λίγα είναι τα ιστορικά στοιχεία για την ονομασία αυτή από τους παλαιούς ιστορικούς, και συνήθως αυτά αναφέρονται χωρίς τις λεπτομέρειες και τη ζωντάνια που προσδίδει η λαϊκή παράδοση της περιοχής.
       Αυτή η έλλειψη πληροφοριών δημιουργεί ένα σημαντικό κενό γνώσης, που αναδεικνύει την αναγκαιότητα της περαιτέρω ανασκαφής και μελέτης, με στόχο την αποκάλυψη των κρυφών και χαμένων πλευρών της ιστορίας αυτής.


  

Τεγάτες: Η Έδρα της Επισκοπής Δρυϊνουπόλεως

       Ιστορικά κείμενα αναφέρουν την ύπαρξη ενός χωριού με την ονομασία «Τεγάτες», το οποίο φαίνεται πως αποτέλεσε την έδρα της Επισκοπής Δρυϊνουπόλεως από την εποχή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού έως και την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

      Η σημασία αυτής της περιοχής ενισχύεται από το γεγονός ότι η Επισκοπή Δρυϊνουπόλεως είχε την έδρα της στους Τεγάτες, καθιστώντας την έναν σημαντικό θρησκευτικό και διοικητικό κόμβο κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής περιόδου.

        Ωστόσο, με τη μεταφορά της Επισκοπής από τους Τεγάτες, τα ίχνη της αρχικής έδρας χάνονται σταδιακά. Στη συνέχεια, στην ίδια περίπου περιοχή, εμφανίζεται το σημερινό χωριό Ραδάτες.

       Η έλλειψη επαρκών στοιχείων για τους Τεγάτες αφήνει μια αίσθηση μυστηρίου γύρω από τη θέση και τη σημασία της πόλης αυτής, ενώ παράλληλα ενισχύει την ανάγκη για αναζήτηση των χαμένων κομματιών της τοπικής ιστορίας και του πολιτισμού που συνδέονται με την περιοχή.

         Τα κενά αυτά, όμως, έρχονται να τα συμπληρώσουν οι πληροφορίες που έχει διασώσει η λαϊκή παράδοση, προσφέροντας πολύτιμα δεδομένα και σημαντικές κατευθύνσεις για την κατανόηση αυτής της ξεχασμένης ιστορίας.

        Μέσα από τις φήμες, τα τοπικά διηγήματα και τις αφηγήσεις των παλαιότερων, αντλούμε στοιχεία που, παρότι δεν τεκμηριώνονται πάντα με επιστημονικό τρόπο, διατηρούν τη ζωντανή σύνδεση με το παρελθόν και παρέχουν χρήσιμες ενδείξεις για τις ιστορικές διαδρομές και την εξέλιξη της περιοχής.

         Αυτές οι προφορικές μαρτυρίες αποτελούν γέφυρα ανάμεσα στη λησμονημένη ιστορία και την προσπάθεια ανασύνθεσής της, φωτίζοντας πτυχές που συχνά παραμένουν έξω από τα επίσημα αρχεία και τις γραπτές πηγές.

         

           Η λαϊκή παράδοση αναφέρει ότι στον συγκεκριμένο χώρο υπήρχαν σαράντα εκκλησίες περιτριγυρισμένες από τοίχο, όμως μέχρι σήμερα αυτές δεν έχουν ανακαλυφθεί και δεν υπάρχουν επίσημες αρχαιολογικές μαρτυρίες που να επιβεβαιώνουν την ύπαρξή τους.

        Επιπλέον, η πληροφορία ότι ο χώρος ενδεχομένως ανήκε στην Αγία Σοφία παραμένει αδιευκρίνιστη, καθώς δεν έχει επιβεβαιωθεί από ιστορικές ή αρχαιολογικές πηγές.

         Οι ιστορικές πηγές αναφέρουν τη μετακόμιση της Επισκοπής Δρυϊνούπολης στη Γαρδή, και φαίνεται πως οι Τεγάτες καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της μετακίνησης.

