Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2025

ΤΟ ΦΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΣΤΑΥΡΟ ΣΤΟ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΣΤΟ ΒΟΥΛΙΑΡΑΤΙ

   

ΤΟ ΦΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΣΤΑΥΡΟ ΣΤΟ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΣΤΟ ΒΟΥΛΙΑΡΑΤΙ

      Το Βουλιαράτι είναι ξακουστό χωριό και γνωστό πως  έχει την ευλογία του Αγίου Κοσμά που το ευλόγησε ως ένδειξη ευγνωμοσύνης για τη θερμή και εγκάρδια υποδοχή που του επιφυλάχθηκε. 
Ο Άγιος Κοσμάς ξαπόστασε κάτω από το πουρνάρι που βρίσκεται πάνω από τον Αηλιά. Ευλόγησε το δέντρο μαζί με το Βουλιαράτι, κι από τότε αυτό μοσχοβολά ως τις μέρες μας, για να θυμίζει την καλοσύνη του Αγίου προς τους καλοσυνάτους Βουλιαρατινούς, που του πρόσφεραν την αγάπη και τη δροσιά τους.
        Μέσα στο πέρασμα των αιώνων, το χωριό ανέδειξε σπουδαίους και μορφωμένους ανθρώπους, οι οποίοι διακρίθηκαν για τις γνώσεις, την παιδεία και το ήθος τους, κερδίζοντας τον σεβασμό και την εκτίμηση της κοινωνίας.
        Ένα χωριό που ξεχωρίζει για την καλοσύνη και την ευγένεια των ανθρώπων του, έναν τόπο που ανέδειξε αριστούχους μαθητές, διακεκριμένους επιστήμονες, καταξιωμένους γιατρούς, άριστους μηχανικούς και σεβαστούς καθηγητές. Μα, πάνω απ’ όλα, ένα χωριό με ανθρώπους που η κουβέντα τους είναι γλυκιά και μεστή, όπως λέει και ο λαός: “το στόμα τους στάζει μέλι”. Έτσι προβάλλεται το Βουλιαράτι στα μάτια του έξω κόσμου και της γύρω περιοχής. -Ευλογημένο χωριό!
       Κάπου εκεί τις δεκαετίες 1950-60 εκατοντάδες ξένοι εργάτες ήρθαν στο χωριό για να δουλέψουν στο ορυχείο φωσφόρου, που λειτουργούσε για μερικά χρόνια.
       Με το πέρασμα του χρόνου, οι άνθρωποι έγιναν ποιο γνωστοί ο ένας στον άλλο και οι σχέσεις τους έγιναν ποιο βαθιές και ουσιαστικές
    Αναμίχθηκαν οι σχέσεις ανθρώπων διαφορετικών πολιτισμών που οι ξένοι είχαν πολλά να κερδίσουν από τους ντόπιους καθώς εδώ μαθαίνανε τρόπους και εμπειρίες με αξίες, με πολιτισμικά στοιχεία από μία ανώτερη κουλτούρα από την δικιά τους.


      Το Βουλιαράτι εκπέμπει πολιτισμό και προσφέρει σε όλους τους φιλοξενούμενους κάτι πολύτιμο από την επαφή τους. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που, στο χωριό, βρήκαν την ευκαιρία να μάθουν και να μιλούν ελληνικά με τους κατοίκους.
   Μια ιδιαίτερη και δυσάρεστη εικόνα που έμενε χαραγμένη στη μνήμη των χωριανών ήταν αυτή του εικονοστασίου του Αγίου Κοσμά, όπου πολλές φορές είχαν δει ένα φίδι με έναν μαύρο σταυρό στο κεφάλι. 

