Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2025

Η Άλλη όψη του γάμου: Σκιές και χοροί στους ρυθμούς της παράδοσης της χαράς, Μεθύσι και καβγάδες

Η Άλλη όψη του γάμου:  Σκιές και χοροί στους ρυθμούς της παράδοσης της χαράς, Μεθύσι και καβγάδες

       



      Τα ήθη και τα έθιμα του γάμου έχουν καταγραφεί σε πολλές εκδοχές από διάφορους λαογράφους, προσφέροντας πλούσιο υλικό για να κατανοήσουμε τη σημασία του ως κορυφαία στιγμή της κοινωνικής ζωής. Θα αποδώσω την αναφορά στα παραδοσιακά έθιμα του γάμου και θα επικεντρωθώ σε μια πιο ανεπιτήδευτη πλευρά του: τη διασκέδαση των καλεσμένων.

        Από παλιά, στο άκουσμα πως πλησιάζει γάμος, η πρώτη κουβέντα στο χωριό ήταν πάντα η ίδια: “Ποιος θα παίξει τα βιολιά;” Γιατί από τα βιολιά φαινόταν αν η χαρά θα ήταν μεγάλη, αν ο χορός θα σηκώσει σκόνη στην αυλή και αν το κέφι θα κρατήσει ως το ξημέρωμα. “Ο τάδε θα παίζει;” – “Α, τότε θα ’χουμε καλό γάμο! Θα χορέψουμε με την ψυχή μας, θα το ευχαριστηθούμε.”

        Μα δεν ήταν μόνο τα βιολιά. Όσο πιο πίσω πάμε, τόσο ανακαλύπτουμε κι άλλα μυστικά της χαράς. Γιατί το ίδιο ερώτημα, άλλοτε εξίσου σημαντικό, ήταν: “Και ποιος θα ’ναι ο μάγειρας;” Από τον μάγειρα εξαρτιόταν το καλό φαγητό, εκείνο που θα έδινε δύναμη στους καλεσμένους να αντέξουν το γλέντι. Αν ήταν ξακουστός, όλοι έλεγαν με σιγουριά: “Θα φάμε καλά· έχει χρυσά χέρια, θα φύγουμε χορτάτοι και ευχαριστημένοι.”

       Έτσι, η φήμη ενός γάμου δεν χτιζόταν μόνο με τις δοξαριές του βιολιού ούτε με τα καζάνια του μάγειρα· χτιζόταν με μια αλυσίδα, όπου το ένα κρίκο τον έπιανε ο άλλος. Στα χωριά όλοι γνώριζαν όλους· ήξεραν τι να περιμένουν, κι ας μην μπορούσαν να το αποφύγουν. Στον γάμο καλούνταν πάντα όλο το σόι, οι γείτονες, οι φίλοι οι εκλεκτοί. Κι αυτοί κουβαλούσαν μαζί τους τα νταπιέτια και τις ιδιοτροπίες τους, που ο νοικοκύρης έπρεπε να τα υπολογίσει. Γνώριζε τον καθένα και από την καλή και από την ανάποδη, μα δεν είχε το δικαίωμα να απορρίψει κανέναν· καλοί ή κακοί, όλοι όσοι είχαν θέση στο τραπέζι θα ήταν καλεσμένοι.

        Κι εκεί άρχιζε ο μεγάλος πονοκέφαλος. Γιατί ήτανε γνωστό: κάπου στη μέση του γάμου, όταν το ρακί έρρεε σαν ποτάμι από τις κανάτες, οι μεθυσμένοι θα έκαναν την εμφάνισή τους. Άλλοι ήπιοι, με καλοσύνη στο μεθύσι τους, κι άλλοι σκληροί, έτοιμοι να ανάψουν φωτιές. Και τότε, χρειαζόταν τέχνη μεγάλη, να μη χαλάσει το γλέντι. Μα πάντα βρίσκονταν οι μαστόροι· εκείνοι που ήξεραν να κατεβάζουν τα πνεύματα, να χαμογελούν την κατάλληλη στιγμή, να σβήνουν τις σπίθες πριν γίνουν φλόγες. Έτσι οι γάμοι έμεναν αλώβητοι, και η χαρά συνέχιζε τον δρόμο της ώσπου να την πάρει το ξημέρωμα.

      Αυτοί, με τις δικές τους συνήθειες και ρυθμούς, προσφέρουν κάτι μοναδικό στη μέρα του γάμου, μετατρέπουν τη σε μια γιορτή γεμάτη χαρά, γέλιο και φυσικά μουσική. Μέσα από το χορό, τα τραγούδια και τις ιστορίες τους, οι καλεσμένοι γίνονται μέρος του θεάματος, δημιουργώντας την ατμόσφαιρα που χαρακτηρίζει τις πιο όμορφες στιγμές της εκδήλωσης.

         Συγκεκριμένα, θα αναφερθώ στους μεθυσμένους: αυτούς που, με "το άγραφο έθιμο της φασαρίας και του θεατρικού θεάματος", καταφέρνουν να προσδώσουν μια μοναδική εικόνα και ζωή στη γιορτή.

      Η εικόνα των μεθυσμένων, γεμάτων ενθουσιασμό και χωρίς περιορισμούς, είναι κάτι που ξεχωρίζει στη μέρα του γάμου, καθώς η ατμόσφαιρα γεμίζει από αστείες και συχνά ανατρεπτικές σκηνές.

        Ο καθένας με το δικό του μεθύσι. Άλλος πίνει, μεθάει και πάει για ύπνο, άλλος πιάνει μια άκρη και χαζεύει με τον δικό του μεθυσμένο τρόπο, χωρίς να ενοχλεί κανέναν.

       Υπάρχουν όμως και εκείνοι της φασαρίας, που μεθάνε και αναλαμβάνουν ρόλο καβαλάρη, ενώ οι πιο ψυχραίμοι προσπαθούν να τους συγκρατήσουν.

       Η φασαρία αυτή, γεμάτη αγωνία για τον νοικοκύρη, αλλά και γέλια και σπαρταριστές στιγμές για τους άλλους, δημιουργεί το πιο απρόβλεπτο και ζωντανό θέαμα, δίνοντας μια νέα διάσταση στην παραδοσιακή τελετή. Αναδεικνύει την ανθρώπινη πλευρά της γιορτής, κανοντάς την όχι μόνο μια διαδικασία, αλλά και μια αληθινή, συγκινητική στιγμή που τους συνδέει ανθρώπους με τη χαρά, την αγωνία και την ενέργεια του στιγμιαίου πνεύματος της παράδοσης.

     Με τις στιγμές που την ημέρα του γάμου, η χαρά μοιάζει με ζωντανή εικόνα, βγαλμένη από την παράδοση, αφήνουν τα ανεξίτηλα αποτυπώματά τους στη μνήμη των καλεσμένων, σε μια στιγμή της χαράς που το πανηγύρι με το φαγητό, το ποτό και τη μουσική τους δένει ανθρώπους σε μια κοινή εμπειρία γεμάτη γέλιο, φωνές και τραγούδια.

        Τα τραπέζια των αντρών είναι γεμάτα μεζέδες, το ρακί ρέει άφθονο, τα ποτήρια σηκώνονται ψηλά, και τα μουστάκια ανασηκώνονται με περηφάνια. Δίπλα, τα βιολιά δίνουν ζωή στη γιορτή.

        Οι γυναίκες, συγκεντρωμένες γύρω από τη νύφη, θαυμάζουν το γιούκι και ψιθυρίζουν μεταξύ τους για το νέο ξεκίνημα, συνοδεύοντας την περίσταση με τραγούδια.
      Όσο περνάει η ώρα, τα βλέμματα βαραίνουν, τα μάτια κοκκινίζουν από το ρακί, οι φωνές δυναμώνουν και το κέφι κορυφώνεται.
        Μαζί τους, όμως, έρχεται και η αγωνία για τη στιγμή που η χαρά μπορεί να διακοπεί.
       Στους περισσότερους γάμους, πάντα υπήρχε εκείνος ο «γνωστός ο μεθυσμένος» που τραβάει τα βλέμματα και γίνεται το επίκεντρο της προσοχής, προκαλώντας συχνά μικροεντάσεις.
         Ο γάμος δεν ήταν μόνο γλέντι και ευχές, αλλά και ένας χώρος όπου ξεδιπλώνεται όλη η ανθρώπινη ψυχοσύνθεση: περηφάνια, πάθος, νταηλίκι, αδελφοσύνη και αντιπαλότητα, όλα μέσα σε μια νύχτα που κανείς δεν θα ξεχάσει.

         Εκεί εμφανίζονται οι ψυχραιμότεροι, αυτοί που ξέρουν πώς να συγκρατήσουν τα πνεύματα πριν τα πράγματα ξεφύγουν.

         

Οι καβγατζήδες στους γάμους ήταν συνήθως οι μεθυσμένοι. Αν και ήταν μετρημένοι στα δάχτυλα, οι οικοδεσπότες τους γνώριζαν καλά και ήταν προετοιμασμένοι. Παρ' όλα αυτά, δεν καταφέρνουν να αποφύγουν τον καβγά τους, και ο κόσμος απολάμβανε το θέαμα.