        Από την ανάλυση των στοιχείων, προκύπτει η εκτίμηση ότι οι Τεγάτες δεν ήταν απλώς ένα μικρό χωριό, αλλά πιθανότατα μια εκτεταμένη περιοχή που στέγαζε τις σαράντα εκκλησίες της Επισκοπής Δρυϊνούπολης, η οποία εκτεινόταν από την πηγή του Μάντζιφα στην Παναγία της Ελεούσας (Πιλακού ή Πελακού, δηλαδή Πελασγικόν, κοντά στο σημερινό όρος Μπουράτα) μέχρι τα νότια σύνορα του Ραδατιού με το Αργυροχώρι.

        
        Η χρονική περίοδος κατά την οποία η Επισκοπή Δρυϊνούπολης μετακόμισε και οι Τεγάτες καταστράφηκαν φαίνεται να συμπίπτει με την εξαφάνιση του ονόματος και των στοιχείων της πόλης από τη μνήμη της τοπικής κοινωνίας.

     Η εμφάνιση των Τούρκων στην περιοχή και η κυριαρχία των αγάδων φαίνεται να επιτάχυναν την καταστροφή των εκκλησιών αυτών, οι οποίες, σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, υπήρχαν στον συγκεκριμένο χώρο και παρέμειναν κατεστραμμένες από τότε, αφήνοντας μόνο ίχνη στις φήμες και τις αφηγήσεις της τοπικής κοινότητας.

      Η καταστροφή και η εγκατάλειψη της περιοχής συνέβαλαν στην αργή εξαφάνιση των ιστορικών και πολιτισμικών στοιχείων που την χαρακτήριζαν, δημιουργώντας ένα σκοτεινό κενό στο παρελθόν, το οποίο αναζητεί ακόμη απαντήσεις μέσω της λαϊκής μνήμης και της ιστορικής έρευνας.

Η τελευταία καταστροφή, που έπληξε ακόμη και τα λιγοστά απομεινάρια αρχαίων κτισμάτων σε πολλές περιοχές όπως και στον χώρο των Τεγάτων, συνέβη τη δεκαετία του 1970. Τότε, με το σύνθημα «Να μετατρέψουμε τα βουνά σε καρπερούς κάμπους», εξαφανίστηκαν και τα τελευταία ίχνη από τα θεμέλια των παλαιών αυτών εκκλησιών, στην πλαγιά από την Παναγία της Επισκοπής έως και πέρα, κοντά στα σύνορα με το Αργυροχώρι.


  Ήταν μια θλιβερή καταστροφή, εκτελεσμένη κατ’ εντολή της άθεης κομμουνιστικής κυβέρνησης, η οποία εκείνη την εποχή δεν δίστασε να αφανίσει ό,τι πολύτιμο αρχαιολογικό εύρημα είχε απομείνει. 


Όσα δεν έσωσε η λαϊκή πληροφορία, τα σώζει η ονομασία

Η λέξη «Τεγάτες» ή «Τεγκάτες», όπως συνηθίζεται να λέγεται στην περιοχή, φαίνεται να κρύβει μέσα της σημαντικά στοιχεία για την ιστορία και την ταυτότητα του τόπου. Παρά την έλλειψη πλήρων ιστορικών στοιχείων για την ύπαρξη ή την ακριβή θέση του χωριού, η ίδια η ονομασία φέρει μια αφηγηματική δύναμη, καταγράφοντας όσα η λαϊκή παράδοση δεν κατόρθωσε να διατηρήσει ζωντανά.

       Η αναφορά στις «σαράντα εκκλησίες» υποδηλώνει την ύπαρξη μιας περιοχής με πλούσια θρησκευτική κληρονομιά, που αναδεικνύει τη σημασία του τόπου στην τοπική κοινωνία, καθώς και τον ρόλο του ως κέντρο λατρείας και πολιτισμού, ενώ η λαϊκή παράδοση θέλει το χωριό να ήταν κάποτε «οικόπεδο της Αγίας Σοφίας» που συνδέει την περιοχή με την Κωνσταντινούπολη και τη σπουδαία θρησκευτική κληρονομιά της, προσδίδοντας στην ονομασία «Τεγάτες» μια ιστορική διάσταση που παραπέμπει σε σημαντικούς θρησκευτικούς χώρους και ιερά.

      Παρότι αυτά, τα στοιχεία που δεν έχουν καταγραφεί επισήμως στις ιστορικές πηγές, διασώζονται μέσα από την τοπική παράδοση και την ονοματολογία, δείχνοντας την ισχύ της γλώσσας ως φορέα μνήμης και ιστορίας του τόπου.