     Δεν το πείραζαν, θεωρώντας το ιερό. Ακόμα και σήμερα, λίγοι είναι αυτοί που θυμούνται το γεγονός από προσωπική εμπειρία ή μαρτυρία άλλων. 
Οι περισσότεροι Βουλιαρατινοί σήμερα έχουν άγνοια του γεγονότος, αλλά η ιστορία, όσο κι αν ξεχνιέται, κάπου-κάποτε επανέρχεται, υπενθυμίζοντας παρελθοντικούς καιρούς, είτε από όσους τη ζήσαν είτε από μνήμες άλλων.
    
      Το φίδι αυτό με τον μαύρο σταυρό θεωρούνταν ιερό και δεν το πείραζαν. Το ίδιο ισχύει και για τα φίδια που συχνά εμφανίζονται στις αστράχες, το κενό σημείο όπου η σκεπή συναντά τον τοίχο, ή στις γρέντες (δοκάρια) των σπιτιών. Οι κάτοικοι της περιοχής δεν τα ενοχλούν, καθώς τα θεωρούν «φίδια του σπιτιού». Για αυτούς, αυτά τα φίδια αποτελούν ιερό σύμβολο προστασίας και ευημερίας.
      Μια μέρα, ένας από τους εργάτες του ορυχείου, που δεν πίστευε στη θρησκεία του Αγίου Κοσμά, μετακίνησε μια πέτρα από το εικονοστάσι του Αγίου. Κάτω από αυτήν, αντίκρισε το φίδι με τον μαύρο σταυρό και, χωρίς δεύτερη σκέψη, το σκότωσε.
       Όσοι ήταν παρόντες και είδαν το γεγονός με τα μάτια τους έμειναν άφωνοι και πάγωσαν από το σοκ. Το περιστατικό άφησε μια αίσθηση αναστάτωσης και φόβου στην κοινότητα, καθώς θεωρήθηκε  προμήνυμα.
     Ο φόβος, ο τρόπος και η αναστάτωση τους πάγωσαν, καθώς το περιστατικό θεωρήθηκε σοβαρή ιεροσυλία, κάτι που έφερε στην κοινότητα την πεποίθηση ότι αυτή η πράξη μπορούσε να φέρει την τιμωρία του Αγίου.
    Την επόμενη μέρα, ο εργάτης άρχισε να μην αισθάνεται καλά. Κρύες ρίγες τον διαπερνούσαν συνεχώς και το σώμα του ήταν καλυμμένο από έναν ανεξήγητο πόνο, ενώ η κατάστασή του χειροτέρευε με κάθε λεπτό που περνούσε. Η αδιαθεσία του έγινε πιο έντονη και η ανησυχία του έδινε τη θέση της σε τρόμο, καθώς κάτι δεν πήγαινε καλά. 
        «Βαρύ αμάρτημα», έλεγαν οι γριές του χωριού, κοιτάζοντας με σοβαρότητα την κατάσταση του εργάτη. Θεωρούσαν ότι η αρρώστια του ήταν η θεία τιμωρία για την πράξη του, μια ιεροσυλία που δεν μπορούσε να μείνει ατιμώρητη. Για εκείνες, η παραβίαση του ιερού και η προσβολή του Αγίου Κοσμά δεν ήταν απλώς μια πράξη αμέλειας, αλλά μια σοβαρή αμαρτία που είχε ως συνέπεια την κακή τιμωρία. Θεωρούσαν ότι η πράξη αυτή πρόσβαλε τη θεϊκή προστασία του Αγίου και έφερνε αρνητικά αποτελέσματα σε όποιον την διέπραττε, χωρίς έλεος.
       Μετά από μια εβδομάδα,  η είδηση πως ο εργάτης δεν κατάφερε να επιβιώσει, έφτα​​σε στο χωριό  που βυθίστηκε σε θλίψη και ανησυχία. 
      Οι γριές, με τη σοφία και την πίστη τους,  μουρμούριζαν χαμηλόφωνα και ψιθύριζαν μεταξύ τους κάνοντας το σταυρό  και με λύπη έλεγαν: 
«Δεν είναι τυχαίο. Είναι θαύμα του Αγίου και αυτό!»
     Το θεωρούσαν μια ξεκάθαρη απόδειξη της δύναμης του Αγίου, που προστατεύει το ιερό του και επιβάλλει τις συνέπειες σε όποιον το παραβιάσει. Το χωριό, βαθιά ριζωμένο στις παραδόσεις και την πίστη του, είδε την τραγωδία αυτή ως ένα αδιαμφισβήτητο μήνυμα για τη σημασία του σεβασμού και της πίστης στους ιερούς κανόνες και  υπενθύμισης την ανάγκη για πίστη και σεβασμό.