        Στη χαρά του νοικοκύρη έπρεπε να είναι όλοι εκεί: φίλοι και εχθροί, συγγενείς που αγαπιούνται και συγγενείς που δεν ανταλλάσσουν κουβέντα όλο τον χρόνο.
     Ας μη γελιόμαστε. Σπάνιοι οι γάμοι χωρίς καβγά μεθυσμένων, αφού ο νοικοκύρης, όπως δίνει την ψυχή του, έτσι ρέει αφθονία και το ρακί.
          Ο καθένας είχε το δικό του χούι. Κάποιος τα έβαζε με το ρακί, άλλος με τα βιολιά, άλλος με τον κόσμο. Έτσι, ο καθένας άναβε τη δική του φωτιά, που συνήθως το έλεγε το ρακί, το οποίο έμοιαζε σαν ένα γρήγορο προσάναμμα, που έβγαζε καπνό και έσβηνε πριν φανεί η φλόγα.
         Όμως, αυτή η θέα δεν κρατούσε πολύ, γιατί οι πιο ψυχράιμοι ήξεραν πώς να τους αντιμετωπίσουν.
Ακριβώς, το μεθύσι και ο καβγάς είχαν τον ρόλο τους ως μέρος του θεάματος σε κάθε γάμο.
         Όπως λέει η παροιμία, «το κάθε χωριό έχει τον τρελό του», έτσι και στο γλέντι, ο μεθυσμένος είχε τον δικό του ρόλο να προσφέρει την αλατοπίπερη νότα στην ατμόσφαιρα. Είτε με την ατάκα του, είτε με τον καβγά του, ήταν αναπόσπαστο κομμάτι του εορταστικού κλίματος.
    Κι «αυτός ο τρελός» θα έκανε αισθητή την παρουσία του, θα έβρισκε την αφορμή, θα σήκωνε τη φωνή και θα άναβε τη σπίθα της έντασης.
Κανείς δεν παραξενευόταν. Το ήξεραν, το περίμεναν και ίσως βαθιά μέσα τους να το θεωρούσαν κομμάτι της χαράς. Γιατί ο γάμος δεν ήταν μόνο μια γιορτή αγάπης, αλλά και μια σκηνή όπου η κοινωνία, με όλα τα καλά και τα στραβά, έβγαινε στο προσκήνιο.
        Και στο τέλος, μετά τον καβγά, ξανά γέλια, ξανά τραγούδια, ξανά ποτήρια που σηκώνονταν ψηλά. Σαν να ήταν όλα προδιαγεγραμμένα, σαν να ήταν όλα μέρος μιας ιστορίας που δεν αλλάζει ποτέ.
       Πολλές φορές, οι καβγάδες στους γάμους δεν ήταν απλώς φωνές και βαριές κουβέντες· έφταναν μέχρι το άγριο ξύλο, αν δεν επενέβαιναν οι ψυχραιμότεροι.
         Όμως ο νοικοκύρης δεν ήταν αφελείς· έπαιρναν τα μέτρα τους και είχαν τον τρόπο πώς να τους αντιμετωπίσουν.
    Κάποτε, για πχ. κάποιος μεθυσμένος, σε μια στιγμή που ένας συγκεκριμένος συγγενής του έπαιρνε το χορό, πάντα και σε όλους τους γάμους που βρισκόταν μαζί του, τότε έβρισκε τη στιγμή να άναβε τον καβγά σαν φωτιά σε ξερό χορτάρι.
   Οι φωνές δυνάμωναν, τα τραπέζια αναστατώνονταν και για μια στιγμή τα ποτήρια σταματούσαν να υψώνονται για ευχές.
     Βαθιά προσβεβλημένος, έτρεχε στον νοικοκύρη που απαιτούσε να του επιστραφεί το «κανίσκι», το δώρο που είχε φέρει στον γάμο, και έφευγε, αφήνοντας πίσω τη χαρά και την αταξία του γλεντιού.
     Αυτό το χούι είχε σε όλους τους γάμους και ο νοικοκύρης, έχοντας προβλέψει την αναστάτωση του, πάντα φύλαγε το κανίσκι του στην άκρη, περιμένοντας τη στιγμή που τους ζητούσε πίσω.          Προετοιμασμένος και ψυχραιμος, του το επέστρεφε χωρίς πολλά λόγια, ακολουθώντας την παλιά δοκιμασμένη τακτική.
     Έτσι, ο μεθυσμένος γύριζε στο σπίτι του.
Και ο γάμος; Ο γάμος συνεχιζόταν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
        Τα βιολιά ξανάπιαναν τον σκοπό, τα ποτήρια ξαναγέμιζαν, οι χοροί ξανάρχιζαν και όλοι έκαναν πως δεν θυμόντουσαν το επεισόδιο.
          Γιατί, στο τέλος, τέτοιες σκηνές, όπως θεωρούνταν, ήταν απλώς ένα κομμάτι της διασκέδασης της χαράς, όπως την ήξεραν: με όλα της τα καλά, αλλά και με τις αναπόφευκτες εντάσεις της.
       Υπήρχαν και μεθυσμένοι που είχαν διαφορετικό χούι.
      Όσο όμορφα κι αν ξεκινούσε ο γάμος, αυτοί πάντα σε κάποια στιγμή θα ξεκινούσαν τη φασαρία.
      Όταν μεθούσαν, το νταηλίκι ήταν για εκείνους περηφάνια, ως εκεί που πολλές φορές, όπως ήταν μεθυσμένοι και ανίκανοι, προκαλούσαν ακόμα να αναμετρηθούν και με τα πρωτοπαλίκαρα του χωριού που φιλοξενήθηκαν στο γάμο.
      Όσο κι αν προσπαθούσαν να τους αποφύγουν, κάποια στιγμή η υπομονή τελείωνε και τότε έπεφτε πάνω τους αλύπητο ξύλο.
Κι όμως, μυαλό δεν έβαζαν.
      Στον επόμενο γάμο ήταν πάλι οι ίδιοι που προκαλούσαν και είχαν πάντα την ίδια τύχη.
            Το μεθύσι τους ήταν τόσο έντονο που περνούσε τα όρια, με τη λογική να αφήσει τη σκέψη να την αναλάβει το ρακί και τη φασαρία να γίνει επιλογή του.
        Οι πιο παλιοί είχαν τη σοφία της εμπειρίας, μια σοφία που δεν χρειαζόταν λόγια για να εκφραστεί.
        Γνωρίζοντας τον χαρακτήρα των ανθρώπων και τις ιδιοτροπίες της κάθε κατάστασης, είχαν τον τρόπο να καταπραΰνουν τα πράγματα με μια ματιά, μια κίνηση ή μια παροιμία.
       Ο γάμος, με τις εντάσεις και τις αναστατώσεις του, για εκείνους ήταν απλώς μια ευκαιρία να δεις την τέχνη της ισορροπίας, κάνοντας τα πάντα να επανέλθουν στην αρμονία τους.
      Ήσαν οι άγραφοι σκηνοθέτες αυτού του κοινωνικού θεάτρου, που ξεδίπλωσαν κάθε πτυχή της ανθρώπινης φύσης.
       Γιατί έτσι ήταν οι γάμοι τότε: ένα μυστήριο που έκρυβε μέσα του όλες τις όψεις της ζωής.
       Χαρά και ένταση, φιλίες και αντιπαλότητες, φαγοπότι και καβγάδες, μουσική και μουστάκια σηκωμένα με περηφάνια.
      Ένα θέατρο της κοινωνίας, όπου κάθε ρόλος ήταν γνωστός και κάθε πράξη, όσο απρόβλεπτη κι αν φαινόταν, ήταν τελικά.
       Στη σκηνή του γάμου, όλα ακολουθούσαν την προδιαγεγραμμένη τους πορεία.
       Παρά τη φαινομενική τους αταξία, οι μεθυσμένοι ήταν αυτοί που έδιναν την τελευταία πινελιά στο έργο, ανατρέποντας τη φυσική ροή των γεγονότων, αλλά χωρίς να καταστρέφουν την όμορφη στιγμή των νεονύμφων.
      Ενσαρκώνοντας την ανατροπή, έδειχναν πως, παρά την τάξη που κυβερνούσε τη ζωή του χωριού, η πραγματική δύναμη βρισκόταν στην ικανότητα να αλλάζει το σκηνικό της καθημερινότητας, προσφέροντας μια νέα, προσωρινή πραγματικότητα στην οποία ο γάμος συνέχιζε να αναπτύσσεται με τη δική του μοναδική ομορφιά.

           Και όπως λέει και η παροιμία πως:
«Το κάθε χωριό έχει και τον τρελό του»,
ο ρόλος τους ήταν αναπόσπαστος και έδινε τη μοναδική ουσία θεατρικό θέαμα, δίνοντας στην παράσταση της ζωής τη δική τους, ανεπανάληπτη σημασία, όπου η ανατροπή και η τάξη συνυπήρχαν σαν δυο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Και όμως:
Κανένας γάμος δε χάλασε από τους μεθυσμένους.




Χρήστος Γιάννης
26.2.2025

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2025

Η καντάδα του «Κυνηγού» δεν είναι απλώς μια μουσική σύνθεση, αλλά ένας πολύτιμος φορέας μνήμης, ταυτότητας και ιστορίας, που εξακολουθεί να εμπνέει και να συγκινεί.


Η καντάδα του «Κυνηγού» δεν είναι απλώς μια μουσική σύνθεση, αλλά ένας πολύτιμος φορέας μνήμης, ταυτότητας και ιστορίας, που εξακολουθεί να εμπνέει και να συγκινεί.

  _____________________________   
          

       Η καντάδα του «Κυνηγού» είναι δείγμα της  πολιτιστικής κληρονομιάς που  οι ξενιτεμένοι  του χωριού μας μετέφεραν τραγούδια και τα ενσωμάτωσαν στην τοπική παράδοση της περιοχής,  φροντίζοντας να τα διατηρήσουν αυθεντικά
      Η Καντάδα του Κυνηγού δεν ήταν απλώς ένα τραγούδι για τη Γλύνα, ήταν ένα ζωντανό κομμάτι της ψυχής της.
      Η αυθεντικότητά της διατηρήθηκε χάρη σε ανθρώπους που την αγάπησαν βαθιά και αφιέρωσαν τον εαυτό τους στη διάσωσή της.
       Ανάμεσά τους και η παρέα του  Κώστα  Τσόμπου και ο Ευάγγελου Μπατζέλη που στέκονταν και αυτοί ως φύλακες της μουσικής παράδοσης του χωριού.
          Για εκείνους, το τραγούδι δεν ήταν μόνο νότες και στίχοι, ήταν κληρονομιά, ένας δεσμός με το παρελθόν που έπρεπε να μείνει άθικτος. Φρόντισαν να μεταδοθεί στις επόμενες γενιές όπως το παρέλαβαν, χωρίς παραλλαγές ή αλλοιώσεις.  
        Στη Γλύνα, οι καλύτεροι τραγουδιστές δεν ήταν εκείνοι που έβαζαν τη δική τους σφραγίδα της καλής φωνής, αλλά όσοι σέβονταν την πρωταρχική μορφή του τραγουδιού, αποδίδοντάς το με αγνότητα και αυθεντικότητα. 
      Έτσι, η Καντάδα του Κυνηγού παρέμεινε ζωντανή, συνεχίζοντας να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητας του χωριού.

       Αυτή η προσέγγιση δείχνει τη βαθιά εκτίμηση για τις ρίζες και την παράδοση, που διατηρούνται ακόμη και όταν τα ονόματα των δημιουργών χάνονται στο πέρασμα του χρόνου.
       Χάρη σε αυτούς, μπορέσαμε να καταγράψουμε την «Καντάδα του Κυνηγού», όχι απλώς για να μάθουμε ένα τραγούδι, άλλωστε, η καντάδα του Κυνηγού ήταν ήδη γνωστή πανελλαδικά πριν την μάθουν οι Γλυνιώτες, αλλά για να κατανοήσουμε τη σημασία που αποδίδονταν και τον τρόπο με τον οποίο διατηρούσαν και σεβόντουσαν τη γνησιότητα των εισαγόμενων τραγουδιών, ενσωματώνοντάς τα στη δική τους παράδοση.
         Είναι ένα δείγμα της υπευθυνότητας και της σωστής διατήρησης της παράδοσης, ως σπάνιο και πολύτιμο στοιχείο, χωρίς "δασκαλέματα" και διορθώσεις.



Ο Χαραλάμπης Μπατζέλης και η προσφορά του στη διάσωση στοιχείων της τοπικής παράδοσης.