      Η λέξη «Τεγάτες» φαίνεται να προέρχεται από το αρχαίο «τέγος», που σημαίνει στέγη ή στέγαση. 
     Η έννοια του όρου «(Σ)τεγάτες» μπορεί να σχετίζεται με τη στέγαση ή τον χώρο όπου βρίσκονταν οι σαράντα εκκλησίες της Επισκοπής Δρυϊνούπολης, οι οποίες πιθανώς να υπήρχαν εντός του οικοπέδου που ανήκε στην Αγία Σοφία, αν και αυτή η υπόθεση δεν έχει επιβεβαιωθεί ακόμα από επίσημες πηγές.

Ο Ευάγγελος Μαντουλίδης, στο «Ετυμολογικό Λεξικό Αρχαίας Ελληνικής» (σελ. 215), αναφέρει:
Τέγος, - εος, τό - σκεπή, δωμάτιο. Αντί στέγος τοῦ στέγω, με πολλά παράγωγα.

      Αυτή η ετυμολογία προσφέρει ένα βασικό κλειδί για την κατανόηση της ονομασίας, που δεν είναι απλώς τυχαία, αλλά άμεσα συνδεδεμένη με την έννοια της «στέγης», δηλαδή του τόπου όπου «στεγάζονται» σημαντικά ιστορικά και θρησκευτικά μνημεία και κοινότητες.


Η Σπηλιά της Ελεούσας: Μια Θεολογική και Πολιτιστική Κληρονομιά στην Καρδιά της Παράδοσης

       Σύμφωνα με τις αφηγήσεις των γεροντότερων, λίγο πάνω από τον Ναό της Παναγίας της Ελεούσας, στην ομώνυμη σπηλιά του ασκητή, κατά περιόδους καταστροφών της περιοχής, κρύφτηκε και διασώθηκε η εικόνα της Παναγίας της Ελεούσας. 
        Το γεγονός αυτό προσδίδει στη σπηλιά έναν ιδιαίτερο ιερό και μυστηριακό χαρακτήρα, ενισχύοντας τη θρησκευτική και πολιτιστική σημασία της περιοχής.
     Η σπηλιά, που βρίσκεται στον λάκκο πάνω από τον Ναό, είναι γνωστή στους ντόπιους με την ονομασία «Ελεούσα».
       Η λέξη αυτή φέρει βαθιά θρησκευτική σημασία, καθώς αποτελεί τίτλο της Θεοτόκου, που εκφράζει την έννοια του ελέους και της συμπόνοιας.

 

Η σπηλιά του ασκητή, στο λάκκο της Ελεούσης Πιλακού πάνω από τον Ναό της Παναγίας Θεοτόκου Επισκοπής, που την πληροφορία αυτή, την έσωσαν και την μολογούνε οι Πισκοπιανοί.

     Η ύπαρξη μιας σπηλιάς με τέτοιο όνομα λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στη φυσική πραγματικότητα και την πνευματική κληρονομιά της περιοχής, ενισχύοντας την πίστη και τη λατρεία των κατοίκων.

       Κατά την τοπική παράδοση, η σπηλιά αυτή ήταν τόπος ασκητισμού, όπου έζησε ένας ασκητής. 
        Η σύνδεση αυτή προσδίδει στο χώρο μια ατμόσφαιρα πνευματικής αναζήτησης και αυτοσυγκέντρωσης, που αποτελεί σημαντικό στοιχείο της τοπικής θρησκευτικής ταυτότητας.

      Η σπηλιά της Ελεούσας, με το θρησκευτικό και πολιτιστικό της φορτίο, φωτίζει την έντονη σχέση των κατοίκων με τον τόπο τους και αποτυπώνει τη βαθιά σύνδεση με τη θρησκευτική παράδοση που διατηρείται μέχρι σήμερα.


          

        Μετά την καταστροφή των Τεγάτων, στην ίδια περιοχή αναδεικνύεται το μνημείο της σπηλιάς της Ελεούσας Πυλακού.

        Υποθέτουμε ότι ο ασκητής που κατάφυγε εκεί, στον απόκρυφο λάκκο του βράχου, βρήκε το πιο ασφαλές καταφύγιο· και σε αυτό το κρυφό σπήλαιο έκρυψαν την εικόνα της Παναγίας της Ελεούσας, προκειμένου να τη σώσουν από την καταστροφή.