Χρήστος Γιάννης 
Αθήνα 5 Δεκεμβρίου 2016

Τελευταία σύνταξη 19.2.2025 

Κυριακή 17 Αυγούστου 2025

Η ΙΕΡΗ ΓΚΟΡΤΣΙΑ ΣΤΟΝ ΚΑΜΠΟ ΤΟΥ ΖΕΡΒΑΤΙΟΥ ΠΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΕ ΔΡΟΣΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΚΟΣΜΑ ΚΑΙ ΕΛΑΒΕ ΤΗΝ ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΟΥ.


Η ΙΕΡΗ ΓΚΟΡΤΣΙΑ  ΣΤΟΝ ΚΑΜΠΟ ΤΟΥ ΖΕΡΒΑΤΙΟΥ ΠΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΕ ΔΡΟΣΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΚΟΣΜΑ ΚΑΙ ΕΛΑΒΕ ΤΗΝ ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΟΥ.



Αγιογραφία του Αγίου Κοσμά κάτω από την Ιερή Γκορτσιά του Ζερβατιού
Δημιουργία και αφιέρωση του Χρήστου Γιάννη (18.8.2025), εμπνευσμένη από την αυθεντική φωτογραφία της Ιερής Γκορτσιάς (13.8.2013).

Η Γκορτσιά αυτή, ζωντανός μάρτυρας του χρόνου, κρατάει μέσα στα φύλλα της την ανάσα του Αγίου. Εκεί, μία καυτή καλοκαιρινή μέρα, πιθανόν του 1777, ο Άγιος Κοσμάς στάθηκε κάτω από τον ίσκιο της, βρήκε δροσιά, ξεκούραση, κι άφησε πάνω στον τόπο την ευλογία του, που παραμένει αναλλοίωτη ως σήμερα.
_________________________________


Η εικόνα ανασύρει από τη λήθη τη μνήμη της πορείας του Αγίου Κοσμά, και σε μία από τις περιοδείες του στη Δρόπολη, το 1775, το 1777 ή το 1779,  (πιθανότερο το 1777), καθώς διάβαινε από τους Βουλιαράτες προς τον ναό της Παναγίας Γενεσίου της Θεοτόκου στην Επισκοπή, κάτω στον κάμπο του Ζερβατιού και από την ανυπόφορη ζέστη, λίγο πριν φτάσει στο ποτάμι, κοντοστάθηκε κάτω από τη σκιά μιας μεγάλης γκορτσιάς για να δροσιστεί, να αναπαυθεί και να γευτεί τη δροσιά της· με την ευχή του η γκορτσιά κατέστη ευλογημένο δέντρο, αιώνιο σημάδι μνήμης, κληροδοτημένο στις γενιές που θα ακολουθούσαν.

Ιδέα & Επεξεργασία: Χρήστος Γιάννης

Η αρχική ιδέα και η σύνθεση πραγματοποιήθηκαν από τον Χρήστο Γιάννη, με επεξεργασία στο Photoshop, πάνω στη φωτογραφία της γκορτσιάς που αποτύπωσε ο φακός του Photogli (Χρήστος Γιάννης) στις 13 Απριλίου 2008.