Χαραλάμπης Μπατζέλης


    Ο Χαραλάμπης καταγόταν από την φημισμένη οικογένεια μουσικών, απόγονος των Κυριακαίων, με βαθιές ρίζες στη δημοτική μουσική. 
       Ο πατέρας του υπήρξε ένας από τους θρυλικούς «Πέντε Γλυνιώτες», που το 1935 ηχογράφησαν στην Αθήνα, σε πλάκα γραμμοφώνου, τα τραγούδια «Βλάχα» και «Κάπου μια όμορφη».
    Ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση, συμμετείχε ενεργά στις τοπικές λαϊκές ορχήστρες, κρατώντας στα χέρια του το πολύτιμο λαούτο του παππού του, του Νάκου Κυριάκη. Ο Νάκος το είχε φέρει στο χωριό από την Αμερική και έπαιζε με αυτό με τις πρώτες τοπικές ορχήστρες της εποχής του, έχοντας μαζί του και δύο βιολιά, το ένα ιδίως, ξεχώριζε για την ποιότητα και τη φωνή του. Με αυτά τα όργανα έδινε το παρών σε κάθε γιορτινή περίσταση, κρατώντας ζωντανό τον παλιό ήχο και το μουσικό αποτύπωμα της οικογένειας
      Εκτός από εξαιρετικός λαουτιέρης, ήταν και βαθύς γνώστης της τοπικής παράδοσης.
    Μαζί με την παρέα της ηλικίας του έφτιαχναν στίχους για κάθε περίσταση, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη σάτιρα του χωριού, μια ζωντανή παράδοση που περνούσε αναλλοίωτη από γενιά σε γενιά.

    Η συνεργασία μας μαζί του υπήρξε μακρόχρονη και δημιουργική. 
     
Για πολλά χρόνια, παίζαμε μαζί στην ορχήστρα του Αντώνη Γιάννη από τη Βράχογοραντζή, μοιραζόμενοι τη χαρά της μουσικής και της αυθεντικής λαϊκής έκφρασης.

Μια πολύτιμη συνάντηση - 4 Απριλίου 2009

        Στις 4 Απριλίου 2009, είχαμε μια εκτενή και ουσιαστική συζήτηση. 
    Αυτή τη φορά, πολλά από τα ακούσματα που είχε διασώσει στη μνήμη του από την προηγούμενη γενιά, δεν έμειναν μόνο στα λόγια. 
   Τα καταγράψαμε και στο κασετόφωνο, διατηρώντας τα αυθεντικά, όπως τα αφηγήθηκε ο ίδιος.
      Ένιωσε μεγάλη χαρά όταν του ζητήσαμε την άδεια να χρησιμοποιήσουμε αποσπάσματα από αυτή τη συνέντευξη. 
     Γνώριζε πως, με αυτόν τον τρόπο, η πολύτιμη γνώση του θα γινόταν πολύτιμος οδηγός για τις επόμενες γενιές που ασχολούνται με την τοπική παράδοση. 
       Κι όμως, η απουσία του είναι αισθητή, μας λείπει… θα θέλαμε να τον έχουμε ακόμα κοντά μας, να μας συμβουλεύει, όπως τότε, με τη βαθιά του γνώση, τη φιλοσοφία και την ξεκάθαρη ματιά του πάνω στην παράδοση και τη ζωή.

 
Η Συνέντευξη που αποκαλύπτει τους χαμένους στίχους: Το μυστήριο του ονόματος της καλογραίας.

    Η συνέντευξη αυτή αποτελεί ένα σπάνιο και πολύτιμο ντοκουμέντο γιατί περιλαμβάνει τους πιο σημαντικούς στίχους, τους οποίους δεν τις βρήκαμε σε άλλες εκδοχές της καντάδας και αποτελούν την καρδιά του τραγουδιού την αποκάλυψη του ονόματος της καλογραίας μέσα από αινιγματικούς αριθμούς του Πέντε, έντεκα και πέντε, δεκατρία και εφτά.

   



ΚΥΝΗΓΟΣ

__________________

Ένας νιός και μία νέα
 αγαπιόνταν μια φορά. 
Αυτή τον αγαπούσε τρελά,
 αυτός την παίδευε σκληρά. 
Αποφάσισε η νέα 
σε βαπόρι ν' ανεβεί 
Στ' άγρια βουνά να πάει, 
καλογραία να γινεί.
 Πριν περάσουν τρία χρόνια 
τη θυμήθηκε ο νιός. 
Το τουφέκι του αρπάζει,.....
 πάει να γίνει κυνηγός.

Πηγή των παραπάνω στοίχων: από το διαδίκτυο  @katerinazioga4892 πριν από 3 έτη

_____________________


(Παρακάτω ακολουθούν οι επόμενοι στίχοι ακριβώς όπως σώθηκαν στη Γλύνα και μας τους μεταφέρει ο Χαραλάμπης Μπατζέλης στη συνέντευξη)

Κυνηγός που κυνηγούσε
εις τα δάση μια φορά
έτυχε να συναντήσει
μια έρημο εκκλησιά.

κυνηγάει και μπαίνει μέσα
με λυπητερή καρδιά
εκεί μέσα συναντάει
μια μικρή καλογριά.

-Καλογραία μου, της λέει,
το όνομά σου επιθυμώ,
το όνομά σου κι ας πεθάνω
στο ερημοκλήσι αυτό.

-Το όνομά μου δεν στο λέω,
γιατί θα με λυπηθείς,
γιατί εσύ ήσουν η αιτία
καλογραία να με δεις.

Το όνομά μου είναι τούτο,
τα στοιχεία του είναι αυτά:
Πέντε, έντεκα και πέντε,
δεκατρία και εφτά.

(δηλαδή, αριθμητικά σε αλφαβητικά:  (5-11-5-13-8 Ε-Λ-Ε-Ν-Η )

Έλα, πάτησε τον όρκο
και παντρέψου μία φορά,
πάρε με, τον κυνηγάρη,
που σε αγάπησα πιστά.

-Πώς τον όρκο να πατήσω,
τον Θεό να απαρνηθώ;
Πάνε τώρα δυο χρόνια
που ασκητεύω εδώ.

Η τροφή μου είναι το χόρτο,
το κρεβάτι μου είναι αυτό,
και μια πέτρα μαξιλάρι,
έτσι μού ήτανε γραφτό.

Πάει και την αγκαλιάζει,
τον αγκάλιασε κι αυτή,
και του λέει: «Εγώ πεθαίνω,
θάψε μου το κορμί».

Όπου δεις δύο κυπαρίσσια
και στη μέση μια μυρτιά,
εκεί μέσα είναι θαμμένη
η μικρή καλογριά.

Όπου δεις δυο κυπαρίσσια
και στη μέση ένα σταυρό,
εκεί μέσα είναι θαμμένος
ο μικρός ο κυνηγός.


         Ένα τραγούδι γεμάτο μυστήριο, συναίσθημα και βαθύ συμβολισμό, που διασώθηκε μέσα από τη μνήμη και φροντίδα ανθρώπων της παράδοσης.


Η πορεία της «Καντάδας του Κυνηγού» μέσα στον χρόνο

          
Η καντάδα του κυνηγού βιντεοσκοπημένη από τον Χρήστο Γιάννη
Ζάκυνθος. Τετάρτη, ‎21 ‎Αυγούστου ‎2019, ‏‎10:49:18 μμ


       Η καντάδα «Κυνηγός», όπως και πολλά άλλα εισαγόμενα  λαϊκά τραγούδια του είδους, πρόκειται για μία από τις πολλές  καντάδες των επτανήσων του Ιονίου, η οποία ακούστηκε   από τους ξενιτεμένους στα στέκια γλεντζέδων της Αθήνας και τα μετέφεραν στα χωριά μας.
    Λόγω του ύφους του, ο «Κυνηγός» εντάχθηκε στα «Επιτραπέζια» τραγούδια της Δερόπολης, τα λεγόμενα τραγούδια της «Τάβλας».


Η Καντάδα του Κυνηγού: Μια Λαογραφική και Μουσικολογική Προσέγγιση

         Η πλούσια θεματολογία και η μελωδία της, επηρεασμένη από το επτανησιακό μουσικό ιδίωμα, δεν στάθηκαν εμπόδιο για την αποδοχή της στην περιοχή.  
       Μέσω της προφορικής παράδοσης και των μεταναστευτικών ροών, η καντάδα έγινε μέρος του τοπικού μουσικού ρεπερτορίου, ενδυναμώνοντας τη σύνδεση της περιοχής με την πολιτιστική κληρονομιά των Επτανήσων.

Η Πορεία της Καντάδας στον Χρόνο

      Όπως προαναφέραμε, το τραγούδι διαδόθηκε στα χωριά της Δερόπολης μέσω των ξενιτεμένων κατοίκων της που επέστρεφαν στις ιδιαίτερες πατρίδες τους, φέρνοντας μαζί τους μουσικά ακούσματα από τα αστικά κέντρα και τα ενσωμάτωναν πλήρως στο τοπικό ρεπερτόριο, αποκτώντας έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα δίνοντας τους μια σημαντική θέση ανάμεσα στα τοπικά επιτραπέζια τραγούδια της τάβλας, που συνδύαζαν προσθέτοντας νέα στοιχεία στην τοπική δημοτική μουσική.
        Αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της μουσικής ώσμωσης μεταξύ διαφορετικών περιοχών του ελληνικού χώρου που δεν το εμπόδισε να ριζώσει στις μουσικές πρακτικές άλλων περιοχών, μεταβαλλόμενο σε ένα τραγούδι της λαϊκής συνείδησης

      

Η Καντάδα του Κυνηγού:
Μια σπάνια λαϊκή παρακαταθήκη


         Ένα ιδιαίτερο στοιχείο του τραγουδιού είναι η κρυπτογράφηση του ονόματος της καλογραίας μέσα από έναν αριθμητικό γρίφο.
      Ο Χαράλαμπης Μπατζέλης, βαθύς γνώστης της τοπικής παράδοσης, από τότε, πριν ακόμα ανοίξουν τα σύνορα, που δεν είχε δυνατότητα επαφής με την Ελληνική λογοτεχνία, πίστευε ότι οι δημιουργοί του τραγουδιού δεν ήταν απλοί λαϊκοί στιχουργοί. 
       Οι αριθμοί «πέντε, έντεκα και πέντε, δεκατρία και εννιά», κατά τον Χαραλάμπη Μπατζέλη, δεν φαίνονται να είναι τυχαίοι, αλλά αποτέλεσμα της σκέψης μορφωμένων ανθρώπων των γραμμάτων. 
        Η σύνθεση και η επιλογή αυτών των αριθμών δείχνουν την πρόθεση των δημιουργών να κωδικοποιήσουν γνώσεις και συμβολισμούς που μπορούσαν να αναγνωριστούν από εκείνους που είχαν την παιδεία και τη δυνατότητα να κατανοήσουν τις βαθύτερες σημασίες του τραγουδιού.

