Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2025

Τα στάχια του καλοκαιριού: Χαρές, τραγούδια και μικρές διαμαρτυρίες των μικρών ηρώων, από τεσσάρων ως δέκα ετών, που έσβησαν τη φωτιά σε δέκα λεπτά

   Κάποια χρονιά της δεκαετίας του 1980, στο τέλος του θερισμού, ο γεωργικός συνεταιρισμός αποφάσισε να δώσει στα παιδιά του δημοτικού και του οχτάχρονα σχολείου του χωριού,  που μόλις είχαν τελειώσει τη σχολική χρονιά και ξεκινούσαν τις καλοκαιρινές τους διακοπές, την ευκαιρία να κερδίσουν το πρώτο τους χαρτζιλίκι.
     Η δουλειά ήταν απλή και ταιριαστή στα μικρά τους χέρια: να μαζεύουν τα στάχια που είχαν απομείνει στα χωράφια, να τα ζυγίζουν και να πληρώνονται ανάλογα με το βάρος.

      Εμένα με έκαναν, για λίγες μέρες, «ταξίαρχο» αυτού του «μικρού στρατού» από ξανθά κεφαλάκια, γδαρμένα γόνατα και μάτια που γυάλιζαν από περιέργεια. Κάθε πρωί, πριν προλάβει να ζεσταθεί ο ήλιος, μαζευόμασταν στις έξι και παίρναμε τον δρόμο για τα χωράφια. Στις εννιά με εννιάμιση, όταν ο ιδρώτας είχε γίνει δεύτερο δέρμα, τους μάζευα πίσω, για να μην τους βρει η κάψα της μέρας. Χαρές, τραγούδια και λίγος ζύλος για το χαρτζιλίκι τους, που αυτή τη φορά θα το έβγαζαν με δικό τους κόπο. Θα είχαν τα δικά τους λεφτά, και αυτό τα χαροποιούσε και η χαρά τους δεν κρυβόταν…

     Η μέρα μας, όμως, δεν τελείωνε εκεί. Μετά τις εννιά, τα οδηγούσα στην Εστία Πολιτισμού, όπου ήμουν υπεύθυνος. Εκεί, σε μια αίθουσα που «μοσχοβολούσε» τσιμέντο και χαρτί, συνεχίζαμε με πρόβες, τραγούδια και μικρές θεατρικές σκηνές. 
    Οι δάσκαλοι τους είχαν μάθει να αγαπούν το τραγούδι και την παράσταση, με δυο-τρεις πρόβες ήμασταν έτοιμοι να ανεβάσουμε ολόκληρο πρόγραμμα. Ήταν μια μετάβαση σχεδόν ποιητική: από τα στάχια του χωραφιού, στα «στάχια» της σκηνής.
     Το μεροκάματο ήταν λιγοστό. Για να λέμε την αλήθεια, ούτε το ένα τρίτο του κανονικού έβγαζαν. Εγώ, όμως, ένιωθα πως έπρεπε να τους δώσω κάτι παραπάνω. 

    Αν τότε οι συνεταιριστές δούλευαν από το πρωί ως το βράδυ για ένα μεροκάματο των 150 ή 200, εγώ, που δεν τους άφηνα πάνω από τρεις ώρες, τους έβαζα περίπου στα τρία τέταρτα του κανονικού μεροκάματου στα μεγαλύτερα παιδιά και λιγότερο τα μικρότερα, ανάλογα με την ηλικία τους, χωρίς να το αξίζουν, γιατί ούτε για ένα μπισκότο δεν μπορούσαν να μαζέψουν. Να τα λέμε και αυτά…

 Ρώτησα τότε τον Πέτρο, τον ταξίαρχο, τι να κάνω; Πόσο να τους βάζω;

 Με το γνωστό του μισό χαμόγελο μου είπε:

-Βάλε ό,τι νομίζεις… κανείς δεν σε ελέγχει. -αλλά δεν μου είπε πόσο. 
     Έτσι αποφάσισα μόνος μου, ό,τι είναι να γίνει, ας γίνει… Μα και στο αλώνι, ο υπεύθυνος ποτέ δεν μπήκε στον κόπο να τα ζυγίσει. Όλα τα άφηναν στο χέρι μου και έκαναν πως δεν έβλεπαν ότι τα σακιά ποτέ δεν ήταν γεμάτα…

    Έτσι κι έκανα, με προσοχή όμως να μη μας πέσει το μάτι στα γραφεία του συνεταιρισμού. Στα μεγαλύτερα, γύρω στα ενιά με δέκα ετών, έβαζα περίπου 80-90, δηλαδή ένα πακέτο μπισκότα για κάθε δεκάδα. Στα μικρότερα, λίγο λιγότερα, γιατί από στάχια ούτε για σπίρτο. Το κανονικό εργατικό μεροκάματο για αυτήν την κατηγορία ήταν περίπου 135-140. Όνειρο μακρινό για τόσο μικρά χέρια.