Ημερομηνία δημιουργίας: 18 Αυγούστου 2025

_____________________________________________


         Στον κάμπο του Ζερβατίου, πριν ακόμα περάσει ο Άγιος Κοσμάς, ανάμεσα σε βαλανιδιές, γκορτσιές και άλλα καμπίσια δέντρα που ο κάμπος της Δρόπολης είχε τότε με αφθονία παντού σε κάθε χωράφι της, είχε φυτρώσει και μεγαλώσει και αυτή η γκορτσιά που οι ντόπιοι την θεωρούν ιερή.
     Λένε πως μια καυτή καλοκαιρινή μέρα, πιθανώς το 1777, καθώς ο Άγιος Κοσμάς από το Βουλιαράτι κατευθυνόταν προς την Παναγία Γενέσιο της Θεοτόκου της Επισκοπής, η γκορτσιά του προσέφερε δροσιά.
    Η ευλογία του, όπως πιστεύουν, εξακολουθεί να ξεκουράζει όποιον πλησιάζει.
    Από τότε, η γκορτσιά έγινε σημείο σεβασμού και λατρείας. Κανείς δεν τολμά να την πειράξει.

      Κατά τη διάρκεια των χρόνων, όταν το κράτος ετοιμαζόταν να μετατραπεί σε άθεο, οι κομματικές αρχές έδωσαν εντολή να ξεριζωθούν όλα τα δέντρα του κάμπου, για να ανοίξουν νέα γής, ανάμεσά τους έδωσαν εντολή να ξεριζόσουν και την γκορτσιά που ο κόσμος τιμούσε ως ιερή.
      Το πρώτο τρακτέρ που προσπάθησε να την αφαιρέσει χάλασε μυστηριωδώς, ενώ όταν ξαναπροσπάθησαν με τσεκούρι, τραυματίστηκε ένας εργάτης. Αναγκάστηκαν έτσι να υποχωρήσουν και από τότε κανείς δεν τόλμησε να τη βλάψει.
    Ο ίδιος σεβασμός διατηρήθηκε και από τους τρακτερίστες τη δεκαετία του 1970, όταν άνοιγαν τα κανάλια για τα αποξηραντικά έργα στον κάμπο της Δροπόλης.
      Παρά τις πιέσεις και τις διαταγές των ανωτέρων να εφαρμοστεί το σχέδιο του τοπογράφου, οι τρακτερίστες παρέκαμψαν την ευθεία της γκορτσιάς μερικά μέτρα και η παράκαμψη αυτή φαίνεται ακόμη, καθώς ο δρόμος και το κανάλι γύρισαν γύρω από το δέντρο, σε ένδειξη σεβασμού στην ιερή γκορτσιά που κανείς απλός πολίτης δεν τόλμησε να αγγίξει, ανεξαρτήτως διαταγών.

Ο Βαγγέλης Κούρας, τρακτερίστας από την Επισκοπή της Μαύρης Ρίζας, ομολογεί πως η γκορτσιά δεν πειράχτηκε ούτε όταν σχεδιάζονταν τα χωράφια του συνεταιρισμού και τα κανάλια αποξήρανσης που τα διαχώριζαν.
     Το ίδιο συνέβη και στα θέμελα της εκκλησίας στη Ρεβανής πάνω από τη Νεπράβιστα, όπου και πάλι οι τρακτερίστες δεν συμμορφώθηκαν με τις διαταγές των στελεχών του κόμματος που τους διέταζαν να χαλάσουν τα ευρήματα της παλιάς εκκλησίας και έτσι χάριν τους σώθηκαν τα απομεινάρια ενός παλιού ξεχασμένου χωριού, των λόγων εξαφάνισης του οποίου δεν γνωρίζουμε ακόμα.