      Η καντάδα του «Κυνηγού» δεν αποτελεί απλώς ένα τραγούδι, αλλά μια ζωντανή μαρτυρία της πολιτιστικής κληρονομιάς, που γεφυρώνει το παρελθόν με το παρόν. 
      Καθώς ταξίδεψε σε διάφορα μέρη, υπέστη παραλλαγές που αποκαλύπτουν όχι μόνο την ευρύτητα της απήχησής της, αλλά και την ανησυχία των ανθρώπων για τη διατήρηση της αυθεντικότητάς της. 
        Η ανάγκη για προσεκτική μεταφορά της παράδοσης, χωρίς αλλοιώσεις, αντικατοπτρίζει τον σεβασμό προς την πολιτιστική ταυτότητα και τη βαθιά επιθυμία διατήρησης των αυθεντικών στοιχείων της.
        Τα παραδοσιακά τραγούδια ενσαρκώνουν την αξία της παράδοσης, καθώς διατηρούν την αυθεντικότητά τους μέσα από τις γενιές. 
       Αν και τα ονόματα των δημιουργών τους χάνονται στον χρόνο, τα τραγούδια τους συνεχίζουν να ζουν, να διδάσκουν και να συνδέουν τους ανθρώπους με την πολιτιστική τους κληρονομιά. 
    Είναι μια αναλλοίωτη μαρτυρία του παρελθόντος, που μεταδίδεται αδιάκοπα και συντηρεί τις ρίζες του λαού.
       Μέσα από αυτά τα τραγούδια, οι παραδόσεις και οι ιστορίες των προγόνων ζωντανεύουν ξανά, προσφέροντας στους νέους τη δυνατότητα να συνδεθούν με την πολιτιστική τους κληρονομιά και να την μεταδώσουν στις επόμενες γενιές.
        Έτσι, και η καντάδα του «Κυνηγού» δεν είναι απλώς μια μουσική σύνθεση, αλλά ένας πολύτιμος φορέας μνήμης, ταυτότητας και ιστορίας, που εξακολουθεί να εμπνέει και να συγκινεί.


Μονοπάτια Έρωτα και Μοίρας: 
Συμβολισμοί της Αγάπης και της Θυσίας στην Καντάδα: Από την Απογοήτευση στην Αθανασία

Το τραγούδι της Καντάδας είναι γεμάτο συμβολισμούς που αναδεικνύουν την αντίθεση μεταξύ της αγάπης και της απογοήτευσης, της μοίρας και της αναζήτησης της πνευματικής ειρήνης. Κάθε στοιχείο του τραγουδιού φέρει μια βαθύτερη έννοια που συνδέει τον έρωτα, την απογοήτευση, τη θυσία και την αθανασία.

  1. Η Ελένη και το Όνομα: Το όνομα «Ελένη», που αποκαλύπτεται μέσω αριθμών, έχει έναν ισχυρό συμβολισμό της καθαρής, αληθινής αγάπης, που όμως παραμένει αδιεκδίκητη και αναπόδραστη. Η χρήση των αριθμών (5, 11, 5, 13, 7), που σχηματίζουν το όνομα, υπογραμμίζει την ιδέα ότι η αγάπη δεν είναι κάτι επιφανειακό ή απτό, αλλά κάτι που κρύβει μια βαθιά ουσία, γεμάτη μυστήριο και αινίγματα.

  2. Τα Βουνά και η Απόσυρση: Η απόφαση της Ελένης να αποσυρθεί στα βουνά και να αφιερωθεί στη ζωή της καλογριάς, εκφράζει την αναζήτηση πνευματικής ειρήνης και γαλήνης, μακριά από τη συναισθηματική και κοινωνική σύγχυση. Τα βουνά συμβολίζουν τον απομονωμένο κόσμο, τον χώρο όπου μπορεί κανείς να βρει την αληθινή του φύση, μακριά από τις επιθυμίες και τα βάρη της γης.

  3. Η Σιωπή και οι Ματιές: Η σιωπή μεταξύ των δύο χαρακτήρων, όταν οι ματιές τους συναντιούνται χωρίς να ανταλλάξουν λόγια, συμβολίζει την αδυναμία της γλώσσας να εκφράσει την πληρότητα και την ένταση των συναισθημάτων τους. Η σιωπή αυτή είναι ταυτόχρονα μια μορφή επικοινωνίας που ξεπερνά την ανάγκη για λέξεις, και ενώνει τις ψυχές τους σε μια αδιάσπαστη σχέση.

  4. Τα Κυπαρίσσια και Ο Σταυρός: Τα κυπαρίσσια, που συμβολίζουν την αθανασία και την αιωνιότητα, στέκονται πάνω από τα σώματα των δύο νέων, συνδέοντας τη ζωή και τον θάνατο, την αγάπη και την απώλεια. Ο σταυρός, από την άλλη, υπογραμμίζει την ιδέα της θυσίας και της πνευματικής έντασης, ενώ παράλληλα αναδεικνύει την αίσθηση της πίστης και της σωτηρίας που είναι παρούσα ακόμα και στην πιο σκοτεινή ώρα.

  5. Η Μυρτιά και η Θυσία: Η μυρτιά, ως σύμβολο της αγνότητας και της αναγέννησης, συνδέεται με την αγάπη της Ελένης για τον κυνηγό και την πίστη που διατηρεί ακόμα και μέσα από τη θυσία της. Η παρουσία της μυρτιάς στο μνημείο τους δείχνει ότι η αγάπη, ακόμη και αν φτάνει στο τέλος της, αναγεννιέται μέσα από τη θυσία και την αιώνια μνήμη.

Το τραγούδι αναδεικνύει την έννοια ότι η αγάπη, παρά τις δυσκολίες και την απογοήτευση που μπορεί να φέρει, παραμένει αιώνια και αναγεννιέται μέσα από τις πράξεις πίστης και θυσίας, μεταμορφώνοντας τη θλίψη σε κάτι ιερό και αμετάβλητο.

___________________________


Η Ιστορία του Τραγουδιού των Ξενιτεμένων: Πώς Ταξίδεψαν οι Ήχοι και οι Ρυθμοί από Περιοχή σε Περιοχή

Πριν από το 1940, οι ξενιτεμένοι χωριανοί μας που αναζήτησαν εργασία στην Αθήνα συνήθιζαν να συγκεντρώνονται στα γνωστά αθηναϊκά στέκια των γλεντζέδων, σταθερά σημεία συνάντησης, όπου κάθε παρέα διατηρούσε ζωντανή τη μουσική και πολιτισμική της ταυτότητα. Εκεί, κάθε γεωγραφική περιοχή είχε τον δικό της χώρο, όμως, με τον καιρό, οι επιρροές άρχισαν να διασταυρώνονται. Ο καθένας έφερνε τον ιδιωματισμό και το ιδιαίτερο ύφος του τόπου του, και μέσα από αυτόν τον σύνθετο πολιτισμικό διάλογο γεννήθηκε μια νέα, πολυφωνική λαϊκή παράδοση.

Τραγούδια που ξεχώριζαν είτε για τη μελωδία, είτε για τους στίχους ή το χρώμα της ερμηνείας τους  γίνονταν αντικείμενο θαυμασμού, μιμούνταν και τελικά μεταφέρονταν στα χωριά, ως δείγμα δεξιοτεχνίας και πολιτισμικής «προκοπής». Ο ξενιτεμένος που μάθαινε και μετέφερε αυτά τα τραγούδια επέστρεφε στον τόπο του όχι μόνο ως εργάτης ή οικογενειάρχης, αλλά και ως φορέας ενός νέου μουσικού αρώματος, που απέπνεε εξέλιξη και ανώτερο γούστο. Ήταν ένας τρόπος κοινωνικής ανάδειξης   ένας άτυπος τίτλος τιμής που φανέρωνε ότι «προόδευσε», ότι έγινε υπολογίσιμος στην τοπική κοινωνία, και ότι μπορούσε πλέον να διεκδικεί μεγαλύτερες ευκαιρίες για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Σε αυτά τα στέκια, μπορούσε κανείς να ακούσει ακόμα και ναξιώτικες ή γενικότερα νησιώτικες καντάδες,  όχι με τη συχνότητα και την ένταση που είχαν στα ίδια τα νησιά, αλλά αρκετά ώστε να αφήσουν ένα ηχηρό αποτύπωμα στη μνήμη των παρευρισκομένων. Έτσι, ο ήχος ταξίδευε, μεταμορφωνόταν, και επέστρεφε στο χωριό ως ένα δείγμα ενός κόσμου πιο πλατιού, πιο ανοιχτού και πιο υποσχόμενου.

Η Αθήνα, ως πρωτεύουσα και μεγάλο αστικό κέντρο, είχε πληθυσμό από πολλά μέρη της Ελλάδας, συμπεριλαμβανομένων και νησιωτών που είχαν μεταναστεύσει ή ήρθαν για εργασία, σπουδές, ή άλλους λόγους. Αυτοί οι νησιώτες συνήθιζαν να διατηρούν ζωντανή την παράδοση των καντάδων και των νησιώτικων τραγουδιών τους, κυρίως σε «στεκιά» όπου μαζεύονταν να τραγουδήσουν και να παίξουν μουσική. 

Επτανησιακή καντάδα στην Αθήνα

Η επτανησιακή καντάδα, με την τριφωνική της αρμονία (πρίμο, σεκόντο, μπάσο), εισήχθη στην Αθήνα μετά την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα το 1864. Πολλοί μουσικοί από τα Ιόνια νησιά εγκαταστάθηκαν στην πρωτεύουσα και ίδρυσαν τα πρώτα ωδεία, μεταφέροντας την αγάπη τους για την όπερα και την καντάδα. Αυτή η επιρροή οδήγησε στη διαμόρφωση της αθηναϊκής καντάδας, η οποία συνδύασε στοιχεία από την επτανησιακή παράδοση με την ελληνική δημοτική μουσική και τα αστικολαϊκά τραγούδια των Βαλκανίων και της Ανατολής. ntopiolalieselladas.blogspot.com+5ProtoThema+5Avopolis+5ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ+4CultureNow.gr+4ProtoThema+4ntopiolalieselladas.blogspot.com

Στέκια και κοινωνικές συνθήκες

Οι καντάδες εκτελούνταν κυρίως σε ταβέρνες και καφενεία, όπου οι παρέες συγκεντρώνονταν για να τραγουδήσουν και να διασκεδάσουν. Ορισμένες περιοχές της Αθήνας, όπως η Πλάκα και ο Ψυρρής, ήταν γνωστές για την έντονη μουσική τους ζωή, με τους δρόμους να γεμίζουν από μελωδίες το βράδυ. Η κοινωνική αποδοχή της καντάδας ήταν μεγάλη, αν και υπήρχαν και περιπτώσεις όπου οι κανταδόροι αντιμετωπίζονταν με σκεπτικισμό ή ακόμα και καταστολή από τις αρχές. AthensVoice+2AthensVoice+2Άγιοι Θεόδωροι+2ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Πολιτιστική σημασία

Η καντάδα αποτέλεσε σημαντικό στοιχείο της πολιτιστικής ζωής της Αθήνας πριν το 1940, εκφράζοντας συναισθήματα αγάπης και ρομαντισμού. Αν και με την πάροδο του χρόνου η δημοτικότητά της μειώθηκε, η επιρροή της παραμένει εμφανής στη μουσική παράδοση της πόλης.ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

1. Συγκεκριμένα τραγούδια

  • «Του αητού τα φτερά» -Ένα από τα γνωστά επτανησιακά καντάδες που κυκλοφορούσε και ακούγονταν σε ταβέρνες της Αθήνας. Έχει χαρακτηριστική μελωδία με τριφωνικές αρμονίες, που δίνει το επτανησιακό χρώμα.

  • «Καντάδα του Αγίου Διονυσίου»  - Παραδοσιακό τραγούδι που ερμηνευόταν σε παρέες και συχνά συνδέεται με την επτανησιακή παράδοση.