 Μια μέρα, καθώς η ώρα πήγε περίπου εννιά αφήσαμε οπως σηνηθως τη δουλειά και πηγαίναμε να αφήσομε τα στάχια στο αλώνι.  Καθώς βγήκαμε στον κεντρικό δρόμο και κατευθυνόμασταν για το αλώνι, μόλις δέκα μέτρα πιο πέρα, από το πουθενά και ξαφνικά, ξεσπάει φωτιά στο θερισμένο χωράφι απένατι μας δεξιά του δρόμου που το χωρίζε ένα μεγάλο κανάλι που ερχόταν απο πάνω. Πριν προλάβω να φωνάξω στα παιδιά,  που όρμησαν σαν σπουργίτια που ξέφυγαν από κλουβί, πήδηξαν το τσιμεντένιο κανάλι, έκοψαν πράσινα χόρτα από την άκρη του αυλακιού και άρχισαν να χτυπούν τις φλόγες. 
   Τους φώναζα να βγουν, φοβούμενος για καμιά συμφορά, αλλά δεν με άκουγαν. Είχαν μπει στον ρόλο τους, μικροί ήρωες από ξεχασμένο αναγνωστικό. 
      Ούτε σε  δέκα λεπτά, κατάφεραν και την έσβησαν τη φωτιά.

         Τόσο όσο χρειάστηκε  και ο ταξίαρχος ο Πέτρος, που είχε δει τον καπνό πάνω από τις αποθήκες, δύο χιλιόμετρα μακριά και έφτασε με μια ψυχή λαχανιασμένος
     Βλέποντας πως όλα είχαν τελειώσει, και του είπα πως δεν με άκουγαν με τίποτα, να τα παρατήσουν και να βγουν έξω, μου χαμογέλασε:

-Ε, τι να τα κάνεις; Όταν τα πιάσει ο ζήλος, που να  τα σταματήσεις.

Είχαν μάθει στο σχολείο ότι η φωτιά είναι κοινός εχθρός και την πολέμησαν όπως ήξεραν.

        Εκείνο το καλοκαίρι, εκτός από τα λεφτά που περημένανε στο τέλος του μήνα να λάβουν στα χέρια τους ως δικός τους κόπος, περνούσαμε και όμορφα μαζί: γέλια, χαρές και μικρές νίκες. Στην ομάδα υπήρχε και ένα κοριτσάκι τεσσάρων ετών που δεν μάζευε στάχυα, μόνο σέρνονταν πίσω από τα ξαδέρφια του. Και εκείνο, όμως, έπαιρνε πότε πότε κάνα  μπισκότακι να μη μείνει παραπονεμένο.Τόσα, ίσα ίσα να μην πέσει στο μάτι και δημιουργηθεί θέμα...

Όταν ήρθε η μέρα της πληρωμής, ξεκίνησε και το γέλιο.
    Τα παιδιά, με σοβαρό ύφος, σαν να μην είχαν μείνει ευχαριστημένα με τα ποσά, κάποια 800, κάποια 700 και άλλα από 400-500, ανάλογα με την ηλικία  μαζεύτηκαν μπροστά στο γραφείο του συνεταιρισμού για να διαμαρτυρηθούν.
  Αλλά, όπως μου είπε ένα από αυτά, σαράντα χρόνια μετά:
   -Καλά πήγαμε και καθήσαμε μπροστα στα γραφεία καναδύο ώρες… αλλά  δεν ξέραμε τι να τους πούμε, κι έτσι φύγαμε.

           Έτσι έκλεισε εκείνο το καλοκαίρι: σακιά άδεια, λιγοστά λεφτά στις τσέπες, μα καρδιές γεμάτες θάρρος και ιστορίες. 

    Η πιο γλυκιά εικόνα για μένα μένει πάντα εκείνη: δεκαπέντε-είκοσι μικρά παιδιά, από τεσσάρων ως εννιά με δέκα ετών, ξανθά κεφαλάκια που λαμποκοπούσαν στον ήλιο, μάτια γεμάτα περιέργεια και χαρά, να τρέχουν ανάμεσα στα θερισμένα στάχια. Εκείνη την καλοκαιρινή μέρα, όταν ο ήλιος άρχιζε να καίει και η φωτιά άναψε ξαφνικά, έγιναν μέσα σε δέκα λεπτά οι μικροί ήρωες του χωραφιού. Κι ας μην το ήξεραν τότε, είχαν γράψει τη δική τους μικρή, χρυσή σελίδα στο καλοκαίρι της παιδικής τους ζωής.

Χρήστος Γιάννης
13.8.2023


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΤΟ ΦΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΣΤΑΥΡΟ ΣΤΟ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΣΤΟ ΒΟΥΛΙΑΡΑΤΙ

      ΤΟ ΦΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΣΤΑΥΡΟ ΣΤΟ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΣΤΟ ΒΟΥΛΙΑΡΑΤΙ        Το Βουλιαράτι είναι ξακουστό χωριό και γνωστό πως  έχ...