    Την δεκαετία του 1970, όταν το κράτος αποφάσισε να εκτελέσει εκσκαφές στον ποταμό Ξεριά για να εξασφαλίσει νερό για τα χωράφια, κατασκευάστηκε και η γέφυρα που ο τοπογράφος είχε σχεδιάσει το δρόμο να πεφτει πάνω στην ευθεία της γκορτσιάς, ένας δρόμος που θα περνούσε εκεί αναγκαστικά για να διευκολύνεται η διέλευση των μηχανοκίνητων του συνεταιρισμού προς τα χωράφια του κάμπου και προς απέναντι στα χωριά της Ρίζας.
    Παρατηρώντας προσεκτικά τη φωτογραφία, κάτω από τη γκορτσιά, εντόπισα μια μικρή επιγραφή.
    Μετά από μεγέθυνση και λεπτομερή εξέταση, διαπίστωσα ότι δεν πρόκειται για παλιά αφιέρωση στο δέντρο, αλλά για μια επιγραφή γραμμένη πάνω σε μια πλάκα από τσιμέντο, κατέληξα ότι οι μάστορες που εργάζονταν εκεί για την κατασκευή της γέφυρας του καναλιού, που μετέφερε νερό από τον ποταμό Ξεριά μέχρι τον κάμπο της Δρόπολης, σχεδόν αθέατα, χρησιμοποίησαν το περίσσευμα του τσιμέντου και έφτιαξαν την επιγραφή αυτή με σταυρό πάνω σε μια τσιμεντένια πλάκα.
       Παρά το γεγονός ότι εκείνη την εποχή η θρησκεία απαγορευόταν και η έκφρασή της τιμωρούνταν, τόλμησαν να χαράξουν πάνω στην πλάκα έναν σταυρό και να την αφήσουν κάτω από τη γκορτσιά, ως σύμβολο πίστης και σεβασμού

     

    Η πλάκα δεν αποτέλεσε ποτέ επίσημη καταγραφή. Ήταν μάλλον μια σεμνή πράξη αναγνώρισης της ιερότητας του δέντρου από τους ίδιους τους μαστόρους, που χάραξαν επάνω της έναν σταυρό ως ένδειξη πίστης και σεβασμού προς τον Άγιο Κοσμά, που σύμφωνα με την παράδοση, το δέντρο αυτό είχε ευλογηθεί από τον ίδιο τον Άγιο, όταν μια καυτή καλοκαιρινή μέρα του πρόσφερε τη δροσιά του.

      Δεν γνωρίζω αν η επιγραφή υπάρχει ακόμη σήμερα, ως ζωντανό στοιχείο της πίστης των ανθρώπων που αψήφησαν τον φόβο και την απαγόρευση.
     Ακόμα κι αν το ίδιο το γεγονός αν τυχών έχει χαθεί στον χρόνο, η φωτογραφία που αποτύπωσε ο φακός του Photogli στις 13 Απριλίου 2013, αναδύεται ως ζωντανό τεκμήριο μιας εποχής. Μαρτυρά τη δεκαετία του 1970, τότε που οι πιστοί, περιφρονώντας τον κίνδυνο, ύψωναν το φως της πίστης τους μέσα σε ένα άθεο καθεστώς, όπου η θρησκεία δεν τιμούνταν αλλά τιμωρούνταν από τον νόμο. 
    Έτσι, η ιερή γκορτσιά σώθηκε μέσα στους αιώνες, προστατευμένη από την πίστη και τον σεβασμό των ανθρώπων που γνώριζαν την ιστορία της.

       Για τους κατοίκους της περιοχής, είναι σύμβολο ευημερίας και προστασίας, φύλακας του τόπου και μάρτυρας μιας ζωντανής παράδοσης που συνδέει την πίστη, το θείο και τη λαϊκή σοφία.

Κανείς δεν τολμά να βάλει χέρι πάνω της.

Είναι η ζωντανή ανάμνηση των θαυμάτων και των διηγήσεων που έχουν περάσει από γενιά σε γενιά.

 

  • ______________________________

Πότε πέρασε ο Άγιος Κοσμάς από την περιοχή της Δερόπολης;

  • Οι τρεις γνωστές μνημονευμένες χρονολογίες των περιοδειών του στην περιοχή είναι 17751777 και 1779 Filip JovanisHimara.gr.