    Πιθανότατα, όλα αυτά συνέβησαν αμέσως μετά την πτώση της Αδριανούπολης και την οριστική εξαφάνιση των Τεγάτων: τότε που η ερειπωμένη Επισκοπή και οι καταστραφείσες εκκλησίες άφηναν τα ιερά τους απομεινάρια στους ντόπιους, ώσπου ο ασκητής αναζήτησε μέσα στη σιωπή της σπηλιάς τον μοναδικό ασφαλή χώρο διάσωσης.


Η Παναγία Ελεούσα στην Εκκλησιαστική και Βυζαντινή Παράδοση

     Κατά την εκκλησιαστική και βυζαντινή ιστορία της εικόνας, ο εικονογραφικός τύπος της Παναγίας Ελεούσας (ή «Ελεούσα») εμφανίζεται ήδη από τον 6ο αιώνα μ.Χ. Οι πρώτες γνωστές απεικονίσεις της εντοπίζονται στη βυζαντινή τέχνη και μαρτυρούν όχι μόνο την παλαιότητα, αλλά και τη θεολογική βαρύτητα του συγκεκριμένου τύπου.

     Η Παναγία Ελεούσα απεικονίζεται να κρατά με στοργή στην αγκαλιά της τον Χριστό, ενώ Εκείνος ακουμπά απαλά το πρόσωπό του στο δικό της. 
 Η στάση αυτή αποπνέει έντονο συναισθηματισμό και εκφράζει έναν πνευματικό δεσμό ανάμεσα στη Μητέρα και τον Υιό, μεταφέροντας μηνύματα αγάπης, τρυφερότητας και θείας οικειότητας.

     Με βάση αυτή τη χρονολογική και εικονογραφική παράδοση, η εικόνα της Παναγίας Ελεούσας της Επισκοπής μπορεί εύλογα να συσχετιστεί με τις πρώιμες εμφανίσεις του τύπου.
    Τα σωζόμενα στοιχεία που έχουν βρεθεί στον ναό της Παναγίας Επισκοπής, σε συνδυασμό με ιστορικές αναφορές, ενισχύουν την άποψη ότι η εκκλησία χρονολογείται ήδη από τον 6ο αιώνα, κατά τη βασιλεία του Ιουστινιανού. 
  Συνεπώς, η εικόνα της Παναγίας Ελεούσας που σχετίζεται με τον συγκεκριμένο ναό είναι πιθανό να ανάγεται στην ίδια εποχή, αντανακλώντας τις πρώιμες φάσεις της βυζαντινής εικονογραφικής παράδοσης.


Κύρια σημεία: 

     Ο όρος "Ελεούσα" προέρχεται από το "ελεήμων"   δείχνει την Παναγία ως γεμάτη έλεος και μητρική στοργή.  


   Μετά την καταστροφή αυτή, στην ίδια θέση όπου βρισκόταν ο παλαιότερος προχριστιανικός ναός (κατά την παράδοση γύρω στο 619 μ.Χ.), αναφέρουν πως επί Ιουστινιανού χτίστηκε ο νέος ναός της Γέννησης της Παναγίας, γνωστός ως Ελεούσα της Επισκοπής.

   Η σπηλιά του ασκητή, η «Σπηλιά του Πυλακού», βρίσκεται λίγο ψηλότερα από τον ναό της Παναγίας της Επισκοπής και διατήρησε τον χαρακτήρα της ως σημείο αναφοράς και λατρείας για τους κατοίκους.           Μέσα στην «Πυλακού», η οποία ονομάστηκε έτσι από τον ασκητή (πυλ-ακός = γέροντας πλακός, π. χ. «πελασγικόν»), η πίστη έβρισκε καταφύγιο στα δύσκολα χρόνια των επιδρομών και των καταστροφών.

      Παρά τις επανειλημμένες εχθρικές επιδρομές, ο ντόπιος λαός κατόρθωσε να διασώσει τα μνημεία και τις εικόνες της Παναγίας, που σήμερα μαρτυρούν αδιάψευστα τη διαχρονική θρησκευτική παράδοση της περιοχής.