  • «Στα στενά της Κέρκυρας»  - Αν και αναφέρεται γεωγραφικά, αυτό το είδος τραγουδιού μεταφέρθηκε από μουσικούς επτανήσιους στην Αθήνα.


2. Καλλιτέχνες - Ομάδες

  • Νίκος Καλαντζής (1890-1950)  Ένας από τους πιο γνωστούς κανταδόρους που είχε καταγωγή από τα Επτάνησα και έζησε στην Αθήνα. Συμμετείχε σε παραστάσεις καντάδας σε ταβέρνες του κέντρου, ιδιαίτερα στην Πλάκα.

  • Ομάδες κανταδόρων επτανήσιων   Υπήρχαν μικρές ομάδες που συνήθως απαρτίζονταν από βιολιά, μαντολίνα, κιθάρες, και τραγουδούσαν επτανησιακές καντάδες σε κοινωνικές εκδηλώσεις και ταβέρνες. Πολλοί από αυτούς ήταν μετανάστες από την Κέρκυρα, τη Ζάκυνθο, και την Κεφαλονιά.


3. Περιοχές - Στέκια στην Αθήνα

  • Πλάκα - Ήταν το πιο γνωστό σημείο όπου άνθισε η καντάδα. Τα στενά της Πλάκας φιλοξενούσαν καφενεία και ταβέρνες όπου οι μουσικοί έδιναν παραστάσεις καντάδας, ειδικά τα βράδια.

  • Ψυρρή  - Μια γειτονιά γνωστή για τη λαϊκή της ατμόσφαιρα, όπου οι επτανησιακοί μετανάστες και άλλες κοινότητες συγκεντρώνονταν για μουσική και τραγούδι.

  • Νεάπολη (Εξάρχεια)  - Ακόμα μια περιοχή με καφενεία και στέκια όπου οι επτανήσιοι μουσικοί και κανταδόροι έπαιζαν.

  • Καφενεία στο κέντρο της Αθήνας - Πολλά καφενεία και ταβέρνες στο κέντρο είχαν «κανταδόρους» που εμφανίζονταν κατ’ επανάληψη, διατηρώντας ζωντανή την παράδοση.


4. Κοινωνικό Πλαίσιο

Οι επτανήσιοι μετανάστες στην Αθήνα διατήρησαν έντονα την πολιτιστική τους ταυτότητα μέσω της καντάδας. Η καντάδα λειτουργούσε όχι μόνο ως ψυχαγωγία αλλά και ως μέσο κοινωνικής συνεύρεσης και έκφρασης συναισθημάτων, κυρίως έρωτα και νοσταλγίας για τον τόπο τους.

Η καντάδα στην Αθήνα της εποχής ήταν ένα ζωντανό κοινωνικό φαινόμενο που άγγιζε όλες τις τάξεις, από τους καλλιτέχνες και τους φοιτητές μέχρι και τους εργάτες.


Συνοπτικά: Ναι, υπήρχαν νησιώτικες καντάδες που ακούγονταν στην Αθήνα πριν το 1940, κυρίως σε συγκεκριμένα καφενεία, ταβέρνες και συλλόγους όπου μαζεύονταν οι νησιώτες και προσπαθούσαν να κρατήσουν ζωντανή την πολιτιστική τους κληρονομιά.


Το ίδιο έγινε και με τραγούδια από άλλες περιοχές της Ελλάδας, που οι ξενιτεμένοι τα έφεραν μαζί τους και τα έκαναν κομμάτι της τοπικής παράδοσης.



Χρήστος Γιάννης
2009

Τελευταία σύνταξη 29.5.2025


Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2025

Ο Μάντζιφας και ο Μύθος με τις «Τέσσερις Κόρες»


 


Ο Μάντζιφας και ο Μύθος με τις «Τέσσερις Κόρες»






       Κάτω από το χωριό της  Άνω Επισκοπής, πάνω από τα Χάνια,   βρίσκεται η πηγή του Μάντζιφα με τα  άφθονα νερά της που αναβρύζουν από τέσσερα κεφάλια,  γάργαρο δροσερό, ορμητικό σαν να τρέχει να κρύψει τα μυστικά των αιώνων που κουβαλά. 
          Από αυτό το ζωογόνο δώρο της φύσης πότιζαν τα χωράφια των πέντε χωριών και  δούλευαν πάνω από είκοσι νερόμυλοι, αλέθοντας τον καρπό της γης και δίνοντας ζωή στην περιοχή της Ρίζας.
     Σύμφωνα με τους παλιούς, σε παλαιότερες ιστορικές περιόδους, ο Μαντζίφας ανήκε στον ιερό χώρο της περιοχής των Τεγάτων. Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, επρόκειτο για έναν μεγάλο χώρο που ξεκινούσε από τον Μαντζίφα και εκτεινόταν μέχρι το Αργυροχώρι, όπου υπήρχαν σαράντα εκκλησίες της επισκοπής Δρυϊνουπόλεως.

 


           
Η ερμηνεία της ονομασίας του Μάντζιφα,

διασώθηκε και έφτασε ως εμάς ένα ανοιξιάτικο πρωινό, περίπου το 1982-83 την ημέρα εκείνη που μια ομάδα περισσότερων από δεκαπέντε ατόμων, όλοι μέλη του γεωργικού συνεταιρισμού του χωριού, επισκεύαζαν το αυλάκι που μεταφέρει το νερό του Μάντζιφα. Κάθε άνοιξη επαναλαμβάνονταν η ίδια διαδικασία καθαρισμού, προπαντός εκεί  στα Βυθίσματα του  Μέγα Λάκκο, ανάμεσα στη Γλύνα και την Κάτω Επισκοπή που το πρόβλημα κάθε χρόνο είναι μεγαλύτερο. 
           Όπως συμβαίνει κάθε χρόνο, οι σφοδρές χειμωνιάτικες κακοκαιρίες το είχαν διαβρώσει και καταστρέψει, και έτσι η αποκατάστασή του ήταν απαραίτητη ανοιξιάτικη εργασία πριν οι καλλιέργειες θα έχουν ανάγκη για νερό.  
    Που και που κάναμε και διαλύματα που συνοδευόταν με ατελείωτα αστεία και διάφορες πάλες ιστορίες που στο λόγο προηγούταν οι γεροντότεροι και όλοι αφουγκράζονταν όλο απορία και θαυμασμό με των τρόπων που ζωντάνευαν τις αφηγήσεις.
            
Εκείνη την ημέρα, το γνωστό και αστείρευτο χιούμορ των Γλυνιωτών βρισκόταν στο απόγειό του. Η σάτιρα είχε αποκτήσει πρωταγωνιστή, τον γεροντότερο της παρέας, τον μπάρμπα Βασίλη (Βασίλης Ρόκκος), έναν άνθρωπο με κοφτερό πνεύμα και ανεξάντλητη διάθεση για πειράγματα. Οι υπόλοιποι τον ακολουθούσαν γελώντας, συμμετέχοντας στη ζωντανή αυτή παράσταση αυθόρμητης λαϊκής ευφυΐας. 
            Όλη την ημέρα αντηχούσαν στον αέρα οι χαρακτηριστικές σατιρικές φράσεις των Γλυνιωτών, που μεταφέρονταν από γενιά σε γενιά και αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της τοπικής κουλτούρας. Οι χωριανοί αντάλλασσαν αστεϊσμούς, αναβιώνοντας το παραδοσιακό τους χιούμορ. Ανάμεσα στις εκφράσεις ξεχώριζε το αινιγματικό «Λύκος μωρέ», μια φράση που ακούγαμε συχνά από τον ταξίαρχο του χωριού, Γιώργο Μπάτζιο, καθώς και από άλλους χωριανούς που χρησιμοποιούσαν τακτικά τις τοπικές αυτές  φράσεις, των οποίων η ακριβής προέλευση παρέμενε άγνωστη, αφού οι παλιοί δεν την αποκάλυπταν όπως «Το μοναστήρι της Περγουλιάς είναι εδώ;», το οποίο έχει καταγραφεί και στο ιστορικό-λαογραφικό βιβλίο Ο χορός που μέριασε τη λύπη (σελ. 31) και δεκάδες ακόμα παρόμοιες εκφράσεις ξεπηδούσαν από τα στόματα των παλιότερων, εμπλουτίζοντας τις συζητήσεις των Γλυνιωτών με στοιχεία παράδοσης, αναμνήσεων και λεπτού σαρκασμού. Για να κατανοήσει κανείς το πραγματικό τους νόημα, έπρεπε να είναι Γλυνιώτης. Φράσεις όπως «Λύκος μωρέεεεε», «αέρας» και άλλες αμέτρητες, αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της ιδιαίτερης πολιτιστικής τους ταυτότητας. 
   Αυτή η ημέρα καθαρισμού του αυλακιού ήταν μια από τις στιγμές όπου το παρελθόν και το παρόν συναντιούνταν, και η προφορική παράδοση ζωντάνευε μέσα από τα ατελείωτα αστεία της μεγάλης ομάδας νεαρών, με ελάχιστους μεγαλύτερης ηλικίας, των οποίων ο λόγος ήταν πάντα ο πιο σεβαστός. Έτσι, διατηρούσαν ζωντανό το πνεύμα και την ταυτότητα της Γλύνας.
      Κάποια   στιγμή που ο αρχηγός της ομάδας έδωσε την εντολή, χρησιμοποιώντας το χαρακτηριστικό σατιρικό και ιδιόρρυθμο λεξιλόγιο των Γλυνιωτών, να ανέβουν προς τα πάνω για να μαζέψουν πέτρες, όλοι  χωρίς δεύτερη σκέψη  κατέβηκαν προς τα κάτω. Γιατί, σύμφωνα με τη Γλυνιώτικη λογική, η εντολή σήμαινε ακριβώς το αντίθετο!  Ήταν ένας άγραφος κανόνας της ντοπιολαλιάς, γνωστός μόνο σε όσους είχαν μεγαλώσει μέσα σε αυτόν

     Ο μπάρμπα Βασίλης, που απολάμβανε ακόμα το τσιγάρο του, μου έκανε ένα αδιόρατο νεύμα να μην απομακρυνθώ. Κατάλαβα πως ήθελε να μείνω πίσω, πως είχε κάτι να μου πει. Πλησίασα, κι εκείνος, με βλέμμα σοβαρό και φωνή χαμηλή, σχεδόν συνωμοτική, μου ψιθύρισε:

 -Έλα, κάθισε λίγο εδώ
Ο τρόπος που μιλούσε, η ηρεμία στη φωνή του, έδιναν την αίσθηση πως επρόκειτο να μοιραστεί μαζί μου ένα μυστικό λες και δεν ήθελε να ακούσουν οι άλλοι... αλλά γιατί άραγε;
- Ξέρεις γιατί τον λένε «Μάντζιφα»;
-Όχι!
     Σήκωσα τα φρύδια απορημένος, αλλά δεν πρόλαβα να ρωτήσω. Ο μπάρμπα Βασίλης πήρε μια τελευταία τζούρα από το τσιγάρο του και, με ύφος απολαυστικό, συνέχισε:
  - Από το «Μάνα» γιατί η πηγή βγάζει άφθονο νερό, σαν ποτάμι και το  «Τζίφος» που  κάθε είκοσι χρόνια στερεύει και σε αφήνει με το δάχτυλο στο στόμα!
      Έσκασε ένα έξυπνο χαμόγελο, γέλασε πνιχτά, ρουφώντας μια τελευταία τζούρα από το τσιγάρο του, ενώ εγώ προσπαθούσα να χωνέψω αυτή την παράδοξη αλλά απολύτως λογική με την ευφυΐα και την απλότητα αυτής της εξήγησης. 
         Ήταν μια από εκείνες τις στιγμές που η λαϊκή σοφία αποδεικνυόταν ποιο δυνατή από οποιαδήποτε επιστημονική ανάλυση που με άφησε και  με την απορία.
          Γιατί σε εμένα και δεν το είπε μπροστά σε όλους; Μια περίεργα που με συνοδεύει ακόμα σήμερα, λες να είχε μέσα του το μελλούμενο ότι εγώ θα ήμουν αυτός που μετά από χρόνια δεν θα άφηναν αποκάλυπτα την αποκάλυψη του με την σιγουριά πως  ο λόγος του μια μέρα θα ακουστεί και θα εξηγήσει σημασίες  που τότε λίγοι γνώριζαν και θα μάθαιναν οι ερχόμενες γενιές από τις προηγούμενες.