Αναλυτικότερα:

  • Το 1775 θεωρείται ότι επισκέφτηκε τη Δερόπολη, με διαδρομές προς τη Μονή Πέπελης και το χωριό Βόδριστα Filip JovanisHimara.gr.

  • Το 1777 ήταν μια από τις κορυφαίες χρονιές των περιοδειών του: πέρασε από χωριά όπως οι Μπουλιαράτες (όπου υπάρχει εικόνισμα με χρονολογία 1777), Ζερβάτες, και άλλα, αφήνοντας σημάδια όπως εικόνισματα και δέντρα μνήμης (π.χ. “γκορτσιά”) Himara.grFilip Jovanis.

  • Το 1779 τον βρίσκουμε ξανά στη Δερόπολη, πάλι σε συνδέσεις με τη Μονή Πέπελης και τη Βόδριστα, ενώ συνέχισε προς Δρυάνου και Δρόβιανη Filip JovanisHimara.gr.


Τιμές και τοπικές αναφορές:

  •  υπάρχουν παραδόσεις για κοινότητες της Δερόπολης στις εν λόγω χρονιές.

  • Για παράδειγμα:

    • Στους Μπουλιαράτες, το έσωσε εικόνισμα από το 1777.

    • Στους Ζερβάτες, το 1777 και το 1779 απέφυγε λόγω χειρωνακτικών συνθηκών (θέρος), αλλά πέρασε κοντά από το χωριό Himara.gr.

    • Στην “Πετσαλούδα” κοντά στη Βόδριστα, πέρασε δύο φορές, πιθανώς 1775 και 1777 Himara.grFilip Jovanis.

    • Σε άλλες περιοχές (π.χ. Φραστανή, Λιούγκαρη, Γορίτσα), η παράδοση λέει ότι μίλησε και παρότρυνε για σχολεία Himara.gr.

    • ______________________________

 

Χρήστος Γιάννης

13.4.2013





Τετάρτη 13 Αυγούστου 2025

Τα στάχια του καλοκαιριού: Χαρές, τραγούδια και μικρές διαμαρτυρίες των μικρών ηρώων, από τεσσάρων ως δέκα ετών, που έσβησαν τη φωτιά σε δέκα λεπτά

   Κάποια χρονιά της δεκαετίας του 1980, στο τέλος του θερισμού, ο γεωργικός συνεταιρισμός αποφάσισε να δώσει στα παιδιά του δημοτικού και του οχτάχρονα σχολείου του χωριού,  που μόλις είχαν τελειώσει τη σχολική χρονιά και ξεκινούσαν τις καλοκαιρινές τους διακοπές, την ευκαιρία να κερδίσουν το πρώτο τους χαρτζιλίκι.
     Η δουλειά ήταν απλή και ταιριαστή στα μικρά τους χέρια: να μαζεύουν τα στάχια που είχαν απομείνει στα χωράφια, να τα ζυγίζουν και να πληρώνονται ανάλογα με το βάρος.

      Εμένα με έκαναν, για λίγες μέρες, «ταξίαρχο» αυτού του «μικρού στρατού» από ξανθά κεφαλάκια, γδαρμένα γόνατα και μάτια που γυάλιζαν από περιέργεια. Κάθε πρωί, πριν προλάβει να ζεσταθεί ο ήλιος, μαζευόμασταν στις έξι και παίρναμε τον δρόμο για τα χωράφια. Στις εννιά με εννιάμιση, όταν ο ιδρώτας είχε γίνει δεύτερο δέρμα, τους μάζευα πίσω, για να μην τους βρει η κάψα της μέρας. Χαρές, τραγούδια και λίγος ζύλος για το χαρτζιλίκι τους, που αυτή τη φορά θα το έβγαζαν με δικό τους κόπο. Θα είχαν τα δικά τους λεφτά, και αυτό τα χαροποιούσε και η χαρά τους δεν κρυβόταν…