     Σε παλαιά κείμενα, όπως του Νικόλα Μυστακίδη, στους Τεγάτες αναφέρεται ρητά και η τοποθεσία «Πιλακού Ελεούσης», «Πιλακού» λοιπόν, κατά τον τοπικό λόγο, σήμαινε τον παλιό γέροντα (πελακός), τον ασκητή της σπηλιάς, και συνδέθηκε συμβολικά με το ιερό βουνό που φύλαγε την εικόνα της Ελεούσας.

Η Παναγία Ελεούσας Γενέσιο της Θεοτόκου της Επισκοπής   

      Στην Παναγία αναφέρεται επίσης ο τίτλος «Ελεούσα», ένας  από τους περίπου πεντακόσιους συμβολισμούς που η Παναγία έχει λάβει από τον λαό σε διάφορα σημεία του κόσμου.

      Η ονομασία «Ελεούσα» ενισχύει τον ρόλο της Θεοτόκου ως προστάτιδας και ελεήτριας, υπογραμμίζοντας τη φιλανθρωπία και το έλεός της.        Αυτή η θεολογική διάσταση συναντά άρρηκτα το τοπικό μυστήριο της σπηλιάς, όπου σύμφωνα με την παράδοση, έμεινε κρυμμένη η ιερή εικόνα της Παναγίας της Ελεούσας, διασωζόμενη από τις καταστροφές.

     Έτσι, η σπηλιά δεν αποτελεί απλώς φυσικό καταφύγιο, αλλά και ζωντανό σύμβολο της ελεημοσύνης της Θεοτόκου, που, ακόμη και στα πιο ζοφερά χρόνια, φύλαγε την παρουσία της μέσα σε βράχους και σκοτάδι, και προστάτευε τους πιστούς της.

       
Οι ιστορικοί αναφέρουν ότι ο Αλέξιος Κομνηνός, αυτοκράτορας του Βυζαντίου, προίκισε την Παναγία της Επισκοπής και του Λαμπόβου με φλουριά, μια κίνηση που υπογραμμίζει τη σημασία και την ευλάβεια με την οποία αντιμετωπίζονταν αυτές οι δύο Παναγίες, ακόμη και από τον ίδιο τον αυτοκράτορα. 
     Η Παναγία του Λαμπόβου του Τίμιου Σταυρού και η Παναγία της Επισκοπής στον ιερό  χώρο  των Τεγάτων, αναδεικνύουν όχι μόνο τον θρησκευτικό τους ρόλο αλλά και τη σύνδεσή τους με την ιστορική διαδρομή της περιοχής των Ριζών.  
       Δε θέλω να εισέλθω στην ιδιότητα των αρχαιολόγων, καθώς αυτοί είναι οι ειδικοί που επιβεβαιώνουν τα ιστορικά στοιχεία.
    
Ωστόσο, κατά τη δική μου εκτίμηση, χωρίς να είμαι ειδικός, συμπεραίνω πως η Παναγία της Επισκοπής είναι χτισμένη σε δύο διαφορετικές περιόδους και έχει ανακαινιστεί σε διάφορες εποχές λόγω φθοράς.
      
      Ωστόσο, αν και η λαϊκή αυτή πληροφορία, αναφερόμενη στις   εκκλησίες της Παναγίας, αναφέρει ότι χτίστηκαν επί Κομνηνού, πιθανότατα έχει χαθεί από τη μνήμη του λαού ότι, τουλάχιστον η Παναγία Επισκοπής και ο Λαμπόβος, χρονολογούνται επί Ιουστινιανού και επεκτάθηκαν επί Κομνηνού. 


        Η πρώτη φάση της Παναγίας της Ελεούσας Επισκοπής τοποθετείται στην εποχή του Ιουστινιανού. Το νότιο τμήμα του ναού, το οποίο φαίνεται να έχει οικοδομηθεί πάνω σε προχριστιανικό τέμενος, παρουσιάζει διαφορετικά αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά από τα υπόλοιπα μέρη του.
      Είναι γνωστό πως οι ναοί της Παναγίας συχνά ανεγείρονταν πάνω σε παλαιότερα ιερά της Αθηνάς ή της Δήμητρας, στο πλαίσιο μιας μετατόπισης του ιερού από την αρχαία στη χριστιανική λατρεία.