Ο πλασμένος Μύθος του Μάντζιφα με τις τέσσερις κόρες - κατασκεύασμα των Γλυνιωτών

          Ο «μύθος» του Μάντζιφα με τις τέσσερις κόρες δεν είναι στην πραγματικότητα ούτε μύθος και ούτε παλιός θρύλος, αλλά ένα κατασκεύασμα του Βαγγέλη Καραδήμου, κάπου εκεί μετά το 1928, ο οποίος, με τη φαντασία και το χιούμορ του, επινόησε μια ιστορία για να εξηγήσει, με τρόπο παραστατικό, την παράξενη συμπεριφορά των ανθρώπων με τα νερά της περιοχής που μοιράζονται.
        Σύμφωνα με την μυθοποιημένη αφήγησή του, ο Μάντζιφας είχε τέσσερις κόρες, δηλαδή τέσσερα κεφάλια νερό, τις οποίες μοίρασε σε διαφορετικές τοποθεσίες: μία στο Ραδάτι, μία στην Άνω Επισκοπή, μία στην Κάτω Επισκοπή και μία στη Βραχογοραντζή. Ωστόσο, για κάποιον άγνωστο λόγο, δεν προόρισε καμία για τη Γλύνα! Και έτσι, όποτε το χωριό διψούσε, η εξήγηση ήταν σχεδόν αυτονόητη, η Γλύνα είχε μείνει παραπονεμένη, χωρίς τη δική της κόρη!
     Έτσι, μέσα από την τέχνη της σάτιρας, στην οποία η γενιά του ήταν μαστόρισσα και δεν άφηνε γεγονός χωρίς να το σατιρίσει, ο Καραδήμος, επίσης παιδί της Γλύνας, γεννημένος και μεγαλωμένος μέσα στους τρόπους και τις ιδιοτροπίες του χωριού του, σκέφτηκε να δώσει μια πιο ποιητική και παιχνιδιάρικη εξήγηση στο φαινόμενο.
      Μπορεί να μην ήταν αληθινός μύθος, αλλά, όπως κάθε καλή ιστορία, είχε ό,τι χρειαζόταν για να μείνει στη μνήμη μια δόση χιούμορ, μια δόση αλήθειας και ίσως μια μικρή δόση αδικίας για τη διψασμένη Γλύνα!

Kαι, ο νεοπλασμένος μύθος που βγήκε αμέσως μετά της συμπλοκής πλαθηκε ως εξή:

«Ο Μάντζιφας  έχει τέσσερις κόρες που τις πάντρεψε: μία στο Ραδάτες, μία στην Άνω Επισκοπή, μία στην Κάτω Επισκοπή και μία στη Βραχογοραντζή. Δεν είχε πέμπτη κόρη (δηλαδή πέμπτο κεφάλι νερού) για να δώσει και μία στη Γλύνα που έμεινε χωρίς μοιρασιά. Όμως, για να φτάσει το νερό στη Βραχογοραντζή, αναγκαστικά θα περνούσε από τη Γλύνα. Έτσι, βάσει συμφωνίας, έπαιρνε κι αυτό το χωριό το μοιράδι του».


          Η μοιρασιά του νερού του Μάντζιφα που έφερε σε ρήξη δύο χωριά τόσο δεμένα συγγενικά μαζί τους  όσο με κανένα άλλο.

       Συχνά, την περίοδο του καλοκαιριού, που τα φυτά διψούσαν, το νερό του Μάντζιφα έφερνε τα χωριά σε ρήξη. Οι Πάνω Επισκοπιανοί πότε έκοβαν εντελώς το νερό και πότε γύριζαν μεγαλύτερη ποσότητα απ’ ότι τους αντιστοιχούσε, στα χωράφια τους. Τότε αντιδρούσαν οι Γλυνιώτες, μάλιστα το 1928 πιάστηκαν και στα χέρια. Από την αντίσταση των Γλυνιωτών επωφελούνταν και οι φιλήσυχοι κάτοικοι της Κάτω Επισκοπής και της Βραχογοραντζής. Λένε ότι για να μην παραβίαζε κανείς το φράχτη του τέταρτου κεφαλιού, τον τσιμεντάρισαν. Το τσιμέντο ταχείας πήξεως το κουβάλησε με το άλογό του ο Βαγγέλης Καραδήμος, που έπλασε και τον μύθο περί «Μάντζιφα με τις τέσσερις κόρες». Όμως η πράξη αυτή του κόστισε αρκετά, γιατί δεν πήγαιναν πια οι Πάνω Επισκοπιανοί να ψωνίζουν στο μαγαζί του.

Πηγή: «Ο ΧΟΡΟΣ ΠΟΥ ΜΕΡΙΑΣΕ ΤΗ ΛΥΠΗ», σελ. 33.

 

Το αποκορύφωμα της αντιπαλότητας.

      Το περίεργο της ιστορίας είναι ότι η  Γλύνα και η Άνω Επισκοπή, δύο χωριά που ανήκουν στην ίδια περιοχή, είναι συνδεδεμένα με έναν ιδιαίτερο δεσμό που δεν έχει όμοιο. Η συγγένεια μεταξύ των κατοίκων τους είναι τόσο βαθιά και τόσο στενή, όσο σε κανένα άλλο χωριό της περιοχής.   
       Μολαταύτα, κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 1920 με αρχές της δεκαετίας του 1930, σε μια κακή στιγμή, έγινε το λάθος κάποιος να κόψει το νερό, προκαλώντας ένταση και αντιδράσεις. Τα δύο χωριά βρέθηκαν σε αποδοκιμασία, καθώς οι «συμπεθεριές» αναμεταξύ τους έχασαν τη γαλήνη τους και παρασύρθηκαν σε διαφωνίες, που όλο και φούντωναν.
       Όπως συχνά συμβαίνει, μια μικρή διαφωνία ήταν που πήρε διαστάσεις, και το πολύτιμο νερό έγινε η αφορμή για ένταση.
      Οι κουβέντες άναψαν, οι σχέσεις δοκιμάστηκαν, μέχρι που το ξύλο πήρε τον ρόλο του διαιτητή, βάζοντας τάξη και φροντίζοντας να μοιραστεί το νερό με δικαιοσύνη.
      Μια μέρα, που έμεινε στην ιστορία των χωριών αυτών, ο Βαγγέλης Καραδήμος, φορτωμένος το άλογό του με τσιμέντο ταχείας πήξεως, βρέθηκε στον Μάντζιφα μαζί με τους χωριανούς του. Στόχος τους ήταν να επισκευάσουν την πηγή, χρησιμοποιώντας το τσιμέντο ταχείας πήξεως, ώστε να εξασφαλίσουν την ομαλή ροή του νερού προς την Κάτω Επισκοπή, τη Γλύνα και την Βραχογοραντζή.
      Οι Γλυνιώτες γνώριζαν ότι θα έρχονταν σε σύγκρουση με τους Άνω Πισκοπιανούς. Επειδή όμως δεν υπήρχε σπίτι στη Γλύνα που να μη συγγένευε με κάποιο της Άνω Επισκοπής, έβαψαν τα πρόσωπά τους με κάρβουνο για να μην αναγνωριστούν και έρθουν σε ρήξη οι συμπεθεριές. 
         Οι Άνω Πισκοπιανοί, που ήταν κι αυτοί στην πλειονότητά τους συγγενείς με τους Γλυνιώτες, προσπαθούσαν να εμποδίσουν την τσιμεντοποίηση της πηγής. Έτσι, ξέσπασε η διαμάχη μεταξύ των δύο χωριών.
     Ο ίδιος ο γαμπρός του Καραδήμου, από την Άνω Επισκοπή, ήταν ο πρώτος που επιχείρησε να ρίξει το άλογο του πεθερού του στον γκρεμό, υπολογίζοντας πως, όντας γαμπρός από τη Γλύνα, οι Γλυνιώτες θα δίσταζαν να τον πειράξουν. Όμως, οι Γλυνιώτες, γνωστοί για τη γενναιότητά τους, δεν έμειναν άπραγοι. Μπήκαν στη μάχη. 
          Λίγο πιο πέρα, ένας άλλος Γλυνιώτης, με το πρόσωπο κι αυτός καρβουνιασμένο, πλησίασε πονηρά τον γαμπρό του, τον άρπαξε από το μπράτσο και, με αποφασιστικό ύφος, τον ρώτησε με εκείνο το Γλυνιώτικο βλέμμα που τρόμαζε.
   -Πού είναι ο γιος σου;
   -Εκεί πέρα, απάντησε ο γαμπρός του, δείχνοντας τον κάπου εκεί μέσα στη τσούρμα των εμπλεκόμενων.
        Έτρεξε να προλάβει τον ανιψιό του πριν πέσει στα χέρια των συμπατριωτών του.
     Τον άρπαξε και με μια δυνατή κλωτσιά, τους έβγαλε και τους δύο εκτός πεδίου μάχης.
        Από αυτή τη γενναιόδωρη πράξη των Γλυνιωτών ωφελήθηκαν και τα φιλήσυχα χωριά της Κάτω Επισκοπής και του Βραχογοραντζή, που συνήθως δεν εμπλέκονταν σε τέτοιου είδους παρεξηγήσεις.

«Όσο πιο σφοδρά τα πάθη, τόσο πιο γλυκιά η ειρήνη που ακολουθεί.»