     Η μέρα μας, όμως, δεν τελείωνε εκεί. Μετά τις εννιά, τα οδηγούσα στην Εστία Πολιτισμού, όπου ήμουν υπεύθυνος. Εκεί, σε μια αίθουσα που «μοσχοβολούσε» τσιμέντο και χαρτί, συνεχίζαμε με πρόβες, τραγούδια και μικρές θεατρικές σκηνές. 
    Οι δάσκαλοι τους είχαν μάθει να αγαπούν το τραγούδι και την παράσταση, με δυο-τρεις πρόβες ήμασταν έτοιμοι να ανεβάσουμε ολόκληρο πρόγραμμα. Ήταν μια μετάβαση σχεδόν ποιητική: από τα στάχια του χωραφιού, στα «στάχια» της σκηνής.
     Το μεροκάματο ήταν λιγοστό. Για να λέμε την αλήθεια, ούτε το ένα τρίτο του κανονικού έβγαζαν. Εγώ, όμως, ένιωθα πως έπρεπε να τους δώσω κάτι παραπάνω. 

    Αν τότε οι συνεταιριστές δούλευαν από το πρωί ως το βράδυ για ένα μεροκάματο των 150 ή 200, εγώ, που δεν τους άφηνα πάνω από τρεις ώρες, τους έβαζα περίπου στα τρία τέταρτα του κανονικού μεροκάματου στα μεγαλύτερα παιδιά και λιγότερο τα μικρότερα, ανάλογα με την ηλικία τους, χωρίς να το αξίζουν, γιατί ούτε για ένα μπισκότο δεν μπορούσαν να μαζέψουν. Να τα λέμε και αυτά…

 Ρώτησα τότε τον Πέτρο, τον ταξίαρχο, τι να κάνω; Πόσο να τους βάζω;

 Με το γνωστό του μισό χαμόγελο μου είπε:

-Βάλε ό,τι νομίζεις… κανείς δεν σε ελέγχει. -αλλά δεν μου είπε πόσο. 
     Έτσι αποφάσισα μόνος μου, ό,τι είναι να γίνει, ας γίνει… Μα και στο αλώνι, ο υπεύθυνος ποτέ δεν μπήκε στον κόπο να τα ζυγίσει. Όλα τα άφηναν στο χέρι μου και έκαναν πως δεν έβλεπαν ότι τα σακιά ποτέ δεν ήταν γεμάτα…

    Έτσι κι έκανα, με προσοχή όμως να μη μας πέσει το μάτι στα γραφεία του συνεταιρισμού. Στα μεγαλύτερα, γύρω στα ενιά με δέκα ετών, έβαζα περίπου 80-90, δηλαδή ένα πακέτο μπισκότα για κάθε δεκάδα. Στα μικρότερα, λίγο λιγότερα, γιατί από στάχια ούτε για σπίρτο. Το κανονικό εργατικό μεροκάματο για αυτήν την κατηγορία ήταν περίπου 135-140. Όνειρο μακρινό για τόσο μικρά χέρια.


 Μια μέρα, καθώς η ώρα πήγε περίπου εννιά αφήσαμε οπως σηνηθως τη δουλειά και πηγαίναμε να αφήσομε τα στάχια στο αλώνι.  Καθώς βγήκαμε στον κεντρικό δρόμο και κατευθυνόμασταν για το αλώνι, μόλις δέκα μέτρα πιο πέρα, από το πουθενά και ξαφνικά, ξεσπάει φωτιά στο θερισμένο χωράφι απένατι μας δεξιά του δρόμου που το χωρίζε ένα μεγάλο κανάλι που ερχόταν απο πάνω. Πριν προλάβω να φωνάξω στα παιδιά,  που όρμησαν σαν σπουργίτια που ξέφυγαν από κλουβί, πήδηξαν το τσιμεντένιο κανάλι, έκοψαν πράσινα χόρτα από την άκρη του αυλακιού και άρχισαν να χτυπούν τις φλόγες. 
   Τους φώναζα να βγουν, φοβούμενος για καμιά συμφορά, αλλά δεν με άκουγαν. Είχαν μπει στον ρόλο τους, μικροί ήρωες από ξεχασμένο αναγνωστικό. 
      Ούτε σε  δέκα λεπτά, κατάφεραν και την έσβησαν τη φωτιά.