   Το ύφος αυτής της σκαλιστής πέτρας παραπέμπει ισχυρά στην παλαιοχριστιανική ή πρώιμη βυζαντινή περίοδο, δηλαδή περίπου 4ος–7ος αιώνας μ.Χ.. Συγκεκριμένα:
  • Οι ρόδακες και τα επαναλαμβανόμενα γεωμετρικά μοτίβα είναι χαρακτηριστικά της παλαιοχριστιανικής διακοσμητικής γλυπτικής που βρίσκουμε σε τέμπλα, επιτύμβιες πλάκες, κιβώρια και μαρμάρινα στοιχεία ναών εκείνης της περιόδου.

  • Η τεχνική και η πυκνότητα της διακόσμησης είναι επίσης συμβατές με πρώιμα χριστιανικά εργαστήρια, κυρίως σε περιοχές όπως η Εύβοια, η Αργολίδα, τα νησιά του Αιγαίου και η Κρήτη.

  Γι’ αυτό και είναι εύλογο να πιθανολογηθεί ότι ο ναός οικοδομήθηκε πάνω σε έναν από τους δύο αυτούς προχριστιανικούς ναούς που προϋπήρχαν στην περιοχή.

__________________________________

Κατά τον Ιωάννης Βιταλιώτης, Ερευνητής στο Κέντρο Έρευνας της Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Τέχνης της Ακαδημίας Αθηνών: 

«Αναφορικά με τον ναό της Επισκοπής Δροπόλεως, όπως είναι γνωστός στην αρχαιολογική βιβλιογραφία, αυτός μπορεί να χρονολογηθεί, στην παρούσα μορφή, στους μετά εικονομαχικούς χρόνους,  γύρω στον 10ο αιώνα. Κάποιες σημαντικές υστεροβυζαντινές προσθήκες στη βόρεια πλευρά, μπορούν να τοποθετηθούν στον 14ο αιώνα. Ορισμένες τοιχογραφίες ανάγονται στον ύστερο 15ο αιώνα.

Η μία επιγραφή  είναι από τον Χριστό Παντοκράτορα και αποτελεί συμφυρμό δύο διαφορετικών ευαγγελικών χωρίων, Κατά Ιωάννην 7,24, Κατά Ματθαίον 6,14: ΜΗ ΚΡΙΝΕΤΑΙ ΚΞΑΤ ΟΨΗΝ ΑΛΛΑ ΤΗΝ ΔΙΚΑΙΑΝ ΚΡΙΣΗΝ ΚΡΙΝΑΤΑΙ Κ(αί) ΕΑΝ ΑΦΗΤΕ ΤΑ ΠΑΡΑΠΤΟΜΑΤΑ ΤΟΙΣ ΑΝ(θρώποις)..                                 

 Η δεύτερη επιγραφή μνημονεύει τη νέα τοιχογραφηση του ναού με πρωτοβουλία του επισκόπου Συμεών, η οποία ολοκληρώθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου του έτους 7019 (βυζαντινή χρονολογία, από κτίσεως κόσμου, αφαιρούμε το 5509, αφού είναι Σεπτέμβριος, δηλαδή ο πρώτος μήνας του βυζαντινού έτους, και μας δίνει το έτος 1510). Και αυτή η επιγραφή είναι δημοσιευμένη. Προφανώς στις αρχές του 16ου αιώνα έγιναν σημαντικές ανακαινιστικές εργασίες στον ναό, κάτι που υποδηλώνει μία βελτίωση της κατάστασης στην ευρύτερη περιοχή για τους χριστιανικούς πληθυσμούς. Φυσικά, βρισκόμαστε ήδη στην Τουρκοκρατία, που για την περιφέρεια Αργυροκάστρου ξεκινά κάπου στα 1430...» 

Ιωάννης Βιταλιώτης
 Ερευνητής στο Κέντρο Έρευνας της Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Τέχνης της Ακαδημίας Αθηνών

__________________________________

  

 Αν και εδώ δεν έχω σκοπό να αναφερθώ εκτενώς σε αυτό το κομμάτι, το αναφέρω μόνο και μόνο ως ιστορικό χρονικό του Ναού, για τον οποίο έχουν γίνει ειδικές μελέτες από ειδικούς, και ήδη έχουν ανακοινωθεί πολλές σχετικές σκέψεις.