       Η ιστορία αυτής της διαμάχης έχει αφήσει ανεξίτηλα σημάδια στις επόμενες γενιές. Ο μύθος μεταμορφώνεται σε ένα ανεξήγητο «σύμβολο μίσους», μέχρι που κανείς πια δεν θυμάται ποιος μισεί ποιον και γιατί αλλά για ότι έγινε στη  μέση όλων αυτών, βρίσκεται ο Μάντζιφας, που φουσκώνει και ξεφουσκώνει άνα είκοσι χρόνια  από τον θυμό του για το σημείο όπου έφερε τα παιδιά του να τσακώνονται.
    Και αν κάθε είκοσι χρόνια το νερό του σταματά, είναι σαν να λες πως το κάνει για να τους θυμίσει την αίσθηση της γαλήνης.
         Γλυνιώτες και   Άνω Πισκοπιανοί κάθονται στο ίδιο τραπέζι της οικογενειακής χαράς τσουγκρίζοντας τα ποτήρια τους και πίνουν στην υγειά των παιδιών τους και εύχονται για προκοπή. 
     Σε τέτοιες στιγμές, οι παλιές διαμάχες σβήνουν, και η αγάπη κυβερνά τις καρδιές τους. Αν το φέρει ο λόγος, γελούν ολόψυχα με τα καμώματα μιας περασμένης εποχής, που δεν θέλει να διαγράψει τα ίχνη που άφησε
  
           Αυτή η ιστορία ζει και μεταδίδεται από γενιά σε γενιά και αποτελεί μια μνήμη γεμάτη με σημάδια του παρελθόντος  με μια περίεργη, σατιρική διαμάχη που στην πραγματικότητα, η αντιπαλότητα έχει μετατραπεί σε ένα παιχνιδιάρικο, σατιρικό παραστάσιο, όπου ο καθένας αποκαλύπτει στον άλλον την παράλογη ανοησία ενός γεγονότος που ποτέ δεν έπρεπε να συμβεί, αλλά που τώρα ακτινοβολεί με μια μαγευτική, ανεξήγητη γοητεία. «Όσο ποιο σφοδρά τα πάθη, τόσο ποιο γλυκιά η ειρήνη που ακολουθεί.»

 Τα φυσικά μυστήρια του Μάντζιφα και η απορία μας

        Το πιο παράξενο και παράλληλα ενδιαφέρον ήταν ότι, παρά τις πολλές προσπάθειες να κατανοήσουμε τη φυσική εξήγηση για το φαινόμενο, κανείς δεν μπορούσε να βρει την απόλυτη απάντηση. 
       -Γιατί τα νερά του Μάντζιφα και της Γλύνας στερεύουν κάθε είκοσι χρόνια και επιστρέφουν κατά διαστήματα με ένα κανόνα των 1-3-5-7-9-και 12 χρόνια;
     Μήπως πρόκειται για έναν υπόγειο φυσικό μηχανισμό, κρυμμένο κάτω από την επιφάνεια του εδάφους, που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε πλήρως;  
         Ανεξάρτητα από την ευφάνταστη αυτή ιστορία, οι παλιοί για να γνώριζαν πως τα νερά του Μάντζιφα και της Γλύνας ακολουθούν έναν σταθερό κύκλο σημαίνει πως το έχουν παρακολουθήσει. 
       Τα νερά όταν κατά του κανόνα στερεύουν, λιγοστεύουν όταν η μέρα αρχίζει να μεγαλώνει, δηλαδή στα τέλη Δεκεμβρίου, και όταν τους αναλογεί ο χρόνος να επιστρέφουν, πάντα ακολουθούν πιστά τον κανόνα και επιστρέφουν όταν η μέρα μικραίνει, δλδ. κάπου εκεί στα τέλη Ιουνίου. Ωστόσο, υπήρξαν χρονιές που το φαινόμενο ήταν ακραίο.   
       Παρήλικες στη Γλύνα λένε ότι τα νερά στέρεψαν εντελώς το 1920, το 1949, το 1970 και το 1990, δημιουργώντας σοβαρά προβλήματα στην καθημερινότητα των κατοίκων ενώ από τη μεριά τους οι Άνω Πισκοπιανοί  αναφέρουν τα δικά τους στοιχεία.
  Ένδιαφέρων και στιχεία που έγραψαν και άλλοι για το Μάντζιφα

     Ο Γιώργος Μύτιλης, σε μια περιοδεία του στην Άνω Επισκοπή, αναφέρει τις λεπτομέρειες των Άνω Επισκοπιανών:

«-Φίλε μου, μην βιάζεσαι να δροσιστείς! Συνάντησε πρώτα παρήλικους και ρώτα να  μάθεις τι συνέβη κατά καιρούς με τα νερά της πηγής. Θα σου πουν ότι στέρεψαν:

από το '56 ως το '58,

από το '62 ως το '63,

από το '72 ως το '73

και από το '91 ως το '97…» 

        Όταν ο Μάντζιφας στέρευε, οι Γλυνιώτες νοίκιαζαν χωράφια στο Βούρκο

        Στις πιο δύσκολες περιόδους, όπως το 1920 και το 1949, οι Γλυνιώτες, για να εξασφαλίσουν τη σοδειά τους, αναγκάστηκαν να νοικιάσουν χωράφια στον Βούρκο, κυρίως στην Κρανιά, και να τα σπείρουν με καλαμπόκι. Παράλληλα, όταν τα νερά της Γλύνας, και ειδικά της Μέλλως, λιγόστευαν, η μόνη εναλλακτική τους ήταν να προμηθεύονται πόσιμο νερό από την πηγή της Οψέλας.
          Στην περιοχή της Γλύνας, από άγνωστους καιρούς μετά το 1563, έχουν σημειωθεί μερικά βυθίσματα, με πιο πρόσφατο αυτό της 26ης Φεβρουαρίου 1989, που πιθανώς υποδεικνύουν στην περιοχή την ύπαρξη μεγάλων υπόγειων κενών. Αυτά τα κενά μπορεί να γίνονται ρυθμιστές των νερών που να επηρεάζουν τη ροή και την αποθήκευση του νερού, οδηγώντας σε περιοδικές μεταβολές στην παροχή των πηγών.

Το φαινόμενο των νερών της Γλύνας και του Μάντζιφα ακολουθούν έναν σταθερό κύκλο κάθε είκοσι χρόνια 

          Η περιοδικότητα αυτών των πηγών, που κατά καιρούς στερεύουν, υποθέτω πως μπορεί να συνδέεται με φυσικούς κύκλους βροχοπτώσεων και κλιματικές αλλαγές που επηρεάζουν την ανατροφοδότηση των υπόγειων υδροφορέων.  
        Ωστόσο, το φαινόμενο των νερών που ακολουθούν έναν σταθερό κύκλο  στερεύοντας κάθε είκοσι χρόνια για τρία χρόνια και συνεχίζοντας τον ίδιο κανόνα ανά είκοσι χρόνια σε μοτίβα να στερεύουν ανά  5 χρόνια, 7, 9 και  12 χρόνια, μας βάζει στον πειρασμό να σκεφτούμε τη θεωρία του Χαραλάμπη Τάκου πως τα νερά της Γλύνας και του Μάντζιφα έρχονται μέσω υπόγειας διαδρομής από μακρινή πηγή, πιθανότατα από την Πρέσπα. Μάλιστα οι παλιοί έλεγαν πως σε μια περίοδο που οι Γλυνιώτες όταν στέρεψε ο Μάντζιφας και νοικιάσανε χωράφια στη Κρανιά του Βούρκο που αυτό συνέβη και το 1920 και το 1949, όταν ήρθαν τα νερά έφεραν μαζί και μήλα. Από το γεγονός αυτό που πειθανολογείται το 1920, οι παλιοί συμπέραναν πως τα νερά έρχονται από την Πρέσπα που η περιοχή αυτή έχει μήλα και η απόσταση αυτή δημιουργεί τακτικές διακοπές και επαναφορές σε τακτικά διαστήματα με κάποιο κανόνα που ακολουθεί τακτικά ανά είκοσι χρόνια και με τον κανόνα να στερεύουν με κάθε διάστημα με 1,3,5,7,9,και 12 χρόνια. 
       Στο διάστημα που πρέπει να συμπληρωθεί μέχρι την επόμενη φάση του κύκλου, υπάρχουν περιπτώσεις όπου, ανάλογα με τις ανομβρίες, τα νερά μπορεί να ξεσπούν ξαφνικά. Αυτές οι εκρήξεις διαρκούν όσο το επιτρέπουν τα αποθέματα της εκάστοτε χρονιάς, χωρίς όμως να συνδέονται με την κανονική περιοδική ροή των υδάτων αλλά των τοπικών βροχοπτώσεων που γιομίζουν τα γύρω τοπικά αποθέματα νερού της γης.  

Η φαινομενική ύπαρξη των νερών του Μάντζιφα και της Γλύνας - Μαρτυρία και πρόβλεψη

         Είπαμε πως από τους παλιούς κληρονομήσαμε τη γνώση για τη φαινομενική ύπαρξη των νερών του Μάντζιφα και της Γλύνας, τα οποία  σύμφωνα με τη λαϊκή παρατήρηση στερεύουν κάθε είκοσι χρόνια, ακολουθώντας έναν άτυπο «κανόνα» με στάσεις διάρκειας τριών, πέντε, επτά, εννιά και δώδεκα ετών. Παρ’ όλα αυτά, κανείς ως τώρα δεν κάθισε να το επιβεβαιώσει ή να το καταγράψει, ώστε να το γνωρίζουν οι επόμενες γενιές.
             Για πρώτη φορά τολμώ να το κάνω εγώ, που γεννήθηκα το 1960 και θυμάμαι καθαρά ότι τη δεκαετία του 1990 τα νερά στέρεψαν για εννιά χρόνια. Σήμερα, το 2025, διανύουμε ήδη την όγδοη ή ένατη χρονιά ξηρασίας. Τα νερά που εμφανίζονται κάποιες χρονιές δεν είναι τα κανονικά, συνεχόμενα νερά των είκοσι ετών, αλλά προέρχονται από τοπικές πλημμύρες, δηλαδή είναι παροδικά και ανεπαρκή.
        Για να επιβεβαιωθούν πλήρως όσα καταγράφω εδώ, οι επόμενες γενιές θα πρέπει να παρακολουθήσουν αν γύρω στο 2028-2029 το νερό θα επανέλθει στην κανονική του ροή και θα διατηρηθεί έτσι για είκοσι συνεχόμενα χρόνια, χωρίς διακοπή.

Αν αυτό συμβεί, τότε θα πρέπει να αναμένουμε ότι:

Περίπου το 2049-2050 το νερό θα στερέψει ξανά, εφόσον ισχύει πως ο κύκλος ξεκινά όχι με ένα αλλά με τρία χρόνια ξηρασίας, και συνεχίζεται με περιόδους πέντε, επτά, εννιά και δώδεκα ετών αναμονής. Σε αυτήν την περίπτωση, μετά από είκοσι χρόνια συνεχούς ροής, ο κύκλος θα εξελιχθεί ως εξής:
  • Το 2073-2074: στέρεμα για πέντε χρόνια
  • Το 2100-2101: για επτά χρόνια
  • Το 2137-2138: για εννιά χρόνια
  • Το 2166-2167: για δώδεκα χρόνια
       Ωστόσο, αν τελικά ο κύκλος ξεκινά από ένα έτος ξηρασίας (και όχι από τρία), τότε πρέπει να μετακινήσουμε όλο το σχήμα κατά μία περίοδο προς τα εμπρός. Έτσι, η περίοδος των δώδεκα ετών, αντί να πέσει στο 2166-2167, θα μετατοπιστεί στο 2086-2090 και από εκεί ο κύκλος θα ξεκινήσει ξανά από την αρχή.
          Σε όλες τις ενδιάμεσες περιόδους, θα ισχύει ο κανόνας ότι, ανάλογα με τις τοπικές πλημμύρες, κυρίως τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο  θα εμφανίζονται μικρές, πρόσκαιρες ποσότητες νερού, που δεν θα επαρκούν για να θεωρηθούν ως πλήρης επιστροφή των νερών.