         Τόσο όσο χρειάστηκε  και ο ταξίαρχος ο Πέτρος, που είχε δει τον καπνό πάνω από τις αποθήκες, δύο χιλιόμετρα μακριά και έφτασε με μια ψυχή λαχανιασμένος
     Βλέποντας πως όλα είχαν τελειώσει, και του είπα πως δεν με άκουγαν με τίποτα, να τα παρατήσουν και να βγουν έξω, μου χαμογέλασε:

-Ε, τι να τα κάνεις; Όταν τα πιάσει ο ζήλος, που να  τα σταματήσεις.

Είχαν μάθει στο σχολείο ότι η φωτιά είναι κοινός εχθρός και την πολέμησαν όπως ήξεραν.

        Εκείνο το καλοκαίρι, εκτός από τα λεφτά που περημένανε στο τέλος του μήνα να λάβουν στα χέρια τους ως δικός τους κόπος, περνούσαμε και όμορφα μαζί: γέλια, χαρές και μικρές νίκες. Στην ομάδα υπήρχε και ένα κοριτσάκι τεσσάρων ετών που δεν μάζευε στάχυα, μόνο σέρνονταν πίσω από τα ξαδέρφια του. Και εκείνο, όμως, έπαιρνε πότε πότε κάνα  μπισκότακι να μη μείνει παραπονεμένο.Τόσα, ίσα ίσα να μην πέσει στο μάτι και δημιουργηθεί θέμα...

Όταν ήρθε η μέρα της πληρωμής, ξεκίνησε και το γέλιο.
    Τα παιδιά, με σοβαρό ύφος, σαν να μην είχαν μείνει ευχαριστημένα με τα ποσά, κάποια 800, κάποια 700 και άλλα από 400-500, ανάλογα με την ηλικία  μαζεύτηκαν μπροστά στο γραφείο του συνεταιρισμού για να διαμαρτυρηθούν.
  Αλλά, όπως μου είπε ένα από αυτά, σαράντα χρόνια μετά:
   -Καλά πήγαμε και καθήσαμε μπροστα στα γραφεία καναδύο ώρες… αλλά  δεν ξέραμε τι να τους πούμε, κι έτσι φύγαμε.

           Έτσι έκλεισε εκείνο το καλοκαίρι: σακιά άδεια, λιγοστά λεφτά στις τσέπες, μα καρδιές γεμάτες θάρρος και ιστορίες. 

    Η πιο γλυκιά εικόνα για μένα μένει πάντα εκείνη: δεκαπέντε-είκοσι μικρά παιδιά, από τεσσάρων ως εννιά με δέκα ετών, ξανθά κεφαλάκια που λαμποκοπούσαν στον ήλιο, μάτια γεμάτα περιέργεια και χαρά, να τρέχουν ανάμεσα στα θερισμένα στάχια. Εκείνη την καλοκαιρινή μέρα, όταν ο ήλιος άρχιζε να καίει και η φωτιά άναψε ξαφνικά, έγιναν μέσα σε δέκα λεπτά οι μικροί ήρωες του χωραφιού. Κι ας μην το ήξεραν τότε, είχαν γράψει τη δική τους μικρή, χρυσή σελίδα στο καλοκαίρι της παιδικής τους ζωής.

Χρήστος Γιάννης
13.8.2023


ΤΟ ΦΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΣΤΑΥΡΟ ΣΤΟ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΣΤΟ ΒΟΥΛΙΑΡΑΤΙ

      ΤΟ ΦΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΣΤΑΥΡΟ ΣΤΟ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΣΤΟ ΒΟΥΛΙΑΡΑΤΙ        Το Βουλιαράτι είναι ξακουστό χωριό και γνωστό πως  έχ...