         Η Παναγία Γενέσιο της Θεοτόκου της Επισκοπής γιορτάζει στις 8 Σεπτεμβρίου, ημερομηνία αφιερωμένη στη γέννηση της Θεοτόκου, που αποτελεί σημείο αναφοράς και σημαντική εορτή στη χριστιανική παράδοση.
        Το γεγονός ότι λίγο πάνω από τον Ναό, στη σπηλιά του ασκητή, βρέθηκε κρυμμένη η εικόνα της Παναγίας της Ελεούσας  ενισχύει τον θρησκευτικό και πολιτιστικό χαρακτήρα της περιοχής και η Παναγία Γενέσιο της Θεοτόκου της Επισκοπής ειναι η Παναγία Ελεούσας της Γενέσιο της Θεοτόκου.

      Τα κυπαρίσσια που στέκονται ακόμη εκεί, στην Παναγία, φυτεύτηκαν το 1963 από τον παπά Γεώργιο Ζάρο, από τους Βουλιαράτες, ο οποίος εκείνη την εποχή λειτουργούσε τις εκκλησίες της Ρίζας — από τη Βράχογοραντζή έως και τους Ραδάτες

         Ίσως στο μέλλον ανακαλυφθούν κείμενα και μελέτες που η θα επιβεβαιώσουν ή θα ανατρέψουν αυτή την άποψη, ρίχνοντας νέο φως στην ιστορική και θρησκευτική σημασία του τόπου.

Καθώς ο επισκέπτης θα δροσίζεται σε μια από τις  βρύσες της Ρίζας, θα ακούσεις τον ψίθυρο του νερού που κυλάει στους πρόποδες των Μπουράτων. Αυτός ο τόπος δεν είναι απλά μια διαδρομή για τα πόδια, ούτε μόνο το γάργαρο νερό που αναβλύζει από τα έγκατά του. Είναι μια ζωντανή αφήγηση της δημιουργίας και της αναγέννησης του κόσμου.

Εδώ, στα εφτά μυθικά τοπωνύμια, το Πελακόν, που αργότερα έγινε Μπουράτα, η Εσοχή, όπου οι θεοί άνοιξαν με την οργή τους τα Τέβμπη, η Μέλιανη της νύμφης Μελίας που φέρνει το αίμα της γης και του ουρανού, το σκοτεινό Γκριότι που φυλά τις κρυφές σκιές, την Αλατισιά που όλα μαζί καθαγιάζουν το νέο κόσμο, η Ρίζα με βαθιά ριζωμένη γη ο ιερός τόπος της θεϊκής παρουσίας  που καταγράφεται ο μύθος της οργής των θεών και της ανατροπής.

  Η Δρινουπόλη και η Αδριανούπολη, που την χτίσανε και την καταστρέψανε, η σπηλιά της Ελεούσας που φύλαξε τα ιερά του τόπου και το προσκύνημα στην Παναγία Ελεούσης της Επισκοπής, οι Τεγάτες που χάθηκαν και αυτοί, όλα μαζί συνθέτουν ένα ιερό γεωγραφικό παζλ, μια παράδοση που αντιστέκεται στον χρόνο και στην αλαζονεία της ιστορίας.

       Η Ρίζα δεν είναι απλώς τόπος, είναι ένα ζωντανό σύμβολο της αλλαγής του παλιού κόσμου από το Χάος στην Τάξη.
      Οι ρίζες της είναι βαθύτερες από κάθε προσπάθεια ιστορικής παρέμβασης.
       Και όποιος τη διασχίσει ακούει το αρχέγονο ψίθυρο του παγκόσμιου μύθου να ψιθυρίζει πως:  

Από το χάος αναδύθηκε μια νέα τάξη, και η γη αυτή, αιώνια και ιερή, σφύζει από τη σοφία και τη μνήμη όλων των εποχών. Εδώ, όπου ο Θεός φύτεψε τη Ρίζα της νέας τάξης, οι δυνάμεις του παρελθόντος και του μέλλοντος συνυφαίνονται, δημιουργώντας έναν κόσμο που αναγεννάται αδιάκοπα μέσα από την καταστροφή και τη δημιουργία.

Χρήστος Γιάννης
6.7.2025

ΤΟ ΦΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΣΤΑΥΡΟ ΣΤΟ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΣΤΟ ΒΟΥΛΙΑΡΑΤΙ

      ΤΟ ΦΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΣΤΑΥΡΟ ΣΤΟ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΣΤΟ ΒΟΥΛΙΑΡΑΤΙ        Το Βουλιαράτι είναι ξακουστό χωριό και γνωστό πως  έχ...