      Αν όλα αυτά επαληθευτούν, τότε επιβεβαιώνεται ο άτυπος κύκλος που παραλάβαμε από τους παλιούς για τα νερά της Γλύνας και του Μάντζιφα. Διαφορετικά, οι προβλέψεις αυτές θα αποδειχθούν λανθασμένες και θα τεθεί υπό αμφισβήτηση αν αυτός ο κύκλος ισχύει πραγματικά ή όχι.

Μαρτυρίες από τα γειτονικά χωριά του Πωγωνίου

        Στο βιβλίο του Χ. Βαλερά, Ορεινό: Το Μπαλκόνι του Πωγωνίου, αναφέρεται πως κοντά στα «Στήματα», στην περιοχή του Ορεινού, βγαίνει ατμός, ένδειξη υπόγειου νερού. Η θειάκω Βαρβάρα, από το Ορεινό, διηγήθηκε την ιστορία με τον σκύλο της, τους παγωμένους ατμούς που ένιωθε, καθώς και το βουητό που άκουγε, ήταν σημάδι πως κάτω υπήρχε μεγάλη ροή νερού. Για να το επιβεβαιώσουν, έριξαν μπογιά στο νερό και αυτή βγήκε πιο κάτω, στον Μάντζιφα
       Το μυστήριο αυτό για τα νερά του Μάντζιφα και της Γλύνας παραμένει, και συνεχίζουν να ζουν μέσα από τις μνήμες των ανθρώπων.


Φυσικά φαινόμενα και εικασίες 

         Η κατανόηση αυτών των φυσικών φαινομένων απαιτεί λεπτομερείς υδρογεωλογικές μελέτες που ανήκει στην επιστήμη και όχι σε εμας, οι οποίες θα μπορούσαν να αποκαλύψουν τους μηχανισμούς που διέπουν τη ροή του νερού στην περιοχή. Υπάρχουν, ωστόσο, παράξενες εικασίες και αναφορές για υπόγεια νερά που αναβλύζουν σε μακρινές τοποθεσίες, γεγονός που γεννά ερωτήματα σχετικά με την εγκυρότητα των ισχυρισμών του Γλυνιώτη Χαράλαμπου Τάκου.

         Ο Τάκος υποστήριζε ότι «τα νερά έρχονται από μακριά, από τη λίμνη της Πρέσπας», εκφράζοντας την πεποίθηση ότι το υδρολογικό σύστημα της περιοχής είναι συνδεδεμένο με ευρύτερες φυσικές διαδρομές. 
      Αυτή η ιδέα έδινε στους χωριανούς την αίσθηση πως το νερό δεν προερχόταν μόνο από τις τοπικές πηγές αλλά και από πιο μακρινές και κρυφές ροές.
      Μια πιθανή εξήγηση είναι η ύπαρξη υπόγειων   λιμνών, οι οποίες ενδέχεται να ρυθμίζουν την πίεση του νερού, δημιουργώντας υπόγειες παροχετεύσεις (παλίρροια) μεταξύ δύο σημείων. Αν αυτές οι συνδέσεις όντως υφίστανται, θα μπορούσαν να εξηγούν τις περιοδικές αλλαγές στη ροή του νερού του Μάντζιφα και της Γλύνας, σύμφωνα με έναν κανόνα που επαναλαμβάνεται ανά είκοσι χρόνια, με τον ίδιο χρονικό κύκλο που προαναφέραμε.
       Ενα σημείο αναφοράς για τα τοπικά νερά είναι η «Νερομπίστα» στη Φραστανή ως ένα   σημείο κλειδί για την κατανόηση γενικά των τοπικών βροχοπτώσεων της περιοχής. 
      Το γεγονός ότι οι χωριανοί δεν το πίστευαν απλώς, αλλά το είχαν επιβεβαιώσει μέσα από μακροχρόνια παρατήρηση, δείχνει πως είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αν η περιοχή δεχτεί τρεις μεγάλες πλημμύρες, με στάθμη νερού που ξεπερνά τα τρία μέτρα, τότε θα έχει άφθονα νερά για ολόκληρο το χρόνο παρακάπτοντας τον κανόνα του φαινομένου μόνο για την χρονιά των πλημύρων ενω ο κανόνας ισχυεί κανονικά.
        Αυτό δείχνει πόσο σημαντικό ήταν το φαινόμενο της πλημμύρας για την αποθήκευση του νερού στα υπόγεια αποθέματα και την διαχείριση του νερού στη γεωργία. 


Το Νερό του Μάντζιφα και η Προφητεία του Αγίου

       Στα χρόνια της δεκαετίας του 1980, οι Ζερβατινοί, διψασμένοι για μια σταγόνα καθαρού νερού, έκαναν δύο τρεις αποτυχημένες προσπάθειες να το φέρουν από την πηγή του Μάντζιφα. Όμως, η μοίρα, ή ίσως η θέληση του Θεού είχε άλλα σχέδια. 
     Σε κάθε νέα προσπάθεια, όλο και κάποιο απρόοπτο συνέβαινε, λες και η μοίρα συνωμοτούσε για να επιβεβαιώσει την προφητεία του Αγίου.
        Κάποια στιγμή, ύστερα από πολύ κόπο και ιδρώτα, επιτέλους έφτασαν και κατάφεραν να στρώσουν τους σωλήνες, ελπίζοντας πως το δροσερό νερό της πηγής του Μάντζιφα θα έφτανε επιτέλους στο χωριό τους.
        Μα πριν προλάβουν να το γευτούν, ο Μάντζιφας στέρεψε απροσδόκητα, όπως όριζε ο κανόνας του, και έμεινε στεγνός για χρόνια, λες και η ίδια η γη τούς έλεγε πως δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα.
         Όταν, όμως, ύστερα από καιρό, το νερό επανήλθε στην πηγή, οι Ζερβατινοί δεν το έβαλαν κάτω. Με νέα ελπίδα, ολοκλήρωναν τις τελευταίες εργασίες, περιμένοντας ανήμερα της Παναγίας να γιορτάσουν το πολύτιμο αγαθό. 
      Ήταν βέβαιοι πως αυτή τη φορά θα τα κατάφερναν. 
      Μα ο Θεός είχε άλλα σχέδια…
   Εκείνη τη λαμπρή μέρα του Δεκαπενταύγουστου, που ο ουρανός ξημέρωσε ξάστερος και ήρεμος, κανείς δεν περίμενε τι θα επακολουθούσε.
           Ξαφνικά, κατά το μεσημέρι, σκοτείνιασε.
   Σύννεφα μαύρα και βαριά σκέπασαν τον ουρανό, και σε λίγο ξέσπασε καταιγίδα σαν θεϊκή οργή.
    Η βροχή έπεφτε με ορμή, πλημμυρίζοντας τα πάντα. Μέσα σε μία ώρα, το ξερό ποτάμι φούσκωσε τόσο πολύ που μετατράπηκε σε ορμητικό χείμαρρο, σαρώνοντας στο πέρασμά του τους σωλήνες και μαζί τα όνειρα των Ζερβατινών.
       Τότε, κάποιοι θυμήθηκαν τα λόγια του Αγίου Κοσμά. Είχε πει πως το νερό δεν θα πήγαινε εκεί που το ήθελαν.
      Και πράγματι, μετά από εκείνη τη μέρα, κανείς στο χωριό δεν τόλμησε να προσπαθήσει ξανά. 
      Ήταν πια πεπεισμένοι πως το νερό του Μάντζιφα δεν ήταν γραφτό να φτάσει σε αυτούς.
     Χρόνια αργότερα, όταν οι καιροί άλλαξαν και η δημοκρατία έκανε την εμφάνισή της, μια νέα εποχή ξημέρωσε.


Το Νερό  άλλαξε δρόμο αφήνοντας μας την ανάμνηση μιας άλλης εποχής.

        Οι άνθρωποι, αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, έφυγαν μακριά από τα χωριά τους, αφήνοντας πίσω τους σπίτια σφαλιστά, αυλές σιωπηλές και γη ορφανεμένη. 
     Τα χωράφια έμειναν άσπαρτα, τα καρποφόρα δέντρα ξέμειναν χωρίς χέρι να τα κλαδέψει, χωρίς μάτι να καμαρώσει τον καρπό τους. 
     Το νερό, που άλλοτε δρόσιζε τη γη και ανάθρεφε τις σοδειές, έγινε περιπλανώμενος ξένος,  κανείς δεν το χρειαζόταν πια. 
      Κι έτσι, όπως επιτάσσει η ανθρώπινη φύση και η ίδια η ζωή, το νερό βρήκε άλλο δρόμο.
      Αφέθηκε στη ροή του χρόνου, ακολουθώντας μια νέα μοίρα, σαν να ήθελε να ξεφύγει από το παρελθόν του. 
      Χάραξε μια διαφορετική πορεία, μακριά από τα γνώριμα χώματα του, αφήνοντας πίσω του μόνο αναμνήσεις μιας περασμένης εποχής. 
        Αυτή τη φορά, η τύχη χαμογέλασε στη Δρόπολη, και κυρίως στο Γεωργουτσάτι, όπου οι άνθρωποι το υποδέχτηκαν σαν πολύτιμο δώρο.
       Όμως, στη Ρίζα, τα αυλάκια γέμισαν με χώμα και χόρτα, τα δέντρα μαράθηκαν, και η αποξηραμένη γη, που κάποτε το αγκάλιαζε με ευγνωμοσύνη, έμεινε έρημη, χωρίς τους ανθρώπους της. 
      Έτσι και το νερό του Μάντζιφα, πικραμένο κι αυτό, από πηγή ζωής που άλλοτε δρόσιζε τα χώματά της, έμεινε χωρίς το νοικοκύρη της.
      Σαν να κουράστηκε να προσμένει εκείνους που το πότιζαν με τον μόχθο και την αγάπη τους, το νερό πήρε άλλο δρόμο. 
    Χάραξε νέα πορεία, αφήνοντας πίσω του τη σβησμένη ανάμνηση μιας εποχής γεμάτης ζωή, μιας γης που άλλοτε το αγκάλιαζε με ευγνωμοσύνη και τώρα στέκει διψασμένη και ξεχασμένη.


Χρήστος Γιάννης
12 Οκτωβρίου 2017

Τελευταια συνυταξη 23.2.2025




ΤΟ ΦΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΣΤΑΥΡΟ ΣΤΟ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΣΤΟ ΒΟΥΛΙΑΡΑΤΙ

      ΤΟ ΦΙΔΙ ΜΕ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΣΤΑΥΡΟ ΣΤΟ ΕΙΚΟΝΟΣΤΑΣΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΣΤΟ ΒΟΥΛΙΑΡΑΤΙ        Το Βουλιαράτι είναι ξακουστό χωριό και γνωστό πως  έχ...